Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Το Δόγμα του ΣΟΚ – της Naomi Klein

Το Δόγμα του ΣΟΚ – της Naomi Klein
 
Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ
 FREE photo hosting by Fih.gr
Αν διαβάσει κανείς το βιβλίο της Naomi Klein ‘’Το δόγμα του σοκ’’ θα εντυπωσιαστεί από την φρικιαστική ομοιότητα που παρουσιάζουν οι επιθέσεις του σύγχρονου ‘’καπιταλισμού της καταστροφής’’ όπως τον ονομάζει, εναντίον κάθε έννοιας κοινωνικής πολιτικής και δικαιωμάτων των εργαζομένων και των πολιτών. Πρώτα διασύρεται με γκεμπελικό τρόπο η προηγούμενη τάξη πραγμάτων: Αιμοσταγείς δικτάτορες σε Γιουγκοσλαβία, όπλα μαζικής καταστροφής στο Ιράκ, παρανοϊκοί ηγέτες στο Ιράν και την Βενεζουέλα. Το πιο πρόσφατο και ενδιαφέρον είναι η μαζική χορήγηση Viagra από το καθεστώς Καντάφι στον στρατό του για να κάνει μαζικούς βιασμούς χωρίς έλεος… Το τραγικό και αστείο είναι ότι η ευρωπαϊκή αριστερά, σπεύδει συχνά να εκφράσει και αυτή τον ‘’αποτροπιασμό’’ της, ανίκανη να ξεχωρίσει το δέντρο από το δάσος. Αυτά στο γεω-στρατηγικό πεδίο. (Ολόκληρο το βιβλίο σε απλό κείμενο)
NAOMI KLEIN
Το Δόγμα ΣΟΚ της Νaomi Klein – Διαβάστε το
Το Δόγμα του ΣΟΚ.pdf


Αν διαβάσει κανείς το βιβλίο της Naomi Klein ‘’Το δόγμα του σοκ’’ θα εντυπωσιαστεί από την φρικιαστική ομοιότητα που παρουσιάζουν οι επιθέσεις του σύγχρονου ‘’καπιταλισμού της καταστροφής’’ όπως τον ονομάζει, εναντίον κάθε έννοιας κοινωνικής πολιτικής και δικαιωμάτων των εργαζομένων και των πολιτών.
Πρώτα διασύρεται με γκεμπελικό τρόπο η προηγούμενη τάξη πραγμάτων: Αιμοσταγείς δικτάτορες σε Γιουγκοσλαβία, όπλα μαζικής καταστροφής στο Ιράκ, παρανοϊκοί ηγέτες στο Ιράν και την Βενεζουέλα. Το πιο πρόσφατο και ενδιαφέρον είναι η μαζική χορήγηση Viagra από το καθεστώς Καντάφι στον στρατό του για να κάνει μαζικούς βιασμούς χωρίς έλεος…  Το τραγικό και αστείο είναι ότι η ευρωπαϊκή αριστερά, σπεύδει συχνά να εκφράσει και αυτή τον ‘’αποτροπιασμό’’ της, ανίκανη να ξεχωρίσει το δέντρο από το δάσος. Αυτά στο γεω-στρατηγικό πεδίο.
Στο κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, επίσης δεν υπάρχει ιδιαίτερη πρωτοτυπία: Αδηφάγο, δυσκίνητο, αντιπαραγωγικό, γραφειοκρατικό κράτος. Τεμπέληδες πολίτες που δεν δουλεύουν απολαμβάνοντας μαϊμού-κοινωνικά επιδόματα. Μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων. Διαφθορά και εκφυλισμός στις δημόσιες επιχειρήσεις. Ανελαστικός ιδιωτικός τομέας με υψηλό κόστος εργασίας, όμηρος συνδικαλιστικών συντεχνιακών διεκδικήσεων. Δυστυχώς και πάλι ενεργοποιείται η ευαισθησία της παλιάς αριστεράς, που δηλώνει έτοιμη να αποστραφεί τον ..λαϊκισμό και το κράτος.
Η συνταγή απολύτως ίδια παντού:  Καταιγιστική επιχείρηση κατεδάφισης του αντιπάλου. Στο γεω-στρατηγικό επίπεδο, πόλεμος και εισβολή με ασύμμετρη  χρήση νέων υπερσύγχρονων όπλων. Στο κοινωνικό επίπεδο επίθεση σοκ κατά των κοινωνιών με ξεθεμελίωμα κάθε είδους κοινωνικής κατάχτησης και δικαιώματος. Απορρύθμιση σχέσεων εργασίας, κατάργηση κάθε κοινωνικής πολιτικής, ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας. Βίαιη κατάργηση  κάθε χάρτη συμβατικών ή άτυπων συλλογικών ή ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Και φυσικά ποινικοποίηση του δικαιώματος της αντίστασης, της ανατροπής, της κοινωνικής επανάστασης, με ιδεολογικό εργαλείο τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. 
Τα εργαλεία: Σίγουρα, κάπου υπάρχει ένα ΔΝΤ και μια Παγκόσμια Τράπεζα, που εκπονεί ένα σχέδιο διάσωσης. Η ιδέα είναι δανεισμένη-κατά την Naomi Klein-από τις ψυχιατρικές μεθόδους της δεκαετίας του 50. Στην περίπτωση ενός ψυχασθενή πρέπει να του καταστρέψουμε (π.χ με ηλεκτροσόκ) κάθε παλιά σκέψη, αίσθηση και επικοινωνία με τον εξωτερικό του κόσμο. Στην περίπτωση  μιας χώρας, μιας οικονομίας και κοινωνίας, πρέπει να κατεδαφιστούν τα πάντα  για να φτιαχτούν  από την αρχή με τα υλικά του σύγχρονου καπιταλισμού. Στην περίπτωση της Ευρώπης, υπάρχει η ΕΕ, που δεν συνεπικουρεί απλά, αλλά φροντίζει να μετατρέπει σταδιακά σε ...σύνταγμα, όλο το πακέτο των επιθέσεων ενάντια στην κοινωνία και την εργαζόμενη πλειοψηφία της. Στρατιωτικά, υπάρχει  πάντα ο Αμερικάνικος στρατός, το ΝΑΤΟ και οι διάφοροι κατά καιρούς ‘’πρόθυμοι’’. Η φωνή των επιχειρήσεων που κάθε φορά θα ωφεληθούν από τις επιχειρήσεις ‘’αποκατάστασης της δημοκρατίας’’ ή ‘’διάσωσης της οικονομίας’’, ακούγεται πάντα στεντόρεια: Μέσω των πολιτικών κομμάτων εξουσίας, των  υποταγμένων κυβερνήσεων, της συγχορδίας των ελεγχόμενων ΜΜΕ, του εσμού μιας μικρής μερίδας  οικονομολόγων, καθηγητών πανεπιστημίων και αναλυτών, σπουδαγμένων συνήθως στις ΗΠΑ, που είναι έτοιμοι όχι μόνο να δικαιολογήσουν με επιστημονική κομπορρημοσύνη οτιδήποτε, αλλά να πουλήσουν και την μάνα τους.   
Το αποτέλεσμα; Ερείπια παντού, οικονομική και κοινωνική καταστροφή, μέσα σε ένα πέλαγος βρώμικων και αιματηρών κερδών πολυεθνικών επιχειρήσεων και ντόπιων ‘’πατριωτών’’ του χρήματος. Ας μιλήσει κάποιος για το σημερινό Αφγανιστάν  με τον πολλαπλασιασμό της παραγωγής οπίου, την νέα υποδούλωση των γυναικών, την εξαγωγή τσακισμένων ανθρώπων, έτοιμων να σκοτώσουν για μια μπουκιά ψωμί. Ας γίνει ένας απολογισμός για το σημερινό Ιράκ, των εκατοντάδων χιλιάδων νεκρών και αναπήρων,  της έξαλλης θρησκευτικής βίας, της οικονομικής και κοινωνικής διάλυσης, της καταστροφής της πολιτιστικής του παράδοσης. Ας μας δείξει ένας μια χώρα της μετά-ΔΝΤ περιόδου της και της προόδου που έχει πετύχει, από την  Λατινική Αμερική έως την Ανατολική Ευρώπη.
Το ερώτημα; Αυτή η μηχανή μπορεί να σταματήσει να δουλεύει άραγε; Κατ’ αρχήν πρέπει να πούμε ένα κατηγορηματικό, απόλυτο ΟΧΙ! Ο σύγχρονος ολοκληρωτικός καπιταλισμός, δεν έχει κανένα άλλο τρόπο απάντησης στην βαθιά κρίση του που σιγοκαίει από την δεκαετία του 70, παρά να γίνεται όλο και πιο επιθετικός και καταστροφικός. Φυσικά αυτό ισχύει όταν μιλάμε με όρους περιόδου και όχι για μεμονωμένες χρονικές στιγμές. Όποιος ονειρεύεται και διεκδικεί επιστροφή στην εποχή του σοσιαλδημοκρατικού  ή αμερικάνικου τύπου  κοινωνικού συμβολαίου, κάνει πολύ μεγάλο λάθος. Οι πολιτικές στρατηγικές που επενδύουν σε αυτή την προοπτική είναι εξ αρχής χρεωκοπημένες. Δεν υποδηλώνουν μόνο μια λαθεμένη εκτίμηση για τον χαρακτήρα και τον ρόλο των σύγχρονων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, που αποτελούν αστικές συγκροτήσεις. Φανερώνουν και μια αγνόηση των βασικών χαρακτηριστικών της δομικής κρίσης του καπιταλισμού, των άλυτων αντιφάσεων του, της μεταφοράς τους σε όλο και πιο επικίνδυνο και εύφλεκτο πεδίο. Αυτή η μηχανή λοιπόν, πάντα με όρους περιόδου, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ανεβάζει στροφές. Η απάντηση βρίσκεται μόνο στην  ανατροπή της δομής που συγκροτεί και ενεργοποιεί αυτή τη μηχανή. Το ζητούμενο είναι η αλλαγή πρόσημου στην κοινωνική εξέλιξη.
Ευτυχώς ή δυστυχώς, την ίδια στιγμή που η αριστερά έχει χάσει τα λόγια της και δυσκολεύεται να συνέλθει από την κατάρρευση του 89-90 ανασυνθέτοντας την στρατηγική της με όρους επαναστατικής πολιτικής παρέμβασης, η κοινωνία συζητάει για την κρίση και  τον καπιταλισμό. Αναζητάει νέα συντάγματα, εξεγείρεται, αποκαθηλώνει πολιτικά συστήματα, από-νομιμοποιεί μαζικά, μύθους, στερεότυπα, ιδεολογήματα χειραγώγησης. Η διεργασία αυτή έχει αντικαπιταλιστικό κυρίως χρώμα, χωρίς όμως να αποκτά αντίστοιχο πρόσημο στην κίνηση της. Και είναι πολύ δύσκολο να αποκτήσει. Παρθενογενέσεις δεν υπάρχουν πουθενά. Η αριστερά πρέπει να γίνει …αριστερά. Δηλαδή δύναμη κοινωνικής ανατροπής και επανάστασης. Να επιχειρήσει με αυτοπεποίθηση να προβάλλει ένα σχεδίασμα επαναστατικής ανασυγκρότησης της κοινωνίας και των σχέσεων της, ώστε αυτό να απαντά στα ερωτήματα επιβίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας, των κοινωνιών και χωρών που  συνθλίβει ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός. Σήμερα είναι που η αριστερά και ιδιαίτερα οι κομμουνιστές πραγματικά πρέπει να θέσει επί τάπητος  και με νέους όρους το ζήτημα της συμβολής  στην συγκρότηση του πολιτικού υποκειμένου των κοινωνικών εξεγέρσεων και των επαναστάσεων του 21ου αιώνα. Επιστροφή σε επαναστατικό παρελθόν δεν υπάρχει. Χωρίς την μελέτη του όμως, δεν υπάρχει μέλλον. Οι σύγχρονες επαναστάσεις,  δεν κινδυνεύουν να είναι έργο  μειοψηφιών. Οι μειοψηφίες της παραδειγματικής, συμβολικής ή τρομοκρατικής δράσης δεν έχουν καμία τύχη. Οι εξεγέρσεις θα είναι πραγματικά πληβειακές, μαζικές και ως εκ τούτου απρόβλεπτες και ανέλεγκτες. Η βία που έχουν απέναντι τους είναι τέτοια που η επίθεση στα χειμερινά ανάκτορα των μπολσεβίκων να μοιάζει με παιδικό καβγά σε εκδρομή. Το βάθος των μετασχηματισμών που θα κληθούν να πραγματοποιήσουν, θα είναι απείρως μεγαλύτερο σε όλους τους τομείς των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων.  Με λίγα λόγια  η εποχή μας είναι σκληρή, αλλά και πολύ ενδιαφέρουσα
Παναγιώτης Μαυροειδής
 
(Εκδόσεις Λιβάνη) `
Πρόλογος :Το μικρό απόσπασμα από το best seller της Naomi Klein «Το Δόγμα του Σοκ», που ακολουθεί,  δίνει, κατά τη γνώμη μου,  τεκμηριωμένες απαντήσεις για ότι συμβαίνει στις μέρες μας (και όχι μόνο), αλά και αφίνει σε μας το απείρως δυσκολότερο: να δώσουμε απαντήσεις στο «ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ» για να αντιμετωπίσουμε αυτά που.. συμβαίνουν.
Το συνιστούμε ανεπιφύλακτα, και επιφυλασσόμαστε για τις συνέχειες.
Ακολουθεί βιβλιοπαρουσίαση από τα ΝΕΑ,  με το… “αναμενόμενο” συμπέρασμα:
Tου Κωστή Καρπόζηλου, ΝΕΑ, 22.1.11
“Δεν πρόκειται για ένα σχέδιο συνωμοσίας σκοτεινών εγκεφάλων, αλλά για μία σχολή σκέψης, υποστηρίζει η Ναόμι Κλάιν, για τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του «καπιταλισμού της καταστροφής» δηλαδή, ο οποίος τρέφεται και γιγαντώνεται μέσα από διαδοχικές κρίσεις. Η μαύρη βίβλος του καπιταλισμού περιλαμβάνει πραξικοπήματα, πολέμους, δολοφονίες αμάχων, εξόντωση πολιτικών αντιπάλων, βασανιστήρια και σαρωτικά οικονομικά μέτρα που οδήγησαν εκατομμύρια ανθρώπους στην φτώχεια και στην περιθωριοποίηση. Οι θεραπείες- σοκ οδήγησαν στη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών, σε κοινωνικούς μετασχηματισμούς σε όφελος των ήδη ισχυρών.”
Ηλεκτροσόκ σε πολίτες με στόχο την ανάπλαση του ανθρώπινου νου. Ούτε θεωρία συνωμοσίας ούτε εικόνα από στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το βιβλίο της Ναόμι Κλάιν αποκαλύπτει τη βαρβαρότητα πίσω από τη βιτρίνα του καπιταλισμού. Θεραπείες με ηλεκτροσόκ με στόχο την «αποδόμηση» και «ανάπλαση» της προσωπικότητας. Αυτό ήταν το υπόβαθρο για τα πειράματα εις βάρος δεκάδων αμερικανών πολιτών τη δεκαετία του 1950, τα οποία οργάνωσαν και εκτέλεσαν επιφανείς ψυχίατροι και επιτελεία των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών.
Στον πόλεμο κατά των «ερυθρών» δεν υπήρχαν όρια. Η Γκέιλ Κάστνερ, μία νεαρή αμερικανίδα με ήπια ψυχολογικά προβλήματα, έζησε για μήνες σε συνθήκες τεχνητής απομόνωσης, σκόπιμου αποπροσανατολισμού και διαδοχικών ηλεκτροσόκ, που οι συνέπειές τους την συνόδευσαν σε όλη την υπόλοιπη ζωή της. Με αφετηρία την ιστορία της, η Ναόμι Κλάιν διηγείται την ιστορία του «καπιταλισμού της καταστροφής»: τη διαπλοκή μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, την πίστη στην χρησιμότητα του «σοκ», την αντίληψη ότι οι μεγάλες καταστροφές προσφέρουν απεριόριστες δυνατότητες ανάπτυξης. Το βιβλίο της Κλάιν είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Αναδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους έκτακτες καταστάσεις και οικονομικές κρίσεις οδηγούν σε προγράμματα λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεις, στη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και την αύξηση της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου, των πολυεθνικών και των τραπεζών.
Μία κοινωνία σε κρίση, σε κατάσταση σοκ, είναι έτοιμη να δεχτεί σκληρά μέτρα, τις «θεραπείες-σοκ» που παρουσιάζονται ως σωτήριες και αναγκαίες τομές για την «αναδιάρθρωση», τον «εκσυγχρονισμό», την «ανάπτυξη». Την «αποδόμηση» της κοινωνίας ακολουθεί η «ανάπλαση», όπως ακριβώς στα ψυχολογικά πειράματα της ψυχροπολεμικής εποχής.
●Τα παραδείγματα της τεκμηριωμένης ανάλυσης της Κλάιν είναι άφθονα.
●Στη Χιλή, το πραξικόπημα Πινοσέτ συνοδεύτηκε από ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και λιτότητας, που εξαθλίωσε τον πληθυσμό των πόλεων.
●Στη Ρωσία στα χρόνια μετά το 1989 οι σαρωτικές αλλαγές οδήγησαν στην σκανδαλώδη ιδιοποίηση του δημόσιου πλούτου που συγκεντρώθηκε στα χέρια των νεόπλουτων καπιταλιστών.
●Η σφαγή της Τιεν-Αν-Μεν έγινε για να ανοίξει ο δρόμος της μετάβασης στη μεικτή οικονομία, στα σύγχρονα κάτεργα των κινεζικών εργοστασίων.
●Η ανείπωτη καταστροφή που έφερε το τσουνάμι στη Σρι Λάνκα έδωσε την ευκαιρία για την καταπάτηση των παραλιών από τεράστια τουριστικά συγκροτήματα και την εκδίωξη των ιθαγενών κατοίκων.
●Στο Ιράκ το «σοκ και δέος» του πολέμου ακολούθησε η ιδιωτικοποίηση των πετρελαϊκών επιχειρήσεων και η ανεξέλεγκτη επέκταση των πολυεθνικών που ανέλαβαν την ανοικοδόμηση της χώρας, αλλά και τη συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής.
●Στη Νέα Ορλεάνη, ο τυφώνας Κατρίνα δεν σάρωσε μόνο τα σπίτια των φτωχών αφροαμερικανών κατοίκων, αλλά έδωσε και το έναυσμα για την ιδιωτικοποίηση των όποιων κοινωνικών δομών πρόνοιας.
Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εξελίξεις αυτές ενδύθηκαν τον μανδύα της «προόδου» και της υπέρβασης των αγκυλώσεων του παρελθόντος, του σπάταλου και αναποτελεσματικού κράτους, της «κουλτούρας της διαφθοράς». Οι παραλληλισμοί με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα είναι σχεδόν αυτόματοι, καθώς αναγνωρίζει κανείς ρητορικά σχήματα, εκβιασμούς και πολιτικές επιλογές εξαιρετικά γνώριμες. Στην Αργεντινή «η βόμβα του χρέους» οδήγησε στη λύση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο εμφανίστηκε με το εξής «πακέτο επίλυσης»: «Θέλετε να σώσετε τη χώρα σας; Ξεπουλήστε τη». Η Αργεντινή, ο υποδειγματικός μαθητής του ΔΝΤ, είδε τον πληθυσμό της να εξαθλιώνεται, τα μεσαία στρώματα να συνθλίβονται και εισήλθε σε μία παρατεταμένη περίοδο κοινωνικής και πολιτικής κρίσης. Αυτή ήταν η σωτηρία που πρόσφερε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
(Σ.Σ. Προσθέτουμε και  τη Βολιβία, την Πολωνία, την Βραζιλία, την Βενεζουέλα, την Ουρουγουάη κ.α. περιοχές που “ξέχασε” να αναφέρει ο  Κ.Κ., που πέρασε το Δόγμα του ΣΟΚ)
Μετασχηματισμοί
Δεν πρόκειται για ένα σχέδιο συνωμοσίας σκοτεινών εγκεφάλων, αλλά για μία σχολή σκέψης, υποστηρίζει η Ναόμι Κλάιν, για τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του «καπιταλισμού της καταστροφής» δηλαδή, ο οποίος τρέφεται και γιγαντώνεται μέσα από διαδοχικές κρίσεις.
Η μαύρη βίβλος του καπιταλισμού περιλαμβάνει πραξικοπήματα, πολέμους, δολοφονίες αμάχων, εξόντωση πολιτικών αντιπάλων, βασανιστήρια και σαρωτικά οικονομικά μέτρα που οδήγησαν εκατομμύρια ανθρώπους στην φτώχεια και στην περιθωριοποίηση. Οι θεραπείες- σοκ οδήγησαν στη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών, σε κοινωνικούς μετασχηματισμούς σε όφελος των ήδη ισχυρών. Η Κλάιν αναδεικνύει τη σύνδεση μεταξύ της βιαιότητας, των πολιτικών εκτροπών και των αυταρχικών μέτρων με την υιοθέτηση αντίστοιχα επιθετικών οικονομικών πολιτικών. Δεν υπάρχουν «παράφρονες» πρόεδροι και «παρανοϊκοί» πόλεμοι, αλλά συγκεκριμένα οικονομικά σχέδια και υπολογισμοί, η εκπλήρωση των οποίων απαιτεί συχνά βίαιες και καταστροφικές πολιτικές επιλογές. Το παράδειγμα του Ιράκ είναι χαρακτηριστικό.
Το «Δόγμα του σοκ»εστιάζει στη λεγόμενη Σχολή του Σικάγου η οποία και διαμόρφωσε το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα. Το δόγμα που συνοψίζεται στην κατάργηση του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, την εκχώρηση κομβικών λειτουργιών του κράτους σε ιδιωτικά συμφέροντα και στην περικοπή των δαπανών, των δημοσίων επενδύσεων και των κοινωνικών πολιτικών. Το μοντέλο αυτό αναπτύχθηκε στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες ως αντίβαρο στη Σοβιετική Ενωση, την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και τα αντιαποικιακά κινήματα. Τη δεκαετία του 1970, την εποχή της μεγάλης πετρε λαϊκής κρίσης, «εξήχθη» στη Λατινική Αμερική, ενώ η δεκαετία του 1980 ήταν η εποχή του θριάμβου του στην καρδιά του καπιταλιστικού κόσμου, στα πρόσωπα του Ρίγκαν και της Θάτσερ. Μετά το 1989 κυριάρχησε στην Ανατολική Ευρώπη, στη Ρωσία και στην Κίνα, παράγοντας κοινωνίες ανισότητας και εξαθλίωσης, αλλά και την πεποίθηση ότι αποτελεί μονόδρομο στην ιστορική εξέλιξη των κοινωνιών. Η σημερινή οικονομική ύφεση θέτει για πρώτη φορά υπό τόσο γενικευμένη δοκιμασία τις θεωρίες και τις πρακτικές των υποστηρικτών του «καπιταλισμού της καταστροφής».
Για τη Ναόμι Κλάιν, το παράδειγμα της Λατινικής Αμερικής του Τσάβες, του Μοράλες και του Λούλα συνιστά εκείνη την απάντηση στην κρίση, που διασφαλίζει τα δικαιώματα και την ευημερία των πολλών και όχι τον πλουτισμό των λίγων. Παρ΄ όλα αυτά, είναι εμφανές ότι η προτεραιότητά της είναι η καταγγελία του «καπιταλισμού της καταστροφής» και όχι η αναζήτηση ενός τρόπου υπέρβασής του.
Σ.Σ. Ο οποίος τρόπος υπέρβασης του καπιταλισμού, αναμένουμε να μας υποδειχθεί από το καλό “ευαγές” ίδρυμα ΔΟΛ, λίγο πριν το 3670 μ.χ..
ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ ΣΟΚ
Naomi Klein
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΤΟ KΕNO ΕINΑΙ  ΩΡΑΙO
ΤΡΕΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΙΣΟΠΕΔΩΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
`
«έφθάρη δε ή γη έναντίον του Θεοϋ, και έπλήσθη
ή γη άδικίας. και  είδε Κύριος ό Θεός την γην,
και ην κατεφθαρµένη, οτι κατέφθειρε  πάσα σαρξ
την οδόν αύτου επί της γης. και είπε Κύριος
ό Θεός Τω  Νώε’ καιρος παντός άνθρώπου ηκει
έναντίον µου, ότι έπλήσθη ή γη  άδικίας άπ’ αύτών,
και ίδου εγώ καταφθείρω αυτούς και την γην».
Γένεσις, 6: 1113 (Η Αγία Γραφή,
Μετάφραση των Εβδοµήκοντα)
«Το Σοκ και το Δέος συνιστούν ενέργειες οι
οποίες συνεπάγονται φόβους, κινδύνους και
καταστροφές που αδυνατούν να κατανοήσουν
οι άνθρωποι στην πλειονότητά τους, αλλά και
συγκεκριµένα στοιχεία/τοµείς της κοινωνίας της
απειλής ή της ηγεσίας  της. Η φύση, µε τη µορφή
καταιγίδων, τυφώνων, σεισµών, πλημμυρών,
ανεξέλεγκτων πυρκαγιών, λιµών και ασθενειών,
µπορεί  να προκαλέσει Σοκ και Δέος.
Shock and Awe: Achieving Rapid Dominance,
το στρατιωτικό δόγµα για τον πόλεµο των
ΗΠΑ στο Ιράκ!
(ΤΥΦΩΝΑΣ ΚΑΤΡΙΝΑ)
Γνώρισα τον Τζαµάρ Πέρι τον Σεπτέµβριο του 2005 στο µεγάλο καταυλισµό  του Ερυθρού Σταυρού στο Μπατόν Ρουζ της Λουϊζιάνα. Το συσσίτιο διανεμόταν από χαµογελαστούς νεαρούς οπαδούς της σαϊεντολογίας και ο Πέρι περίµενε στην ουρά. Έχοντας µόλις προ ολίγου συλληφθεί να µιλάω µε πληγέντες  χωρίς να µε συνοδεύει κάποιος από τους υπευθύνους του Γραφείου Τύπου, έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι µου για να συγχωνευτώ µε το πλήθος, µια λευκή Καναδή µέσα σε µια θάλασσα Αφροαµερικανών του Νότου. Κατάφερα να χωθώ στην ουρά πίσω από τον Πέρι. Του ζήτησα να αρχίσει να µου µιλάει σαν  να ήµασταν παλιοί φίλοι και το έκανε πρόθυµα.
Έχοντας γεννηθεί και µεγαλώσει στη Νέα Ορλεάνη, είχε εγκαταλείψει την πλημμυρισμένη πόλη πριν από µία βδοµάδα. Έµοιαζε γύρω στα δεκαεφτά,  αλλά µου είπε ότι ήταν είκοσι τεσσάρων ετών. Εκείνος και η οικογένειά του είχαν υποχρεωθεί σε ατέλειωτη αναµονή για τα λεωφορεία που θα τους αποµάκραιναν από την πόλη. Καθώς αυτά δεν εµφανίστηκαν ποτέ, χρειάστηκε να  περπατήσουν επί ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο. Τελικά, κατέληξαν εδώ, σε  ένα µεγάλο συνεδριακό κέντρο το οποίο συνήθως φιλοξενεί εκθέσεις φαρµακευτικών προϊόντων και τη διοργάνωση «Πρωτεύουσα του Μακελειού: Η Υπέρτατη Πρόκληση στην Πάλη µέσα σε Σιδερένια Κλουβιά», αλλά τώρα ήταν ασφυκτικά γεµάτο από δύο χιλιάδες κρεβάτια και ένα πλήθος εξοργισµένων  και εξουθενωµένων ανθρώπων, φρουρούµενων από ευέξαπτους άντρες της  Εθνοφρουράς οι οποίοι είχαν µόλις επιστρέψει από το Ιράκ.
Η είδηση που διαδιδόταν µε αστραπιαία ταχύτητα σε όλο τον καταυλισµό  εκείνη τη µέρα ήταν ότι ο Ρίτσαρντ Μπέικερ, ένας διακεκριµένος Ρεπουµπλικάνος βουλευτής που καταγόταν από αυτή την πόλη, είχε πει στα µέλη κάποιου λόµπι: «Επιτέλους, ξεµπερδέψαµε µε το ζήτηµα της κοινωνικής στέγης στη  Νέα Ορλεάνη. Εµείς δεν µπορούσαµε να το κάνουµε, αλλά το έκανε ο Θεός.”  Ο Τζόζεφ Κανιζάρο, ένας από τους πλουσιότερους εργολάβους της Νέας Ορλεάνης, διακατεχόταν από παρόµοια συναισθήµατα: «Πιστεύω ότι τώρα µπορούµε να αρχίσουµε από την αρχή. Αυτή η λευκή σελίδα µας εξασφαλίζει µερικές πολύ µεγάλες ευκαιρίες».” Ολόκληρη εκείνη τη βδοµάδα η έδρα του Νοµοθετικού Σώµατος της Πολιτείας της Λουϊζιάνα στο Μπατόν Ρουζ ήταν κατακλυσµένη από ανθρώπους των επιχειρηµατικών λόµπι που έκαναν ό,τι µπορούσαν για να διασφαλίσουν την εκµετάλλευση αυτών των µεγάλων ευκαιριών: χαµηλότερους φόρους, λιγότερες κανονιστικές ρυθµίσεις, φτηνότερο εργατικό δυναµικό και µια «µικρότερη, ασφαλέστερη πόλη»  κάτι που στην πράξη σήµαινε την ακύρωση των σχεδίων για κοινωνικές κατοικίες και την αντικατάστασή τους από συγκροτήµατα ιδιόκτητων κατοικιών. Ακούγοντας όλες  αυτές τις συζητήσεις για «καινούρια αρχή» και «λευκή σελίδα», µπορούσες σχεδόν να ξεχάσεις το τοξικό χάος των ερειπίων, των χηµικών αποβλήτων και των  ανθρώπινων λειψάνων µερικά χιλιόµετρα πιο πέρα.
Στον καταυλισµό ο Τζαµάρ δεν µπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο.
Πραγματικά δεν το βλέπω ως καθάρισμα της πόλης. Αυτό που βλέπω είναι ότι πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν στα προάστια. Άνθρωποι που δεν έπρεπε να πεθάνουν».
Μιλούσε χαµηλόφωνα, αλλά ένας ηλικιωµένος άντρας που στεκόταν µπροστά µας στην ουρά άκουσε τη συζήτησή µας και ξέσπασε:
«Μα τι έχουν πάθει όλοι αυτοί στο Μπατόν Ρουζ; Δεν πρόκειται για ευκαιρία. Πρόκειται για µια καταραµένη τραγωδία. Μα είναι τυφλοί;».
Μια µητέρα δύο παιδιών παρενέβη στη συζήτηση:
«’Οχι, δεν είναι τυφλοί, είναι σατανικοί. Βλέπουν µια χαρά».
Ένας από εκείνους που διέβλεψαν µια µεγάλη ευκαιρία στην πληµµυρισµένη  Νέα Ορλεάνη ήταν ο Μίλτον Φρίντµαν, ο µεγάλος γκουρού του ιδεολογικού  κινήµατος υπέρ του αχαλίνωτου καπιταλισµού και ο άνθρωπος στον οποίο πιστώνεται το κανονιστικό πλαίσιο για τη σηµερινή, υπερκινητική παγκόσµια οικονοµία. Ενενήντα τριών ετών και µε εύθραυστη υγεία, ο «θείος Μίλτι», όπως  ήταν γνωστός στους κύκλους των οπαδών του, βρήκε εντούτοις τη δύναµη να  γράψει ένα άρθρο στη Wαll Street Journal τρεις µήνες µετά την κατάρρευση των  φραγµάτων που προστάτευαν τη Νέα Ορλεάνη. «Τα περισσότερα σχολεία της  Νέας Ορλεάνης είναι συντρίμμια», σχολίαζε ο Φρίντµαν, «όπως εξάλλου και  τα σπίτια των παιδιών που φοιτούσαν σε αυτά. Τα παιδιά είναι πλέον διασκορπισµένα σε ολόκληρη τη χώρα. Πρόκειται για µια τραγωδία. Αλλά είναι επίσης και µια ευκαιρία να µεταρρυθµίσουµε ριζικά το εκπαιδευτικό σύστηµα».
Η ριζοσπαστική ιδέα του Φρίντµαν ήταν, αντί να δαπανήσει η κυβέρνηση  ένα µέρος από τα δισεκατομμύρια δολάρια της χρηµατικής βοήθειας προς  τους πληγέντες για την ανοικοδόµηση και τη βελτίωση του υπάρχοντος συστήµατος δηµόσιας παιδείας στη Νέα Ορλεάνη, να εφοδιάσει τις οικογένειες µε  κουπόνια µε τα οποία τα παιδιά θα µπορούσαν να πηγαίνουν σε ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύµατα πολλά από τα οποία λειτουργούσαν µε αποκλειστικό  σκοπό το κέρδος, ώστε µε αυτό τον τρόπο να επιδοτηθούν από το κράτος.  Ήταν κρίσιµο, έγραφε ο Φρίντµαν, αυτή η θεµελιώδης αλλαγή να µην αποτελεί µια προσωρινή λύση, αλλά µάλλον µια «µόνιµη µεταρρύθµιση».
Ένα δίκτυο δεξιών «δεξαµενών σκέψης» οπλίστηκαν µε την πρόταση του  Φρίντµαν και εφόρµησαν στην πόλη µετά τον τυφώνα. Η κυβέρνηση του  Τζορτζ Μπους υποστήριξε τα σχέδιά τους µε δεκάδες εκατοµµύρια δολάρια,  προκειµένου τα σχολεία της Νέας Ορλεάνης να µετατραπούν σε «επιδοτούµενα σχολεία», δηλαδή σε εκπαιδευτικά ιδρύματα που θα επιχορηγούνταν από  το δημόσιο, αλλά θα τα διηύθυναν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες. Τα επιδοτούμενα σχολεία έχουν προκαλέσει  μεγάλη πόλωση στις ΗΠΑ, και κυρίως στη Νέα Ορλεάνη, όπου πολλοί Αφροαμερικανοί γονείς τα αντιμετωπίζουν ως ένα μέσο για να ανατραπούν οι κατακτήσεις του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι οποίες διασφάλιζαν  το ίδιο επίπεδο παιδείας για όλα τα παιδιά. Ωστόσο για τον Μίλτον Φρίντμαν  η έννοια του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος «βρομούσε» σοσιαλισμό.
Κατά την άποψή του, ο ρόλος του κράτους πρέπει να περιορίζεται «στην προστασία της ελευθερίας μας τόσο από τους εχθρούς εκτός των πυλών όσο και  από τους συμπολίτες μας: στη διατήρηση του νόμου και της τάξης, στην επιβολή της εφαρμογής των ιδιωτικών συμφωνιών, στην προώθηση των ανταγωνιστικών αγορών». Με άλλα λόγια, στη συντήρηση της αστυνομίας και του  στρατού  οτιδήποτε άλλο, συμπεριλαμβανομένης της δωρεάν παιδείας, είναι  μια άδικη παρέμβαση στην αγορά.
Σε αντίθεση με τον αργό ρυθμό με τον οποίο επισκευάζονταν τα φράγματα και αποκαθίστατο η ηλεκτροδότηση, ο εκπλειστηριασμός του σχολικού συστήματος της Νέας Ορλεάνης πραγματοποιήθηκε με στρατιωτική ταχύτητα  και ακρίβεια. Μέσα σε δεκαεννέα μήνες, και με τους περισσότερους από τους  φτωχούς κατοίκους της πόλης ακόμα εξόριστους, το σύστημα δημόσιας παιδείας της Νέας Ορλεάνης αντικαταστάθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από επιδοτούμενα ιδιωτικά σχολεία. Πριν από τον τυφώνα Κατρίνα στη σχολική διεύθυνση υπάγονταν εκατόν είκοσι τρία δημόσια σχολεία, ενώ τώρα πια μόνο τέσσερα. Πριν από τον τυφώνα υπήρχαν εφτά επιδοτούμενα σχολεία στην πόλη,  ενώ τώρα αυτά ανέρχονταν σε τριάντα ένα. Οι δάσκαλοι της Νέας Ορλεάνης  διέθεταν ένα ισχυρό συνδικάτο, ενώ τώρα πια η συλλογική σύμβαση των δασκάλων ήταν ένα κουρελόχαρτο και όλα τα μέλη του συνδικάτου (τετρακόσια εβδομήντα άτομα) είχαν απολυθεί. Μερικοί από τους νεαρότερους δασκάλους  προσλήφθηκαν με μειωμένους μισθούς από τα επιδοτούμενα ιδιωτικά σχολεία,  κάτι που όμως δε συνέβη για τους περισσότερους.
Η Νέα Ορλεάνη ήταν πλέον, σύμφωνα με τους New York Times, «το κατεξοχήν πειραματικό εργαστήριο του έθνους για την επέκταση των κρατικά επιδοτούμενων ιδιωτικών σχολείων», ενώ το American Enterprise Institute, μια  φριντμανική «δεξαμενή σκέψης», δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό του επειδή «ο τυφώνας Κατρίνα πραγματοποίησε μέσα σε μία μέρα [ ... ] ό,τι οι μεταρρυθμιστές του σχολικού συστήματος της Λουϊζιάνα δεν είχαν καταφέρει έπειτα από πολλά χρόνια προσπαθειών». Εν τω µεταξύ, οι δάσκαλοι των δηµόσιων  σχολείων, που έβλεπαν τα χρήµατα τα οποία προορίζονταν για τα θύµατα  της πληµµύρας να αλλάζουν προορισµό και να χρησιµοποιούνται για να εξαλειφθεί ένα δηµόσιο σύστηµα εκπαίδευσης και να αντικατασταθεί από ένα  ιδιωτικό, αποκαλούσαν το σχέδιο του Φρίντµαν «εκπαιδευτική υφαρπαγή  γης».
Όσο για µένα, προτιµώ να ονοµάζω αυτές τις ενορχηστρωµένες επιδροµές  εναντίον της δηµόσιας σφαίρας ύστερα από καταστρεπτικά συµβάντα, σε συνδυασµό µε την αντιµετώπιση των καταστροφών ως επιχειρηµατικών ευκαιριών, «καπιταλισµό της καταστροφής.
Αυτή υπήρξε η τελευταία ανάµειξη του Φρίντµαν στο δηµόσιο βίο. Προτού συµπληρωθεί ένας χρόνος από τη δηµοσίευση του άρθρου του, στις 16 Νοεµβρίου 2006, πέθανε σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών. Η προώθηση της ιδιωτικοποίησης του σχολικού συστήµατος µιας µεσαίου µεγέθους πόλης των ΗΠΑ  µοιάζει ίσως µε µια ταπεινή ενασχόληση για τον άνθρωπο που εξυµνήθηκε ως  ο οικονοµολόγος που άσκησε τη µεγαλύτερη επιρροή στο δεύτερο µισό του εικοστού αιώνα, ανάµεσα στους µαθητές του οποίου συγκαταλέγονται αρκετοί  Πρόεδροι των ΗΠΑ, πρωθυπουργοί της Βρετανίας, Ρώσοι ολιγάρχες, υπουργοί Οικονοµικών της Πολωνίας, δικτάτορες σε χώρες του Τρίτου Κόσµου, γενικοί γραµµατείς του Κοµουνιστικού Κόµµατος της Κίνας, αξιωµατούχοι του  Διεθνούς Νοµισµατικού Ταµείου και οι τελευταίοι τρεις επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve).
Ωστόσο η αποφασιστικότητά  του να εκµεταλλευτεί την κρίση στη Νέα Ορλεάνη για να προωθήσει µια φονταµενταλιστική εκδοχή του καπιταλισµού ήταν ένας αλλόκοτα αρµόζων αποχαιρετισµός από αυτό τον ανεξάντλητα ενεργητικό καθηγητή που το ανάστηµά του δεν ξεπερνούσε το ενάµισι µέτρο και στην ακµή της ηλικίας του είχε  περιγράψει τον εαυτό του ως έναν «παλαιών αρχών ιεροκήρυκα που εκφωνεί  το κυριακάτικο κήρυγµα».
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες ο Φρίντµαν και οι παντοδύναµοι οπαδοί του τελειοποιούσαν αυτήν ακριβώς τη στρατηγική: την αναµονή κάποιας  µείζονος κρίσης προκειµένου να εκποιήσουν τµήµατα της δηµόσιας σφαίρας  σε ιδιώτες ενόσω οι πολίτες ήταν ακόµα ζαλισµένοι από το σοκ και να µονιµοποιήσουν στη συνέχεια τις «µεταρρυθµίσεις».
Σε ένα από τα πιο σηµαντικά δοκίµιά του ο Φρίντµαν διατύπωσε τη συνταγή που συνιστά τον πυρήνα της τακτικής του σηµερινού καπιταλισµού και την  οποία αποκαλώ «δόγµα του σοκ». Επισήµανε ότι «µόνο µια κρίση είτε είναι  είτε απλώς εκλαµβάνεται ως πραγµατικήοδηγεί σε πραγµατικές αλλαγές.  Όταν ξεσπάει µια κρίση, οι δράσεις που αναπτύσσονται εξαρτώνται από τις  περιρρέουσες ιδέες. Πιστεύω ότι αυτή πρέπει να είναι η βασική λειτουργία  µας: να αναπτύσσουµε εναλλακτικές πολιτικές που θα αντικαταστήσουν τις  υπάρχουσες, να τις διατηρούµε ζωντανές και διαθέσιµες, έως ότου το πολιτικά αδύνατον καταστεί πολιτικά αναπόφευκτο». Μερικοί άνθρωποι συσσωρεύουν κονσέρβες και νερό ώστε να είναι προετοιµασµένοι για µια πιθανή µείζονα καταστροφή. Οι οπαδοί του Φρίντµαν συσσωρεύουν ιδέες οι οποίες προωθούν τις ελεύθερες αγορές.
Διότι ο καθηγητής του Πανεπιστηµίου του Σικάγου ήταν πεπεισµένος ότι, όταν ξεσπάει µια κρίση, αποτελεί ζήτηµα καθοριστικής σηµασίας η ακαριαία δράση, η γρήγορη και αµετάκλητη επιβολή αλλαγών, πριν η συγκλονισµένη κοινωνία διολισθήσει πάλι στην «τυραννία του  στάτους κβο». Εκτιµούσε ότι «μια καινούρια κυβέρνηση έχει στη διάθεσή της  έξι µε εννέα µήνες για να επιβάλει µείζονες αλλαγές. Αν δεν αδράξει την ευκαιρία για να δράσει αποφασιστικά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δε  θα της προσφερθεί ξανά παρόµοια ευκαιρία». Μια παραλλαγή της υπόδειξης του Μακιαβέλι ότι τα πλήγµατα πρέπει να επιφέρονται «όλα µαζί», η στρατηγική αυτή υπήρξε το µακροβιότερο κληροδότηµα του Φρίντµαν.
Ο Φρίντµαν πρωτοέµαθε πώς να εκµεταλλεύεται ένα µεγάλης κλίµακας σοκ ή  µια κρίση στα µέσα της δεκαετίας του 1970, όταν έδρασε ως σύµβουλος του  Χιλιανού δικτάτορα στρατηγού Αουγκούστο Πινοτσέτ. Οι Χιλιανοί βρέθηκαν  σε κατάσταση σοκ µετά το βίαιο πραξικόπηµα του Πινοτσέτ, ενώ η χώρα είχε  δεχτεί βαθύτατο πλήγµα από τον υπερπληθωρισµό. Ο Φρίντµαν συµβούλεψε  τον Πινοτσέτ να προχωρήσει σε έναν καταιγιστικό µετασχηµατισµό της οικονοµίας: µείωση φόρων, ελεύθερο εµπόριο, ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών  υπηρεσιών, περιστολή των κοινωνικών δαπανών και απορρύθµιση.
Τελικά, οι  Χιλιανοί είδαν ακόµα και τα δηµόσια σχολεία τους να αντικαθίστανται από  χρηµατοδοτούµενα µε κουπόνια ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύµατα. Ήταν η πιο  ακραία καπιταλιστική µεταµόρφωση που επιχειρήθηκε ποτέ και έγινε γνωστή  ως «η επανάσταση της Σχολής του Σικάγου», καθώς πολλοί από τους οικονοµολόγους του Πινοτσέτ είχαν υπάρξει φοιτητές του Φρίντµαν στο Πανεπιστήµιο του Σικάγου. Ο Φρίντµαν πρόβλεψε ότι η ταχύτητα, το εύρος και η αιφνιδιαστική επιβολή των οικονοµικών αλλαγών θα προκαλούσαν στον πληθυσµό  ψυχολογικές αντιδράσεις οι οποίες «θα διευκόλυναν την προσαρµογή». Επινόησε δε την ακόλουθη φράση για αυτή την οδυνηρή τακτική: οικονοµική «θεραπεία-σοκ». Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, όποτε οι κυβερνήσεις επέβαλλαν σαρωτικά προγράµµατα προώθησης της ελεύθερης αγοράς, η θεραπεία σοκ (ή αγωγή-σοκ) ήταν η µέθοδος που επέλεγαν.
Επιπλέον, ο Πινοτσέτ διευκόλυνε τη µετάβαση αυτή µε τις δικές του θεραπείες-σοκ, οι οποίες πραγµατοποιούνταν στα κελιά βασανισµού του καθεστώτος, όπου εφαρµόζονταν πάνω στα σφαδάζοντα σώµατα όσων θεωρούνταν πιθανά εµπόδια στον καπιταλιστικό µετασχηµατισµό. Πολλοί στη Λατινική Αµερική διέκριναν µια άµεση σχέση ανάµεσα στα οικονοµικά σοκ που οδήγησαν  στην ανέχεια εκατοµµύρια ανθρώπους και στην επιδηµία των βασανιστηρίων  µε τα οποία τιµωρούνταν εκατοντάδες χιλιάδες άτοµα τα οποία πίστευαν σε  µια διαφορετική κοινωνία. Όπως έχει γράψει ο Ουρουγουανός συγγραφέας  Εδουάρδο Γκαλεάνο: «Υπάρχει άλλος τρόπος να διατηρηθεί µια τέτοια ανισότητα εκτός από τις συσπάσεις των ηλεκτροσόκ;».
Ακριβώς τριάντα χρόνια µετά την πρόκληση αυτών των τριών διακριτών  µορφών σοκ στη Χιλή, η συνταγή εφαρµόστηκε πάλι, µε πολύ µεγαλύτερη βιαιότητα, στο Ιράκ. Στην αρχή ήρθε ο πόλεµος, ο οποίος, σύµφωνα µε τους δηµιουργούς του στρατιωτικού δόγµατος «Σοκ και Δέος», αποσκοπούσε στο «να  ελέγξει τη βούληση, την αντίληψη και την κατανόηση του αντιπάλου και, κυριολεκτικά, να τον καταστήσει ανίκανο να δράσει ή να αντιδράσει». Επακολούθησε µια ριζοσπαστική οικονοµική θεραπεία-σοκ, η οποία επιβλήθηκε από  τον εκπρόσωπο των ΗΠΑ Λιούις Πολ Μπρέµερ ενόσω η χώρα ήταν ακόµα παραδοµένη στις φλόγες: µαζικές ιδιωτικοποιήσεις, καθολική επιβολή του ελεύθερου εµπορίου, ενιαίος φορολογικός συντελεστής 15%, δραµατική µείωση  του ρόλου του κράτους.
Ο µεταβατικός υπουργός Εµπορίου του Ιράκ Αλί Αµπντούλ Αµίρ Αλάουι είχε πει ότι οι συµπατριώτες του «έχουν αηδιάσει και κουραστεί να είναι πειραµατόζωα. Το σύστηµα έχει ήδη δεχτεί πολλά σοκ, άρα δε χρειαζόµαστε αυτή  τη θεραπεία σοκ στην οικονοµία». Όταν όµως οι Ιρακινοί αντιστέκονταν,  συλλαµβάνονταν και οδηγούνταν σε φυλακές όπου το σώµα και το µυαλό τους  υποβάλλονταν σε επιπλέον σοκ  αυτή τη φορά όχι µε τη µεταφορική έννοια  της λέξης.
Άρχισα να ερευνώ την εξάρτηση των ελεύθερων αγορών από τη δύναµη του  σοκ τέσσερα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια των πρώτων ηµερών της κατοχής  του Ιράκ. Αφού εξιστόρησα σε εκτενή ρεπορτάζ από τη Βαγδάτη τις αποτυχηµένες απόπειρες της Ουάσινγκτον να εφαρµόσει µετά το «Σοκ και Δέος» τη θεραπεία-σοκ, ταξίδεψα στη Σρι Λάνκα εφτά µήνες µετά το ολέθριο τσουνάµι  του 2004 και υπήρξα αυτόπτης µάρτυρας µιας άλλης εκδοχής του ίδιου εγχειρήµατος: Σε αγαστή συνεργασία, ξένοι επενδυτές και διεθνείς δανειστές εκµεταλλεύτηκαν την ατµόσφαιρα του πανικού προκειµένου να παραδώσουν ολόκληρη την πανέµορφη ακτογραµµή σε επιχειρηµατίες που κατασκεύασαν γρήγορα µεγάλα θέρετρα, εµποδίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες ψαράδες να ξαναχτίσουν τα παραθαλάσσια χωριά τους. «Εξαιτίας ενός σκληρού παιχνιδιού της  µοίρας, η φύση έδωσε στη Σρι Λάνκα µια µοναδική ευκαιρία, κι έτσι από αυτή τη µεγάλη τραγωδία θα αναδυθεί ένας παγκόσµιας ακτινοβολίας τουριστικός προορισµός», είχε ανακοινώσει η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα.
Όταν ο τυφώνας Κατρίνα έπληξε τη Νέα Ορλεάνη και ένα ολόκληρο πλέγµα Ρεπουµπλικάνων πολιτικών, «δεξαµενών σκέψης» και ιδιωτικών εργοληπτικών εταιρειών  άρχισαν να µιλάνε για «λευκή σελίδα» και συναρπαστικές ευκαιρίες, είχε καταστεί πλέον ολοφάνερο ότι η προτιµώµενη µέθοδος προώθησης των επιχειρηµατικών σκοπών ήταν η εκµετάλλευση συλλογικών τραυµάτων προκειµένου  να επιβληθούν ριζικές κοινωνικές και οικονοµικές µεταβολές.
Οι περισσότεροι άνθρωποι που επιβιώνουν από µια βιβλική καταστροφή  θέλουν το ακριβώς αντίθετο µιας καινούριας αρχής: Επιθυµούν να διασώσουν  ό,τι µπορούν και να αρχίσουν να επιδιορθώνουν ό,τι δεν έχει καταστραφεί, επανεπιβεβαιώνοντας τη σχέση τους µε τον τόπο που τους έχει διαµορφώσει. «Οταν  αναπλάθω την πόλη, αισθάνοµαι ότι αναπλάθω τον εαυτό µου», δήλωσε η Κασάντρα Άντριους, κάτοικος της βαριά πληγείσας Κατώτερης Ένατης Περιφέρειας της Νέας Ορλεάνης, ενώ συµµετείχε στην αποµάκρυνση των χαλασµάτων µετά τον τυφώνα.  Όµως ο καπιταλισµός της καταστροφής δεν έχει κανένα συµφέρον να επιδιορθωθεί ό,τι υπήρχε.
Στο Ιράκ, στη Σρι Λάνκα και στη  Νέα Ορλεάνη η διαδικασία που παραπλανητικά ονοµάζεται «ανοικοδόµηση»  άρχισε µε την ολοκλήρωση της αρχικής καταστροφής, µε την εξάλειψη οτιδήποτε είχε αποµείνει από τη δηµόσια σφαίρα και τις εκεί ριζωµένες κοινότητες  και µε τη γρήγορη αντικατάστασή τους µε ένα είδος εταιρικής Νέας Ιερουσαλήµ  κι όλα αυτά προτού τα θύµατα ενός πολέµου ή µιας φυσικής καταστροφής προλάβουν να ανασυγκροτηθούν και να διεκδικήσουν ό,τι ήταν δικό τους.
Ο Μάικ Μπατλς το έχει θέσει πολύ ξεκάθαρα: «Για εµάς, ο φόβος και η αταξία ήταν µια πραγµατική επαγγελία». Ο τριαντατετράχρονος πρώην πράκτορας της CIA εξηγούσε πώς το χάος στο µεταπολεµικό Ιράκ βοήθησε την  άγνωστη και χωρίς ιδιαίτερη εµπειρία προσωπική του εταιρεία ιδιωτικής  ασφάλειας Custer Battles να υπογράψει µε την οµοσπονδιακή κυβέρνηση συµβόλαια ύψους l00 εκατοµµυρίων δολαρίων. Τα λόγια του θα µπορούσαν να  είναι το σλόγκαν του σύγχρονου καπιταλισµού: Ο φόβος και η καταστροφή είναι οι καταλύτες για κάθε νέο άλµα προς τα εµπρός.
Όταν άρχισα αυτή την έρευνα για το πώς συνδέονται τα υπερκέρδη µε τις  τεράστιες καταστροφές, πίστευα ότι ήµουν αυτόπτης µάρτυρας µιας θεµελιώδους αλλαγής στον τρόπο µε τον οποίο προωθείται σε όλο τον κόσµο η συστηµατική εκστρατεία «απελευθέρωσης» των αγορών. Όντας µέλος του κινήµατος εναντίον της διόγκωσης της δύναµης των εταιρειών, που εγκαινιάστηκε το  1999 στο Σιάτλ ως ένα φαινόµενο παγκόσµιων διαστάσεων, είχα συνηθίσει να  βλέπω φιλικές προς τις επιχειρήσεις πολιτικές να επιβάλλονται είτε µέσω ασφυκτικών πιέσεων στις συνόδους κορυφής του Παγκόσµιου Οργανισµού Εµπορίου είτε ως προϋποθέσεις για τη χορήγηση δανείων από το Διεθνές Νοµισµατικό Ταµείο (ΔΝΤ). Οι τρεις τυπικές απαιτήσεις (ιδιωτικοποιήσεις, κρατική  απορρύθµιση και σηµαντικές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες) δεν ήταν  καθόλου δηµοφιλείς στους πολίτες, όµως, όταν υπογράφονταν οι συµφωνίες,  διατηρούνταν τουλάχιστον το πρόσχηµα της αµοιβαίας συµφωνίας ανάµεσα  στις κυβερνήσεις που βρίσκονταν σε διαπραγµάτευση, αλλά και της συναίνεσης από τους υποτιθέµενους ειδικούς.
Πλέον το ίδιο ιδεολογικό πρόγραµµα  επιβαλλόταν µε τα πιο σκληρά µέσα καταναγκασµού που θα µπορούσαν να  υπάρξουν: υπό καθεστώς ξένης στρατιωτικής κατοχής ύστερα από µια εισβολή ή έπειτα από µια κατακλυσµιαία φυσική καταστροφή. Φαίνεται ότι η 1lη  Σεπτεµβρίου έδωσε στην Ουάσινγκτον το πράσινο φως ώστε να σταµατήσει να  ρωτάει τις χώρες αν επιθυµούν την αµερικανική εκδοχή «του ελεύθερου εµπορίου και της δηµοκρατίας» και να αρχίσει να την επιβάλλει µε τη στρατιωτική  ισχύ και την τακτική του «Σοκ και Δέους».
Ωστόσο, όταν ερεύνησα πιο διεξοδικά πώς αυτό το µοντέλο της αγοράς  είχε σαρώσει ολόκληρο τον πλανήτη, ανακάλυψα ότι η ιδέα της εκµετάλλευσης κρίσεων και καταστροφών ήταν το modus operandi του ιδεολογικού  κινήµατος του Μίλτον Φρίντµαν ήδη από τις απαρχές του  αυτή η φονταµενταλιστική µορφή του καπιταλισµού χρειαζόταν πάντα καταστροφές για  να προελάσει. Σίγουρα, αυτές οι τόσο εξυπηρετικές καταστροφές έτειναν  µε τον καιρό να γίνονται µεγαλύτερες και περισσότερο συγκλονιστικές από ό,τι παλιότερα, ωστόσο τα όσα συνέβαιναν στο Ιράκ και στη Νέα Ορλεάνη  δεν ήταν πρωτοφανή, δεν αποτελούσαν µια επινόηση της µετά την 1lη Σεπτεµβρίου εποχής. Αντίθετα, αυτά τα τολµηρά πειράµατα εκµετάλλευσης  των κρίσεων υπήρξαν το αποκορύφωµα τριών δεκαετιών αυστηρής προσήλωσης στο δόγµα του σοκ.
Εξεταζόµενα υπό το πρίσµα αυτού του δόγµατος, τα τριάντα πέντε τελευταία χρόνια φαντάζουν πολύ διαφορετικά. Μερικές από τις πιο κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωµάτων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τις οποίες τείναµε να θεωρούµε σαδιστικές ενέργειες αντιδηµοκρατικών  καθεστώτων, στην πραγµατικότητα είτε διαπράχθηκαν µε την πρόθεση να τροµοκρατηθεί ο πληθυσµός είτε χρησιµοποιήθηκαν προκειµένου να προλειανθεί το έδαφος για την εισαγωγή ριζικών «µεταρρυθµίσεων» υπέρ της ελεύθερης αγοράς.
Στη δεκαετία του 1970 η ενέργεια της χούντας της Αργεντινής να  «εξαφανίσει» 30.000 ανθρώπους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν αριστεροί ακτιβιστές, αποτελούσε αναπόσπαστο τµήµα της επιβολής των πολιτικών της Σχολής του Σικάγου της χώρας, ακριβώς µε τον ίδιο τρόπο που η τροµοκρατία υπήρξε αρωγός της ίδιας οικονοµικής µεταµόρφωσης στη Χιλή.
Στην  Κίνα το σοκ της σφαγής στην πλατεία Τιενανµέν το 1989 και οι επακόλουθες  συλλήψεις δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων έλυσαν τα χέρια του Κοµουνιστικού  Κόµµατος προκειµένου να µετατρέψει ένα µεγάλο µέρος της χώρας σε µια διαρκώς διευρυνόµενη ζώνη εξαγωγών, η οποία επανδρώθηκε µε εργάτες υπερβολικά τροµοκρατηµένους για να διεκδικήσουν τα δικαιώµατά τους.
Στη Ρωσία  η απόφαση του Μπορίς Γέλτσιν το 1993 να στείλει τανκς να βοµβαρδίσουν το  κτίριο του Κοινοβουλίου και να φυλακίσει τους ηγέτες της αντιπολίτευσης άνοιξε το δρόµο για τις ιδιωτικοποιήσειςεκποιήσεις που δηµιούργησαν τους διαβόητους ολιγάρχες της χώρας.
Ο πόλεµος των Φόκλαντ το 1982 εξυπηρέτησε έναν παρόµοιο σκοπό στη  Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ: Εξαιτίας της αναστάτωσης και της εθνικιστικής έξαψης που προκάλεσε, η Θάτσερ απέκτησε τεράστια ισχύ και τη χρησιµοποίησε για να συνθλίψει τους απεργούς ανθρακωρύχους και να εγκαινιάσει τη φρενίτιδα των ιδιωτικοποιήσεων στις Δυτικές δηµοκρατίες. Η επίθεση  του ΝΑΤΟ εναντίον της Σερβίας το 1999 δηµιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για ταχύτατες ιδιωτικοποιήσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία  ένας στόχος  που χρονολογικά είχε τεθεί πριν από τον πόλεµο. Η οικονοµική πολιτική δεν  ήταν σε καµία περίπτωση ο µοναδικός κινητήριος µοχλός για αυτούς τους πολέµους, όµως είναι σαφές ότι σε όλες τις περιπτώσεις ένα µείζον συλλογικό σοκ χρησιµοποιήθηκε προκειµένου να προετοιµαστεί το έδαφος για µια οικονοµική θεραπείασοκ.
Τα τραυµατικά γεγονότα που εξυπηρετούν αυτή την «εξασθένιση των αντιστάσεων» της κοινωνίας δε βασίζονται πάντοτε στην απροκάλυπτη βία. Στη  Λατινική Αµερική και στην Αφρική κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980  ήταν η κρίση του χρέους που υποχρέωσε τις χώρες «να προβούν σε ιδιωτικοποιήσεις ή να πεθάνουν», όπως το έχει θέσει ένας πρώην αξιωµατούχος του  ΔΝΤ. Σε κατάσταση διάλυσης εξαιτίας του υπερπληθωρισµού και υπερβολικά χρεωµένες για να πουν όχι στις απαιτήσεις που συνόδευαν τα ξένα δάνεια,  οι κυβερνήσεις αποδέχτηκαν τις «θεραπείεςσοκ» µε την υπόσχεση ότι αυτές  θα τις έσωζαν από µεγαλύτερες καταστροφές. Στην Ασία η χρηματοοικονομική κρίση του 19971998 σχεδόν εξίσου καταστροφική µε τη Μεγάλη Ύφεση ταπείνωσε τις αποκαλούµενες «ασιατικές τίγρεις», οδηγώντας στο άνοιγµα των  αγορών τους σε αυτό που το περιοδικό New York Times περιέγραψε ως τη «µεγαλύτερη εκποίηση επιχειρήσεων που πραγµατοποιήθηκε ποτέ σε ολόκληρο  τον κόσµο». Πολλές από αυτές τις χώρες ήταν δηµοκρατίες, όµως οι ριζικές  µεταρρυθµίσεις υπέρ της ελεύθερης αγοράς δεν επιβλήθηκαν δηµοκρατικά.  Ακριβώς το αντίθετο: Όπως πίστευε ο Φρίντµαν, η διάχυτη ατµόσφαιρα µιας  µείζονος κλίµακας κρίσης πρόσφερε το αναγκαίο πρόσχηµα ώστε να µη ληφθούν υπόψη οι εκπεφρασµένες επιθυµίες των ψηφοφόρων και να παραδοθεί  η χώρα στον έλεγχο οικονοµικών «τεχνοκρατών».
Φυσικά, υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες η υιοθέτηση των πολιτικών της  ελεύθερης αγοράς έγινε δηµοκρατικά: Πολιτικοί κέρδισαν τις εκλογές µε σκληροπυρηνικά προεκλογικά προγράµµατα, µε πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα  την εκλογή του Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ και πιο πρόσφατο την εκλογή του  Νικολά Σαρκοζί. Ωστόσο σε αυτές τις περιπτώσεις οι σταυροφόροι της ελεύθερης αγοράς βρέθηκαν αντιµέτωποι µε λαϊκές πιέσεις και υποχρεώθηκαν να  αµβλύνουν και να τροποποιήσουν τα σχέδιά τους, προβαίνοντας σε σταδιακές  αλλαγές αντί για µια σαρωτική µεταβολή.
Εν κατακλείδι, παρότι είναι εφικτό  να επιβληθεί εν µέρει το οικονοµικό µοντέλο του Φρίντµαν σε µια δηµοκρατία, οι συνθήκες ενός απολυταρχικού καθεστώτος αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την απόλυτη εκπλήρωση του πραγµατικού οράµατός του.
Προκειµένου να εφαρµοστεί χωρίς περιορισµούς η οικονοµική θεραπεία σοκ (όπως  έγινε στη Χιλή τη δεκαετία του 1970, στην Κίνα στα τέλη της δεκαετίας του  1980, στη Ρωσία τη δεκαετία του 1990 και στις ΗΠΑ µετά την 11η Σεπτεµβρίου του 2001), απαιτείται πάντα ένα είδος µείζονος συλλογικού τραύµατος, το οποίο είτε αναστέλλει προσωρινά τις δημοκρατικές πρακτικές είτε τις καταργεί ολοκληρωτικά.
Η συγκεκριμένη ιδεολογική σταυροφορία ξεκίνησε από τα  καθεστώτα της Νότιας Αμερικής, ενώ στις μεγαλύτερες από τις πρόσφατα κατακτημένες επικράτειές της, στη Ρωσία και στην Κίνα, συνυπάρχει μέχρι σήμερα αρμονικά και επικερδώς με μια πολιτική ηγεσία που διαθέτει σιδερένια  πυγμή.
Η θεραπεία-σοκ επιστρέφει στην κοιτίδα της.
Το ιδεολογικό κίνημα του Φρίντμαν κατακτά εδάφη σε όλο τον κόσμο από τη  δεκαετία του 1970, όμως μέχρι πρόσφατα το όραμά του δεν είχε ποτέ υλοποιηθεί πλήρως στη χώρα προέλευσής του. Ασφαλώς, ο Ρέιγκαν έδωσε σημαντική ώθηση σε αυτό το ιδεολογικό κίνημα, όμως οι ΗΠΑ διατήρησαν ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, κοινωνικής ασφάλισης και δημόσιας παιδείας, καθώς, σύμφωνα με τα λόγια του Φρίντμαν, οι γονείς επέμεναν στην «ανορθολογική προσκόλλησή τους σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα».
Όταν οι Ρεπουμπλικάνοι απέκτησαν τον έλεγχο του Κογκρέσου το 1995, ο  Ντέιβιντ Φραμ, απόδημος Καναδός και μελλοντικός συγγραφέας των λόγων  του Τζορτζ Μπους, ήταν ανάμεσα στους αποκαλούμενους «νεοσυντηρητικούς  που έκαναν έκκληση να πραγματοποιηθεί στις ΗΠΑ μια οικονομική επανάσταση με τη μορφή της θεραπείας-σοκ. «Να τι πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε: Αντί για σταδιακές περικοπές λίγο από δω, λίγο από κει, καλύτερα μέσα  σε μία μέρα να καταργήσουμε τριακόσια προγράμματα, καθένα από τα οποία  κοστίζει ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Ίσως αυτές οι περικοπές να μην κάνουν  τη διαφορά, όμως σίγουρα θα δώσουν το μήνυμα. Και μπορούμε να τις κάνουμε αμέσως»
Η θεραπεία-σοκ που επιζητούσε ο Φρίνταμ δεν εφαρμόστηκε τότε, κυρίως  επειδή δεν υπήρχε κάποια εσωτερική κρίση για να προετοιμάσει το έδαφος.  Όμως το 2001 τα πράγματα άλλαξαν. Όταν έγιναν οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Λευκός Οίκος έβριθε από μαθητές του Φρίντμαν, συμπεριλαμβανομένου του στενού του φίλου Ντόναλντ Ράμσφελντ. Η ομάδα του Μπους  εκμεταλλεύτηκε στυγνά και ακαριαία αυτή την περίσταση συλλογικού ιλίγγου  όχι, όπως ισχυρίστηκαν μερικοί, επειδή η κρίση ήταν αποτέλεσμα συνωμοσίας της κυβέρνησης, αλλά επειδή τα κεντρικά πρόσωπα της διοίκησης, βετεράνοι προγενέστερων πειραμάτων του καπιταλισμού της καταστροφής στη Λατινική Αµερική και στην Ανατολική Ευρώπη, ανήκαν σε ένα ιδεολογικό κίνηµα που εύχεται να ξεσπούν κρίσεις µε τον ίδιο τρόπο που οι αγρότες των οποίων τα κτήµατα µαστίζονται από την ξηρασία εύχονται να βρέξει, µε την ίδια  θέρµη που οι χριστιανοίσιωνιστές οι οποίοι πιστεύουν στη συντέλεια του κόσµου προσεύχονται για την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύµατος.
Για τρεις δεκαετίες ο Φρίντµαν και οι οπαδοί του είχαν µεθοδικά εκµεταλλευτεί συγκλονιστικά γεγονότα ανάλογα της 11ης Σεπτεµβρίου σε άλλες χώρες,  αρχής γενοµένης από το πραξικόπηµα του Πινοτσέτ στις 11 Σεπτεµβρίου του  1973. Αυτό που συνέβη την 1lη Σεπτεµβρίου του 2001 ήταν ότι µια ιδεολογία  που επωάστηκε σε αµερικανικά πανεπιστήµια και ισχυροποιήθηκε σε ιδρύµατα της Ουάσινγκτον είχε επιτέλους την ευκαιρία να επιστρέψει στην κοιτίδα  της.
Η κυβέρνηση Μπους εκµεταλλεύτηκε αµέσως το φόβο που προκάλεσαν οι  επιθέσεις όχι µόνο για να κηρύξει τον «πόλεµο κατά της τροµοκρατίας» αλλά  και για να διασφαλίσει ότι αυτός θα αποτελούσε ένα απόλυτα κερδοφόρο εγχείρηµα, µια ακµάζουσα νέα βιοµηχανία που θα έδινε το φιλί της ζωής στην  παραπαίουσα οικονοµία των ΗΠΑ. Το φαινόµενο γίνεται καλύτερα κατανοητό αν το ονοµάσουµε «σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής», ενώ  τα πλοκάµια του φτάνουν πολύ µακρύτερα από το στρατιωτικοβιοµηχανικό  σύµπλεγµα για το οποίο προειδοποιούσε ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ στα τέλη της  προεδρικής του θητείας: Πρόκειται, στην ουσία, για έναν παγκόσµιο πόλεµο  που διεξάγεται σε όλα τα επίπεδα από ιδιωτικές εταιρείες οι οποίες αµείβονται για την ανάµειξή τους µε δηµόσιο χρήµα και είναι εξουσιοδοτηµένες να  προστατεύουν εις το διηνεκές το έδαφος των Ηνωµένων Πολιτειών, αλλά και  να εξολοθρεύουν το «κακό» στο εξωτερικό. Μέσα σε λίγα µόνο χρόνια το σύµπλεγµα αυτό έχει ήδη επεκτείνει τις δραστηριότητές του από την καταπολέµηση της τροµοκρατίας στη συµµετοχή σε διεθνείς ειρηνευτικές αποστολές,  την αστυνόµευση δήµων και την άµεση ανταπόκριση στις ολοένα και πιο συχνές φυσικές καταστροφές. Ο τελικός στόχος των εταιρειών που βρίσκονται  στον πυρήνα του συµπλέγµατος είναι να µετατρέψουν το µοντέλο της προσανατολισµένης στο κέρδος διακυβέρνησης, το οποίο προωθείται ταχύτατα σε  συνθήκες έκτακτης ανάγκης, στο συνήθη και καθηµερινό τρόπο λειτουργίας  του κράτους  σε τελική ανάλυση, µιλάµε για ιδιωτικοποίηση της κυβέρνησης.
Για να δώσει την αρχική ώθηση στο σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής, η κυβέρνηση Μπους ανέθεσε, χωρίς δηµόσιο διάλογο, σε εξωτερικούς προµηθευτές πολλές από τις πλέον ευαίσθητες και βασικές λειτουργίες της κυβέρνησης: από την παροχή ιατροφαρµακευτικής περίθαλψης στους  στρατιώτες και την ανάκριση αιχµαλώτων µέχρι τη συλλογή πληροφοριών και  την επεξεργασία «δεδοµένων» για όλους µας. Ο ρόλος που διαδραµατίζει η κυβέρνηση σε αυτό τον ατελεύτητο πόλεµο δεν είναι ο ρόλος ενός διαχειριστή  που διευθύνει ένα δίκτυο εργοληπτικών ιδιωτικών εταιρειών, αλλά ο ρόλος ενός  ριψοκίνδυνου καπιταλιστή που βάζει βαθιά το χέρι στην τσέπη του τόσο για  να προσφέρει τα αρχικά κεφάλαια για τη δηµιουργία του συµπλέγµατος όσο  και για να γίνει ο µεγαλύτερος πελάτης για τις υπηρεσίες που παρέχει το σύµπλεγµα αυτό.
Για να παραθέσω τρία µόνο στατιστικά στοιχεία που δείχνουν  το εύρος αυτού του µετασχηµατισµού: Πρώτον, το 2003 η κυβέρνηση των ΗΠΑ  υπέγραψε 3.512 συµβόλαια µε εταιρείες για την προσφορά υπηρεσιών ασφάλειας, ενώ µέχρι τον Αύγουστο του 2006, µόλις είκοσι δύο µήνες µετά, το  Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας είχε υπογράψει περισσότερα από 115.000 ανάλογα συµβόλαια. Δεύτερον, το συνολικό µέγεθος της «βιοµηχανίας εθνικής  ασφάλειας», που ήταν οικονοµικά ασήµαντη πριν από το 2001, ανέρχεται πλέον σε 200 δισεκατοµµύρια δολάρια. Τρίτον, το 2006 οι δαπάνες της κυβέρνησης των ΗΠΑ για την εθνική ασφάλεια ανέρχονταν σε 545 δολάρια ανά νοικοκυριό. Και αυτά τα κονδύλια διατέθηκαν µόνο για το εσωτερικό µέτωπο του πολέµου κατά της τροµοκρατίας …
Το πραγµατικό χρήµα βρίσκεται στη διεξαγωγή πολέµων στο εξωτερικό. Εκτός από τους κατασκευαστές οπλικών συστηµάτων, που είδαν τα κέρδη τους να εκτοξεύονται στα ύψη εξαιτίας του πολέµου  στο Ιράκ, η διατήρηση της στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ είναι πλέον ένας από  τους ταχύτερα αναπτυσσόµενους τοµείς της οικονοµίας σε παγκόσµια κλίµακα. «Δύο χώρες που διαθέτουν McDonald’s δε θα πολεµήσουν ποτέ η µια την  άλλη», είχε δηλώσει τολµηρά ο αρθρογράφος των New York Times Τόµας Φρίντµαν τον Δεκέµβριο του 1996. Όχι µόνο διαψεύστηκε δύο χρόνια µετά, αλλά και, χάρη στο µοντέλο του κερδοσκοπικού πολέµου, ο στρατός των ΗΠΑ  πηγαίνει πλέον στον πόλεµο συνοδεία των Burger King και Pizza Hut, καθώς  έχουν υπογραφεί συµβόλαια που επιτρέπουν σε αυτές τις δύο εταιρείες να  διατηρούν υποκαταστήµατα µε καθεστώς δικαιόχρησης (franchise) σε στρατιωτικές βάσεις από το Ιράκ µέχρι τη «µικρή πόλη» στον κόλπο του Γκουαντάναµο.
Ένας άλλος τοµέας στον οποίο δραστηριοποιείται το σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής είναι η ανθρωπιστική βοήθεια και η ανοικοδόµηση. Με πρώτο πεδίο εφαρµογής το Ιράκ, η κερδοσκοπική ανθρωπιστική βοήθεια και ανοικοδόµηση έχει ήδη γίνει το νέο παγκόσµιο παράδειγµα, ασχέτως  του αν η καταστροφή οφείλεται σε έναν προειδοποιητικό πόλεµο (όπως στην  περίπτωση της εισβολής του Ισραήλ στον Λίβανο το 2006) ή σε έναν τυφώνα.  Με την εξάντληση των φυσικών πόρων και τις κλιµατικές αλλαγές να προκαλούν µια σταθερά εντεινόµενη επέλαση νέων καταστροφών, η ανταπόκριση σε  καταστάσεις έκτακτης ανάγκης είναι, απλώς, µια υπερβολικά καυτή αναδυόµενη αγορά για να παραχωρηθεί σε µη κερδοσκοπικές οργανώσεις.
§                     Για ποιο  λόγο να ανοικοδοµεί σχολεία η UNICEF, όταν µπορεί να το κάνει η Bechtel,  µια από τις µεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρείες στις ΗΠΑ;
§                     Για ποιο λόγο  να στεγαστούν οι πληµµυροπαθείς της Πολιτείας του Μισισιπή σε επιδοτούµενα άδεια διαµερίσµατα, ενώ µπορούν να µείνουν στα κρουαζιερόπλοια της  Carniνal;
§                     Για ποιο λόγο να αναπτυχθούν οι ειρηνευτικές δυνάµεις του ΟΗΕ στο  Νταρφούρ, όταν ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας, όπως η Blackwater, ψάχνουν  για νέους πελάτες;
Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά µετά την 11η Σεπτεµβρίου:  Παλιότερα οι πόλεµοι και οι καταστροφές πρόσφεραν ευκαιρίες σε περιορισµένους τοµείς της οικονοµίας  για παράδειγµα, στους κατασκευαστές πολεµικών αεριωθούµενων ή στις εταιρείες που ανοικοδοµούσαν βοµβαρδισµένες  γέφυρες. Ωστόσο ο πρωταρχικός οικονοµικός ρόλος του πολέµου περιοριζόταν στο άνοιγµα νέων αγορών οι οποίες µέχρι τότε ήταν κλειστές και στην πρόκληση µεταπολεµικής οικονοµικής άνθησης. Πλέον η ανταπόκριση σε πολέµου ς και καταστροφές έχει ιδιωτικοποιηθεί σε τόσο µεγάλο βαθµό, ώστε να  αποτελεί η ίδια µια νέα αγορά: Δεν υπάρχει πια λόγος να τελειώσει ο πόλεµος  για να σηµειωθεί οικονοµική άνθηση  το µέσο έχει γίνει ο σκοπός.
Ένα ιδιαίτερο πλεονέκτηµα αυτής της µεταµοντέρνας προσέγγισης είναι  ότι, µε όρους αγοράς, δεν µπορεί να αποτύχει. Όπως σχολίασε χαρακτηριστικά κάποιος αναλυτής των αγορών αναφερόµενος σε ένα εξαιρετικά κερδοφόρο τρίµηνο της εταιρείας Halliburton, που δραστηριοποιείται στον τοµέα της  ενέργειας, «τα πράγµατα στο Ιράκ πήγαν καλύτερα από ο,τι αναµενόταν». Αυτό συνέβη τον Οκτώβριο του 2006, το µήνα του πολέµου κατά τον οποίο παρουσιάστηκε η µεγαλύτερη κλιµάκωση βίας µέχρι τότε, µε τις απώλειες Ιρακινών πολιτών να ανέρχονται σε 3.709. Παρ’ όλα αυτά, ελάχιστοι ήταν οι µέτοχοι που δεν εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός ότι ο πόλεµος είχε αποφέρει  έσοδα 20 δισεκατοµµυρίων δολαρίων σε αυτή την εταιρεία.
Από το όλο εκρηκτικό µείγµα των εµπόρων όπλων, των ιδιωτικών στρατών,  της κερδοσκοπικής ανοικοδόµησης και της βιοµηχανίας εθνικής ασφάλειας  αυτό που αναδύεται ως συνέπεια του ιδιαίτερου τρόπου µε τον οποίο η κυβέρνηση Μπους εφάρµοσε τη θεραπείασοκ µετά την 11η Σεπτεµβρίου είναι µια  πλήρως διαρθρωµένη Νέα Οικονοµία. Οικοδοµήθηκε κατά την περίοδο  Μπους, αλλά υφίσταται πλέον ανεξάρτητα από οποιαδήποτε κυβέρνηση και  θα παραµείνει στα χαρακώµατα µέχρι να προσδιοριστεί, να αποµονωθεί και  να αµφισβητηθεί η ιδεολογία της κυριαρχίας των εταιρειών, που αποτελεί το  θεµέλιο λίθο της. Του συµπλέγµατος αυτού ηγούνται εταιρείες των ΗΠΑ, αλλά είναι παγκόσµιο, µε βρετανικές εταιρείες να συνεισφέρουν την εµπειρία  τους στις πανταχού παρούσες κάµερες ασφαλείας, µε ισραηλινές εταιρείες να  προσφέρουν τις εξειδικευµένες γνώσεις τους στα ηλεκτροφόρα συρµατοπλέγµατα και στα τείχη, µε την καναδική βιοµηχανία ξυλείας να πουλάει προκατασκευασµένα σπίτια των οποίων το κόστος αγοράς είναι πολύ µεγαλύτερο από  αυτό των σπιτιών που κατασκευάζονται εγχώρια κτλ. «Μέχρι τώρα κανείς δεν  είχε δει την ανοικοδόµηση έπειτα από µια καταστροφή ως έναν επιµέρους τοµέα της στεγαστικής αγοράς», έχει δηλώσει ο Κεν Μπέικερ, διευθύνων σύµβουλος ενός καναδικού οµίλου ξυλείας. «Είναι µια στρατηγική που µας επιτρέπει να τη διαφοροποιήσουµε μακροπρόθεσμα».
Τηρουµένων των αναλογιών, το σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής µπορεί να συγκριθεί µε τις «αναδυόµενες αγορές και την τεχνολογία  της πληροφόρησης ως µοχλούς της οικονοµικής άνθησης τη δεκαετία του 1990.  Πράγµατι, καλά ενηµερωµένοι αναλυτές ισχυρίζονται ότι οι συµφωνίες είναι  ακόµα πιο κερδοφόρες και από την εποχή της έξαρσης του διαδικτύου και ότι  η «φούσκα της ασφάλειας» πήρε τη σκυτάλη όταν έσκασαν οι προγενέστερες  «φούσκες». Σε συνδυασµό µε τα διογκούµενα κέρδη της ασφαλιστικής βιοµηχανίας (που εκτιµάται ότι έφτασαν τον αριθµόρεκόρ των 60 δισεκατοµµυρίων δολαρίων το 2006 µόνο στις ΗΠΑ), αλλά και µε τα υπερκέρδη της πετρελαϊκής βιοµηχανίας (τα οποία αυξάνονται σε κάθε νέα κρίση), η οικονοµία της  καταστροφής ίσως να έσωσε την παγκόσµια αγορά από την ολοκληρωτική ύφεση µε το φάσµα της οποίας βρισκόταν αντιµέτωπη τις παραµονές της 11ης Σεπτεµβρίου.
Η απόπειρα εξιστόρησης της ιδεολογικής σταυροφορίας που κορυφώθηκε µε  τη ριζική ιδιωτικοποίηση των πολέµων και των καταστροφών προσκρούει σε  ένα πρόβληµα: Η ιδεολογία αυτή είναι ένας πραγµατικός χαµαιλέοντας, καθώς διαρκώς αλλάζει όνοµα και ταυτότητα. Ο Φρίντµαν αυτοπροσδιοριζόταν  ως «φιλελεύθερος», όµως οι οπαδοί του στις ΗΠΑ, που ταυτίζουν τους φιλελεύθερους µε την υψηλή φορολογία και τους χίπηδες, χρησιµοποιούν όρους όπως  «συντηρητικοί», «οπαδοί της κλασικής οικονοµίας», «υπέρµαχοι της ελεύθερης  αγοράς» και, πιο πρόσφατα, υπερασπιστές της οικονοµικής πολιτικής του Ρέιγκαν «(Reaganomics») και της ελευθερίας των συναλλαγών (lαissezfαire) για να  αυτοχαρακτηριστούν. Στις περισσότερες χώρες του κόσµου το «δόγµα της πίστης» τους είναι γνωστό ως «νεοφιλελευθερισµός», αλλά συχνά αυτό αναφέρεται απλώς ως «ελεύθερο εµπόριο» ή «παγκοσµιοποίηση». Μόνο µετά τα µέσα  της δεκαετίας του 1990, και χάρη σε δεξιές «δεξαµενές σκέψης» που διατηρούν µακροχρόνιες σχέσεις µε τον Φρίντµαν (όπως τα Heritage Foundation,  Cato Institute και American Enterprise Institute), αυτό το ιδεολογικό κίνηµα  άρχισε να χρησιµοποιεί τον όρο «νεοσυντηρητικός», ευαγγελιζόµενο µια κοσµοθεωρία που έθεσε την ισχύ της στρατιωτικής µηχανής των ΗΠΑ στην υπηρεσία της ατζέντας των εταιρειών.
Όλες αυτές οι «µετενσαρκώσεις» έχουν ως κοινό γνώρισµα την πλήρη υιοθέτηση της αγίας τριάδας «εξάλειψη της δηµόσιας σφαίρας  απόλυτη ελευθερία για τις εταιρείες  ανύπαρκτες δηµόσιες δαπάνες», όµως καµία από τις  προηγούµενες ονοµασίες δε µοιάζει κατάλληλη για την περιγραφή αυτής της  ιδεολογίας. Ο Φρίντµαν διαµόρφωσε το ιδεολογικό κίνηµά του ως µια προσπάθεια να απελευθερωθεί η αγορά από το κράτος, όµως αυτό που πραγµατικά συµβαίνει κάθε φορά που το όραµά του παίρνει σάρκα και οστά στην πιο  καθαρή µορφή του είναι εντελώς διαφορετικό.
Σε κάθε χώρα όπου εφαρµόστηκαν οι πολιτικές της Σχολής του Σικάγου τα τελευταία τριάντα χρόνια αυτό που προέκυψε ήταν µια κραταιή συµµαχία ανάµεσα σε µια δράκα πανίσχυρων εταιρειών και σε µια τάξη πλούσιων πολιτικών  µε τις διαχωριστικές  γραµµές ανάµεσα στις δύο οµάδες να είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτες και διαρκώς µετακινούµενες.
Στη Ρωσία τους δισεκατοµµυριούχους επιχειρηµατίες που  µετέχουν στη συµµαχία τους αποκαλούν «ολιγάρχες», στην Κίνα «ηγεµονίσκους», στη Χιλή «πιράνχας», ενώ στις ΗΠΑ οι Μπους και Τσέινι τους χαρακτήρισαν «σκαπανείς» κατά τη διάρκεια της προεκλογικής τους εκστρατείας.  Αντί να απελευθερώσουν την αγορά από το κράτος, αυτές οι πολιτικές και επιχειρηµατικές ελίτ απλώς συγχωνεύτηκαν µεταξύ τους, επιβάλλοντας ένα καθεστώς ευνοιοκρατίας για να διασφαλίσουν το δικαίωµα ιδιοποίησης πολύτιµων  πόρων που µέχρι τότε ανήκαν στο δηµόσιο τοµέα: από τις πετρελαιοπηγές της  Ρωσίας και τις κολεκτίβες της Κίνας µέχρι τα χωρίς µειοδοτικούς διαγωνισµούς  συµβόλαια ανοικοδόµησης στο Ιράκ.
Μαχητικές απεργίες στην Κορέα
Ο πιο σωστός όρος για αυτό το σύστηµα που εξαλείφει τα όρια ανάµεσα στο Μεγάλο Κράτος και στις Μεγάλες Επιχειρήσεις δεν είναι «φιλελεύθερο»,  «συντηρητικό” ή «καπιταλιστικό», αλλά «κορπορατικό». Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσµατα αυτού του συστήµατα; είναι η µεταβίβαση του δηµόσιου  πλούτου σε ιδιωτικά χέρια (που συχνά συνοδεύεται από την εκτόξευση του δηµόσιου χρέους), το διαρκώς διευρυνόµενο χάσµα ανάµεσα στους ζάπλουτους  και στους αναλώσιµους φτωχούς και ένας επιθετικός εθνικισµός, που δικαιολογεί απεριόρισrες δαπάνες για την ασφάλεια. Για όσους βρίσκονται µέσα  στη φυσαλίδα του τεράστιου πλούτου που δηµιουργεί αυτός ο διακανονισµός  δεν µπορεί να υπάρξει πιο επικερδής τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας.  Όµως, εξαιτίας των προφανών µειονεκτηµάτων για τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσµού που βρίσκεται έξω από αυτή τη φυσαλίδα, στα υπόλοιπα χαρακτηριοτικά γνωρίσµατα του κορπορατικού κράτους συγκαταλέγονται  η επιθετική παρακολούθηση (µε τις κυβερνήσεις και τις µεγάλες εταιρείες να  αλληλοβοηθιούνται µέσω της υπογραφής συµβάσεων), οι µαζικές φυλακίσεις,  η συρρίκνωση των ατοµικών ελευθεριών και συχνά αλλά όχι πάντα τα βασανιστήρια.
Τα Βασανιστήρια ως µεταφορά
Από τη Χιλή µέχρι την Κίνα και το Ιράκ, τα βασανιστήρια υπήρξαν ο σιωπηλός εταίρος στη σταυροφορία για µια παγκόσµια ελεύθερη αγορά. Όµως τα  βασανιστήρια είναι κάτι περισσότερο από ένα εργαλείο που χρησιµοποιείται  για να επιβληθούν ανεπιθύµητες πολιτικές σε εξεγερµένους ανθρώπους είναι  επίσης µια µεταφορά για την υποκείµενη λογική του δόγµατος του σοκ.
Τα βασανιστήρια, ή «πιεστική ανάκριση» στη γλώσσα της CIA, είναι µια  σειρά από τεχνικές που έχουν σχεδιαστεί για να προκαλούν στoυς κρατούµενους µια κατάσταση έντονου αποπροσανατολισµού και σοκ, µε σκοπό να υποχρεωθούν να προβούν σε οµολογίες παρά τη θέλησή τους. Η κατευθυντήρια  λογική που διέπει τα βασανιστήρια έχει αναπτυχθεί διεξοδικά σε δύο εγχειρίδια της CIA τα οποία αποχαρακτηρίστηκαν ως προς το απόρρητο στα τέλη της  δεκαετίας του 1990. Σε αυτά εξηγείται ότι ο τρόπος για να σπάσουν «ανθεκτικές πηγές πληροφοριών» είναι να προκληθεί µια βίαιη ρήξη ανάµεσα στους  κρατούµενους και στην ικανότητά τους να κατανοούν τον κόσµο που τους περιβάλλει. Στην αρχή οι αισθήσεις απoστερoύνται κάθε εξωτερικό ερέθισµα  (µε κουκούλες, ωτασπίδες, δεσµά, απόλυτη αποµόνωση), ενώ στη συνέχεια το σώµα βοµβαρδίζεται µε εξαιρετικά έντονα ερεθίσµατα (στροβοσκοπικά φώτα, εκκωφαντική µουσική, ξυλοδαρµούς, ηλεκτροσόκ).
Ο σκοπός αυτού του σταδίου της «εξασθένισης των αντιστάσεων. είναι η  πρόκληση ενός είδους καταιγίδας στον ανθρώπινο νου: Οι κρατούµενοι εξωθούνιαι σε ψυχολογική παλινδρόµηση και φοβούνται τόσο πολύ, ώστε δεν µπορούν πλέον να σκεφτούν ορθολογικά ή να προστατέψουν τον εαυτό τους. Όταν  βρεθούν σε αυτή την κατάσταση σοκ, οι περισσότεροι δίνουν στους ανακριτές  τους ό,τι τους ζητήσουν: πληροφορίες, οµολογίες, αποκήρυξη των προηγούµενων πεποιθήσεών τους.
Όπως εξηγείται συνοπτικά σε ένα από τα εγχειρίδια  της CIA: «Υπάρχει ένα µεσοδιάστηµα που ενδέχεται να είναι εξαιρετικά σύντοµο αναστολής της ζωτικότητας, ένα είδος ψυχολογικού σοκ ή παράλυσης.  Προκαλείται από µια τραυµατική ή υποσυνείδητα τραυµατική εµπειρία, η  οποία καταλύει τόσο τον κόσµο που είναι οικείος στον ύποπτο όσο και την εικόνα που έχει για τον εαυτό του µέσα σε αυτό τον κόσµο. Οι πεπειραµένοι ανακριτές αναγνωρίζουν αυτό το φαινόµενο όταν εµφανίζεται και γνωρίζουν ότι  αυτή είναι η στιγµή που η πηγή πληροφοριών είναι περισσότερο ανοιχτή σε  υποδείξεις, συνεπώς πολύ πιο πιθανό να συµµορφωθεί από ό,τι πριν βιώσει το  σοκ».
Το δόγµα του σοκ µιµείται επακριβώς αυτή τη διαδικασία και προσπαθεί  να επιτύχει σε µαζική κλίµακα ό,τι επιτυγχάνουν τα βασανιστήρια κατά τη  διάρκεια της ανάκρισης ενός ατόµου.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα ήταν  το σοκ της 11ης Σεπτεµβρίου, όταν για εκατοµµύρια ανθρώπους διερράγη «ο  κόσµος που τους ήταν οικείος» και ξεκίνησε µια περίοδος αποπροσανατολισµού και ψυχολογικής παλινδρόµησης, την οποία η κυβέρνηση Μπους εκµεταλλεύτηκε µε µεγάλη επιδεξιότητα. Ξαφνικά βρεθήκαµε να ζούµε σε ένα είδος «Έτους Μηδέν», οπότε οτιδήποτε γνωρίζαµε για τον κόσµο µέχρι τότε  έπρεπε να απορριφθεί ως «τρόπος σκέψης προ της 11ης Σεπτεµβρίου». Καθώς η γνώση της ιστορίας δεν ήταν ποτέ το δυνατό σηµείο µας, οι Βορειοαµερικανοί µετατραπήκαµε σε «άγραφο χαρτί», µια «λευκή σελίδα» στην οποία  µπορούσαν «να γραφτούν οι πιο καινούριες και όµορφες λέξεις», όπως συνήθιζε να λέει ο Μάο για το λαό του. Μια νέα στρατιά ειδικών άρχισαν αµέσως  να γράφουν καινούριες και όµορφες λέξεις στο δεκτικό καµβά του µετατραυµατικού συνειδητού µας: «σύγκρουση πολιτισµών», «άξονας του κακού», «ισλαµοφασισµός, «εθνική ασφάλεια». Καθώς όλοι είχαν στραµµένη την προσοχή τους στους θανάσιµους νέους πολιτισµικούς πολέµους, η κυβέρνηση Μπους  κατάφερε να πραγµατοποιήσει όσα µπορούσε µόνο να οραµατίζεται πριν από την 11η Σεπτεµβρίου: τη διεξαγωγή ιδιωτικοποιηµένων πολέµων στο εξωτερικό και την οικοδόµηση ενός εταιρικού συµπλέγµατος ασφάλειας στις ΗΠΑ.
Το δόγµα του σοκ λειτουργεί ως εξής: Η αρχική καταστροφή (ένα πραξικόπηµα, µια τροµοκρατική επίθεση, µια κατάρρευση των αγορών, ένας πόλεµος, ένα τσουνάµι, ένα τυφώνας) εξωθεί ολόκληρο τον πληθυσµό σε µια κατάσταση συλλογικού κλονισµού. Οι βόµβες που πέφτουν από τον ουρανό, τα τροµοκρατικά χτυπήµατα, οι θυελλώδεις άνεµοι χρησιµεύουν για να εξασθενήσουν οι αντιστάσεις ολόκληρων κοινωνιών, όπως ακριβώς η εκκωφαντική µουσική και οι ξυλοδαρµοί εξασθενίζουν τις αντιστάσεις των κρατουµένων στα κελιά των βασανιστηρίων. Και όπως οι τροµοκρατηµένοι κρατούµενοι προδίδουν  τα ονόµατα των συντρόφων τους και αποκηρύσσουν τα πιστεύω τους, έτσι και  οι κοινωνίες που βρίσκονται σε κατάσταση σοκ παραιτούνται συχνά από όσα  θα υπερασπίζονταν σθεναρά υπό διαφορετικές συνθήκες.
Ο Τζαµάρ Πέρι και  οι υπόλοιποι πληγέντες στον καταυλισµό του Μπατόν Ρουζ αναµενόταν, θεωρητικά, να παραιτηθούν από τα προγράµµατα κοινωνικής στέγης και τη δηµόσια παιδεία. Μετά το τσουνάµι οι ψαράδες της Σρι Λάνκα αναµενόταν, θεωρητικά, να παραδώσουν την πολύτιµη παραθαλάσσια γη τους στους ξενοδόχους. Και οι Ιρακινοί, αν όλα είχαν εξελιχτεί σύµφωνα µε το σχέδιο, αναµενόταν, θεωρητικά, να είναι τόσο συγκλονισµένοι και τροµοκρατηµένοι, ώστε να  παραδώσουν τον έλεγχο των πετρελαϊκών κοιτασµάτων τους, τις κρατικές εταιρείες τους και την εθνική κυριαρχία τους στις ΗΠΑ και να αποδεχτούν την  ύπαρξη στρατιωτικών βάσεων και πράσινων ζωνών στη χώρα τους.
Το µεγάλο ψέµα
Στο χείµαρρο των εγκωµίων που γράφτηκαν όταν πέθανε ο Μίλτον Φρίντµαν  σπάνια αναφέρεται ο ρόλος των σοκ και των κρίσεων στην προώθηση της κοσµοθεωρίας του. Αντίθετα, ο θάνατός του αποτέλεσε µια ευκαιρία για να ξαναειπωθεί η επίσηµη ιστορία του πώς ο ακραίος καπιταλισµός που ταυτίστηκε µε το όνοµά του µετατράπηκε στην επίσηµη κρατική ορθοδοξία σε κάθε  σχεδόν γωνιά του πλανήτη. Πρόκειται όχι µόνο για µια παραµυθένια εκδοχή  της ιστορίας, από την οποία έχουν διαγραφεί η βία και ο καταναγκασµός που  ήταν στενά συνδεδεµένα µε τη σταυροφορία του, αλλά και για το πιο επιτυχηµένο προπαγανδιστικό εγχείρηµα των τελευταίων τριών δεκαετιών. Η επίσηµη αυτή ιστορία έχει, σε γενικές γραµµές, ως εξής:
Ο Φρίντµαν αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του σε έναν ειρηνικό πόλεµο ιδεών εναντίον όσων πιστεύουν ότι οι κυβερνήσεις έχουν την υποχρέωση να παρεµβαίνουν για να αµβλύνουν τις αιχµηρές γωνίες των αγορών. Πίστευε ότι η  ιστορία «παρεξέκλινε από το σωστό δρόµο» όταν οι πολιτικοί άρχισαν να ακούν  τον Τζον Μέιναρντ Κέινς, το διανοούµενο που υπήρξε ο αρχιτέκτονας του Νιου  Ντιλ και του σύγχρονου κράτους πρόνοιας.
Το κραχ του 1929 οδήγησε στην κοινά αποδεκτή άποψη ότι το lαissezfαire  είχε αποτύχει και ότι οι κυβερνήσεις έπρεπε να παρεµβαίνουν στην οικονοµία  για να αναδιανέµουν τον πλούτο και να επιβάλλουν περιορισµούς στις εταιρείες. Στη διάρκεια αυτών των ζοφερών για το lαissez-fαire ηµερών, όταν ο κοµουνισµός κατακτούσε την Ανατολή, το κράτος πρόνοιας υιοθετούνταν από τη  Δύση και ο οικονοµικός εθνικισµός ρίζωνε στο µεταποικιακό Νότο, ο Φρίντµαν  και ο µέντοράς του Φρίντριχ Χάγεκ προστάτευαν υποµονετικά τη φλόγα µιας  ανόθευτης εκδοχής του καπιταλισµού, η οποία δεν είχε κηλιδωθεί από τις κεϊνσιανικές προσπάθειες να χρησιµοποιείται ο συλλογικός πλούτος για να οικοδοµούνται πιο δίκαιες κοινωνίες.
«Κατά τη γνώµη µου, το µείζον λάθος [ ... ] είναι να πιστεύουµε πως είναι  εφικτό να κάνουµε το καλό µε τα χρήµατα των άλλων», έγραψε το 1975 ο Φρίντµαν σε µια επιστολή του στον Πινοτσετ. Ελάχιστοι άκουγαν τις υποδείξεις  του. Οι περισσότεροι άνθρωποι συνέχιζαν να επιµένουν ότι οι κυβερνήσεις  µπορούσαν και έπρεπε να κάνουν το καλό. Το 1969 το περιοδικό Time περιέγραφε απαξιωτικά τον Φρίντµαν ως «έναν καλικάντζαρο ή ένα παράσιτο», ενώ  ήταν ελάχιστοι όσοι τον τιµούσαν ως προφήτη.
Τη δεκαετία του 1980, και αφού ο Φρίντµαν είχε περάσει δεκαετίες σε µια  διανοητική έρηµο, ανέβηκαν στην εξουσία η Μάργκαρετ Θάτσερ (που είπε για  τον Φρίντµαν ότι ήταν «ένας πνευµατικός µαχητής της ελευθερίας») και ο Ρόναλντ Ρέιγκαν (που στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας είχε µαζί  του ένα αντίτυπο του Cαpitalism and Freedom, του ιδεολογικού µανιφέστου του  Φρiντµαν).” Επιτέλους, υπήρχαν πολιτικοί ηγέτες που είχαν το θάρρος να επιβάλουν τις χωρίς περιορισµούς ελεύθερες αγορές στον πραγµατικό κόσµο. Σύµφωνα µε την επίσηµη ιστορία, αφού ο Ρέιγκαν και η Θάτσερ απελευθέρωσαν  ειρηνικά και δηµοκρατικά τις αγορές των χωρών τους, η ελευθερία και η ευηµερία που επακολούθησαν ήταν τόσο έκδηλα επιθυµητές, ώστε, όταν άρχισαν  να ανατρέπονται η µια µετά την άλλη οι δικτατορίες από τη Μανίλα µέχρι το  Βερολίνο, οι µάζες να απαιτούν την εφαρµογή της οικονοµικής πολιτικής του  Ρέιγκαν προκειµένου να µπορούν να απολαύσουν τα Big Mac τους
Όταν τελικά κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, οι λαοί της «αυτοκρατορίας  του κακού» επίσης αδηµονούσαν να εφαρµοστεί η επανάσταση του Φρίντµαν,  όπως εξάλλου και οι κοµουνιστέςπουµεταλλάχτηκανσεκαπιταλιστές στην  Κίνα. Αυτό σήµαινε ότι δεν είχε αποµείνει κανένα εµπόδιο στο δρόµο προς  µια πραγµατικά παγκόσµια ελεύθερη αγορά, στο πλαίσιο της οποίας οι εταιρείες δε θα ήταν ελεύθερες µόνο στις χώρες τους, αλλά θα µπορούσαν να διασχίζουν τα σύνορα χωρίς περιορισµούς, φέρνοντας ευηµερία σε όλο τον κόσµο. Υπήρχε πλέον µια διπλή συναίνεση όσον αφορά το πώς έπρεπε να είναι  οργανωµένη η κοινωνία: Οι πολιτικοί ηγέτες έπρεπε να εκλέγονται και οι οικονοµίες έπρεπε να λειτουργούν σύµφωνα µε τους κανόνες του Φρίντµαν.  Επρόκειτο, όπως έχει γράψει ο Φράνσις Φουκουγιάµα, για «το τέλος της ιστορίαq”  «το καταληκτικό σηµείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρώπινου είδους»”.
Όταν πέθανε ο Φρίντµαν, το περιοδικό Fortune έγραψε ότι «το ρεύµα της ιστορίας ήταν µαζί του» σε ένα ψήφισµα του Κογκρέσου των ΗΠΑ  εγκωµιαζόταν ως «ένας από τους σηµαντικότερους υπέρµαχους της ελευθερίας όχι µόνο στην οικονοµία αλλά εν γένει» ο κυβερνήτης της Καλιφόρνια  Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ ανακήρυξε την 29η Ιανουαρίου 2007 «Ηµέρα Μίλτον Φρίντµαν», ενώ το ίδιο έκαναν πολλές πόλεις. Ένας πρωτοσέλιδος τίτλος  στη Wαll Street Journαl συγκεφαλαίωνε όλη αυτή τη µεθοδική αγιογραφία: «Ο  Άνθρωπος της Ελευθερίας».
Το βιβλίο αυτό αµφισβητεί τον πιο κεντρικό και λατρεµένο ισχυρισµό της επίσηµης ιστορίας: ότι ο θρίαµβος του απορρυθµισµένου καπιταλισµού σήµαινε  τη γέννηση της ελευθερίας, ότι οι χωρίς περιορισµούς αγορές συµβαδίζουν µε  τη δηµοκρατία. Εγώ θα αποδείξω ότι µαµή αυτής της φονταµενταλιστικής µορφής καπιταλισµού υπήρξαν πάντα οι πιο βίαιες µορφές καταναγκασµού, οι  οποίες επιβλήθηκαν τόσο στο συλλογικό πολιτικό σώµα όσο και σε αναρίθµητα σώµατα µεµονωµένων ατόµων. Η ιστορία της σύγχρονης ελεύθερης αγοράς  που γίνεται ίσως καλύτερα κατανοητή ως άνοδος του κορπορατισµού γράφτηκε µε σοκ.
Το διακύβευµα είναι µεγάλο. Η εταιρική συµµαχία βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν  προς την κατάκτηση και των τελευταίων εδαφών που εποφθαλµιά: των κλειστών πετρελαϊκών οικονοµιών του αραβικού κόσµου και των τοµέων εκείνων  των Δυτικών οικονοµιών που προστατεύονται εδώ και χρόνια από την κερδοσκοπία  συµπεριλαµβανοµένων της ανταπόκρισης σε καταστροφές και της συγκρότησης στρατών. Καθώς δεν µπορεί να βρεθεί κανένα πρόσχηµα προκειµένου να εξασφαλιστεί η κοινωνική συναίνεση για την ιδιωτικοποίηση αυτών των τόσο σηµαντικών τοµέων, είτε εντός είτε εκτός της χώρας, η κλιµάκωση της βίας και οι ολοένα µεγαλύτερες καταστροφές αποτελούν αναγκαίες  προϋποθέσεις για να επιτευχθεί ο στόχος. Ωστόσο, επειδή ο καθοριστικός ρόλος που διαδραµατίζουν τα σοκ και οι κρίσεις έχει επιµελώς παραλειφθεί από  το επίσηµο ιστορικό αρχείο της ανόδου των ελεύθερων αγορών, οι ακραίες τακτικές που εφαρµόστηκαν στο Ιράκ και στη Νέα Ορλεάνη αποδίδονται συχνά,  λανθασµένα, στην άνευ προηγουµένου ανικανότητα και στην ευνοιοκρατία που  επικρατούσε στο Λευκό Οίκο επί Προεδρίας Μπους. Στην πραγµατικότητα, τα  επιτεύγµατα του Μπους αντιπροσωπεύουν απλώς την τερατωδώς βίαιη και δηµιουργική αποκορύφωση µιας εκστρατείας πενήντα ετών για την ολοκληρωτική απελευθέρωση των εταιρειών.
Πρέπει να αντιµετωπίζουµε µε πολύ µεγάλη προσοχή κάθε προσπάθεια να  θεωρηθεί κάποια ιδεολογία υπεύθυνη για τα εγκλήµατα που διέπραξαν οι οπαδοί της. Είναι πολύ εύκολο να ισχυριζόµαστε ότι αυτοί µε τους οποίους διαφωνούµε όχι απλώς κάνουν λάθος, αλλά είναι τύραννοι, φασίστες, δολοφόνοι που  διαπράττουν γενοκτονίες. Ωστόσο αληθεύει εξίσου ότι µερικές ιδεολογίες συνιστούν κίνδυνο για την κοινωνία, και οφείλουµε να αναγνωρίζουµε ότι είναι  επικίνδυνες. Πρόκειται για κλειστά, φονταµενταλιστικά δόγµατα που δεν µπορούν να συνυπάρχουν µε άλλα συστήµατα πεποιθήσεων, καθώς οι οπαδοί τους  απορρίπτουν τη διαφορετικότητα και απαιτούν να έχουν τα χέρια τους ελεύθερα για να επιβάλουν το τέλειο σύστηµά τους. Ο κόσµος όπως είναι πρέπει  να ισοπεδωθεί, ώστε να ανοίξει ο δρόµος για το ανόθευτο επινόηµά τους. Καθώς έχει τις ρίζες της στις βιβλικές φαντασιώσεις των σαρωτικών κατακλυσµών  και των µεγάλων πυρκαγιών, πρόκειται για µια λογική που οδηγεί αναπόφευκτα στη βία. Οι ιδεολογίες που λαχταρούν µια «λευκή σελίδα», η οποία µπορεί να επιτευχθεί µόνο µέσω κάποιου είδους κατακλυσµού, είναι επικίνδυνες.
Συνήθως είναι τα ακραία θρησκευτικά και φυλετικά συστήµατα ιδεών που  απαιτούν να αφανιστούν ολόκληροι λαοί και πολιτισµοί προκειµένου να εκπληρωθεί ένα εξαγνισµένο όραµα για τον κόσµο. Ωστόσο µετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης υπάρχει µεγάλος συλλογικός προβληµατισµός σχετικά µε τα τεράστια εγκλήµατα που διαπράχθηκαν εν ονόµατι του κοµουνισµού. Τα σοβιετικά αρχεία άνοιξαν για τους ερευνητές προκειµένου να γίνει  καταµέτρηση των νεκρών  όσων πέθαναν εξαιτίας των καταναγκαστικών λιµών, όσων έχασαν τη ζωή τους στα στρατόπεδα εργασίας, όσων δολοφονήθηκαν. Η διαδικασία πυροδότησε µια έντονη διαµάχη σε όλο τον κόσµο για το  αν πολλές από αυτές τις φρικαλεότητες απέρρεαν από την ίδια την κοµουνιστική ιδεολογία ή αν οφείλονταν στη διαστρέβλωσή της από ανθρώπους όπως  ο Στάλιν, ο Τσαουσέσκου, ο Μάο και ο Πολ Ποτ.
«Ηταν ο κοµουνισµός µε σάρκα και οστά που επέβαλε την ολοκληρωτική  καταπίεση, η οποία κορυφώθηκε µε το βασίλειο του τρόµου που εγκαθίδρυσε  το κράτος, γράφει ο Στεφάν Κουρτουά, ένας από τους συγγραφείς του Black  Book οf Communism [Η Μαύρη Βίβλος του Κοµουνισµού, Βιβλιοπωλείο της Εστίας,  2001]. «Είναι η ιδεολογία άµοιρη ευθυνών;». Ασφαλώς και δεν είναι. Αυτό  όµως δε σηµαίνει ότι όλες οι µορφές του κοµουνισµού προάγουν εγγενώς τη  γενοκτονία, όπως περιχαρείς ισχυρίστηκαν µερικοί. Ωστόσο είναι βέβαιο ότι  ήταν µια ερµηνεία της κοµουνιστικής θεωρίας, δογµατική, αυταρχική και µε  απόλυτη περιφρόνηση προς την πολυφωνία, που οδήγησε στις σταλινικές εκκαθαρίσεις και στα στρατόπεδα αναµόρφωσης του Μάο. Ο αυταρχικός κοµουνισµός είναι και θα πρέπει να µείνει για πάντα στιγµατισµένος από αυτά τα  εργαστηριακά πειράµατα που έγιναν σε συνθήκες πραγµατικού κόσµου.
Ισχύει όµως το ίδιο και για τη σηµερινή σταυροφορία για την απελευθέρωση των παγκόσµιων αγορών; Τα πραξικοπήµατα, οι πόλεµοι και οι σφαγές  προκειµένου να επιβληθούν και να διατηρηθούν καθεστώτα µε ευνοϊκή προδιάθεση προς τον κορπορατισµό δεν αντιµετωπίστηκαν ποτέ ως εγκλήµατα  του καπιταλισµού, αλλά, αντίθετα, καταγράφτηκαν ως υπερβολές µανιακών  δικτατόρων, ως θερµά µέτωπα του Ψυχρού Πολέµου στο παρελθόν και του πολέµου της τροµοκρατίας σήµερα. Αν οι πιο ένθερµοι αντίπαλοι του κορπορατικού οικονοµικού µοντέλου εξολοθρεύονται συστηµατικά, είτε στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1970 είτε στο Ιράκ σήµερα, η καταστολή αυτή ερµηνεύεται ως η βρώµικη όψη του αγώνα εναντίον του κοµουνισµού ή της τροµοκρατίας  και σχεδόν ποτέ ως µια αναπόσπαστη πλευρά του αγώνα για την προώθηση του ανόθευτου καπιταλισµού.
Δεν υποστηρίζω ότι όλες οι µορφές του συστήµατος της αγοράς είναι εγγενώς βίαιες. Είναι εφικτό να υπάρχει µια οικονοµία βασισµένη στην αγορά η  οποία δεν προϋποθέτει µια τέτοια βιαιότητα και δεν απαιτεί µια τέτοια ιδεολογική καθαρότητα. Μια ελεύθερη αγορά καταναλωτικών προϊόντων µπορεί  να συνυπάρχει µε τη δωρεάν ιατροφαρµακευτική περίθαλψη, µε τη δηµόσια  παιδεία, µε τον έλεγχο ενός µεγάλου µέρους της οικονοµίας (όπως µιας εθνικής πετρελαϊκής βιοµηχανίας) από το κράτος. Είναι εξίσου εφικτό να υποχρεώνονται οι εταιρείες να πληρώνουν αξιοπρεπείς µισθούς και να σέβονται το δικαίωµα των εργαζοµένων να συνδικαλίζονται, αλλά και να µπορούν οι κυβερνήσεις να φορολογούν και να αναδιανέµουν τον πλούτο έτσι ώστε να µειώνονται οι µεγάλες ανισότητες που χαρακτηρίζουν το κορπορατικό κράτος. Δεν  είναι αναγκαίο οι αγορές να είναι φονταµενταλιστικές.
Μάρξ, Κέινς
Ο Κέινς είχε προτείνει αυτήν ακριβώς τη µεικτή, ρυθµισµένη οικονοµία µετα την  Μεγάλη Ύφεση. Επρόκειτο για µια επανάσταση στη δηµόσια πολιτική,  η οποία γέννησε το Νιου Ντιλ και παρόµοιες µεταρρυθµίσεις σε όλο τον κόσµο. Και ήταν ακριβώς αυτό το σύστηµα συµβιβασµών, ελέγχων και ισορροπιών που η αντεπανάσταση του Φρίντµαν άρχισε να διαλύει µεθοδικά από χώρα σε χώρα. Ιδωµένος από αυτή την οπτική γωνία, ο καπιταλισµός της Σχολής  του Σικάγου έχει όντως κάτι κοινό µε άλλες επικίνδυνες ιδεολογίες: το χαρακτηριστικό πόθο για µια ανέφικτη καθαρότητα, για µια «λευκή σελίδα» πάνω  στην οποία θα γραφτεί ένα αναδιαµορφωµένο κοινωνικό µοντέλο.
Αυτός ο πόθος απόκτησης θεϊκών δυνάµεων για µια εκ νέου απόλυτη δηµιουργία είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι ιδεολόγοι της ελεύθερης αγοράς έλκονται από τις κρίσεις και τις καταστροφές. Η µη Αποκαλυπτική πραγµατικότητα απλώς δεν προάγει τις φιλοδοξίες τους. Για τριάντα χρόνια η ζωογόνος πνοή της αντεπανάστασης του Φρίντµαν ήταν η έλξη προς ένα είδος  ελευθερίας και δυνατοτήτων που είναι διαθέσιµες µόνο σε περιόδους κατακλυσµιαίων αλλαγών, όταν βγαίνουν από τη µέση οι άνθρωποι µε τις πεισµατικές  συνήθειές τους και τα επίµονα αιτήµατά τους, µόνο σε στιγµές που η δηµοκρατία µοιάζει να είναι πρακτικά ανέφικτη.
Όσοι ασπάζονται το δόγµα του σοκ είναι πεπεισµένοι ότι µόνο µια µεγάλη ρήξη (µια πληµµύρα, ένας πόλεµος, µια τροµοκρατική επίθεση) µπορεί να  τους εξασφαλίσει το είδος του µεγάλου λευκού καµβά που ποθούν. Και είναι  ακριβώς αυτές τις καθοριστικές στιγµές, όταν ψυχολογικά είµαστε έρµαια και  σωµατικά ξεριζωµένοι, που αυτοί οι δεξιοτέχνες της χειραγώγησης της πραγµατικότητας απλώνουν τα χέρια τους και αρχίζουν να αναπλάθουν τον κόσµο.
(39)
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
ΔΥΟ ΔΟΚΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΣΟΚ
ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
«Θα σας στύψουµε µέχρι να αδειάσετε και µετά
θα σας ξαναγεµίσουµε µε τους εαυτούς µας».
Τζορτζ Όργουελ, 1984
`
` «Η Βιοµηχανική Επανάσταση ήταν απλώς η αρχή
µιας επανάστασης πιο ακραίας και ριζοσπαστικής από οποιαδήποτε
είχε φλογίσει ποτέ µέχρι τότε το νου των εκάστοτε αιρετικών,
όµως τα προβλήµατα µπορούσαν να επιλυθούν δεδοµένης
της απεριόριστης ποσότητας υλικών αγαθών».
Καρλ Πολάνιι, The Great Transformation
[Ο Μεγάλος Μετασχηµατισµός, Νησίδες, 2001]
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΩΝ
O ΓΟΥΕΝ ΚΑΜΕΡΟΝ, Η CIA ΚΑΙ Η ΜΑΝΙΩΔΗΣ ΕΠΙΔΙΩΞΗ ΝΑ ΑΠΟΔΟΜΗθΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΠΛΑΣΤΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠIΝΟΣ ΝΟΥΣ
`
«Ο νους τους µοιάζει µε άγραφο χαρτί   πάνω στο οποίο µπορούµε να γράψουµε».
Δρ. Σίριλ Τζ. Κ. Κένεντι και δρ. Ντέιβιντ Άνσελ
για τα πλεονεκτήµατα της θεραπείας µε ηλεκτροσόκ.`
«Πήγα στο σφαγείο για να παρατηρήσω την  αποκαλούµενη “ηλεκτρική σφαγή” και είδα ότι  έσφιγγαν τα µηνίγγια των γουρουνιών µε µεγάλες µεταλλικές λαβίδες που ήταν συνδεδεµένες µε ηλεκτρικό ρεύµα (125 βολτ). Όταν ολοκληρωνόταν το σφίξιµο των λαβίδων,  τα γουρούνια έπεφταν αναίσθητα, µε το  σώµα άκαµπτο, και στη συνέχεια συγκλονίζονταν  από σπασµούς, όπως τα σκυλιά που χρησιµοποιούµε στα πειράµατά µας. Στο διάστηµα που είχαν χάσει τις αισθήσεις τους (επιληπτικό κώµα) ο σφαγέας µαχαίρωνε τα ζώα χωρίς καµία δυσκολία».
`
Ούγκο Τσερλέτι, ψυχίατρος, περιγράφοντας
πώς «επινόησε» τη θεραπεία µε ηλεκτροσόκ, 1954
«Δε µιλάω πια σε δηµοσιογράφους», µου λέει µια φωνή γεµάτη ένταση από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραµµής. «Τι θέλεις;»
Σκέφτοµαι ότι έχω περίπου είκοσι δευτερόλεπτα στη διάθεσή µου και ότι  δε θα είναι εύκολο. Πώς να εξηγήσω σιην Γκέιλ Κάστνερ τι θέλω, πώς να της αφηγηθώ εν συντοµία το ταξίδι που µε οδήγησε σε αυτή;
Η αλήθεια φαντάζει τόσο παράξενη: «Γράφω ένα βιβλίο για το σοκ. Για το πώς οι χώρες υφίστανται σοκ: από πολέµους, τροµοκρατικές επιθέσεις, πραξικοπήµατα και φυσικές καταστροφές. Και σιη συνέχεια πώς υφίστανται ένα ακόµα σοκ: από εταιρείες και πολιτικούς οι οποίοι εκµεταλλεύονται το φόβο και τον αποπροσανατολισµό που προκάλεσε το πρώτο σοκ για να προωθήσουν µια οικονοµική θεραπείασοκ. Αλλά και για το πώς οι άνθρωποι που αντιστέκονται σε αυτές τις πολιτικές υφίστανται, αν είναι αναγκαίο, ένα τρίτο σοκ: από αστυνοµικούς, στρατιωτες και ανακριτές. Θέλω να σου µιλήσω επειδή, κατά τη γνώµη µου, είσαι ανάµεσα στους ανθρώπους που έχουν υποστεί το πιο ισχυρό σοκ και επιβίωσαν, αφού είσαι µια από τους ελάχισιες επιζήσαντες των µυστικων πειραµάτων που έκανε η CIΑ πάνω στα ηλεκτροσόκ και άλλες “ειδικές ανακριτικές τεχνικές”. Έχω λόγους να πιστεύω ότι όσα έµαθαν από τα πειράµατα που έγιναν πάνω σου τη δεκαετία του 1950 στο Πανεπιστήµιο Μακγκίλ τα εφαρµόζουν σήµερα στους  κρατούµενους στον κόλπο του Γκουαντάναµο και στο Άµπου Γκράιµπ».
Όχι, δεν µπορώ να της δώσω αυτή την απάντηση. Περιορίζοµαι, λοιπόν, στο να πω:
«Ταξίδεψα πρόσφατα στο Ιράκ και προσπαθώ να καταλάβω το ρόλο που παίζουν τα βασανιστήρια που γίνονται εκεί. Μας είπαν ότι ο σκοπός των βασανιστηρίων είναι η απόσπαση πληροφοριών, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν είναι µόνο αυτός. Πιστεύω ότι τα βασανιστήρια έχουν επίσης σχέση µε την προσπάθεια να οικοδοµηθεί ένα νέο µοντέλο διακυβέρνησης, να αποδοµηθεί η σκέψη των ανθρώπων και να αναπλαστεί από το µηδέν».
Όταν µου απαντάει, έπειτα από µια µακριά παύση, η φωνή της έχει διαφορετικό τόνο. Παρόλο που δονείται ακόµα από την ένταση, υπάρχει κάτι σαν … ανακούφιση;
«Μόλις περιέγραψες τι ακριβώς µου έκαναν η CIΑ και ο Γιούεν Κάµερον. Προσπάθησαν να µε διαλύσουν και να µε ξαναφτιάξουν. Όµως δεν τα κατάφεραν».
Σε λιγότερο από είκοσι τέσσερις ώρες χτυπάω την πόρτα του διαµερίσµατος της Γκέιλ Κάσινερ, σε µια γκρίζα και παλιά πολυκατοικία του Μόντρεαλ.
«Είναι ανοιχτά», µου απαντάει µε φωνή που µόλις ακούγεται. Η Γκέιλ µου είχε πει ότι θα άφηνε την πόρτα ξεκλείδωτη, επειδή δυσκολεύεται να στέκεται όρθια: Ο πόνος από τα µικροσκοπικά κατάγµατα σιη σπονδυλική της στήλη αυξάνεται µε τα χρόνια εξαιτίας της αρθρίτιδας. Ο πόνος στην πλάτη της δεν είναι το µοναδικό ενθύµιο από τις εξήντα τρεις φορές που εκατόν πενήντα µε διακόσια βολτ ηλεκτρικού ρεύµατος διαπέρασαν τους µετωπιαίους λοβούς του εγκεφάλου της, ενώ οι βίαιες συσπάσεις του σώµατός της πάνω στο τραπέζι προκαλούσαν κατάγµατα, εξαρθρώσεις, αιµατώµατα και σπασίµατα δοντιών.
Η Γκέιλ µε χαιρετάει από την µπλε ανατοµική πολυθρόνα της. Αργότερα θα µάθω ότι µπορεί να τη ρυθµίζει σε είκοσι διαφορετικές θέσεις, και το κάνει ασταµάτητα, σαν φωτογράφος που προσπαθεί να εστιάσει το φακό της µηχανής του. Σε αυτή την πολυθρόνα περνάει τις µέρες και τις νύχτες της, αναζητώντας µια βολική θέση και προσπαθώντας να µην αποκοιµηθεί, ώστε να αποφύγει αυτά που ονοµάζει «τα ηλεκτρικά όνειρά µου». Τότε είναι που βλέπει «αυτόν»: τον δρα Γιούεν Κάµερον, τον από πολλού νεκρό ψυχίατρο που την υπέβαλε στα ηλεκτροσόκ και σε άλλα βασανιστήρια πριν από πολλά χρόνια.
«Χτες το βράδυ µε επισκέφθηκε δύο φορές το Διαπρεπές Τερας», µου λέει µόλις µπαίνω στο διαµέρισµα. «Δε θέλω να σε κάνω να αισθανθείς άσχηµα, αλλά ήταν εξαιτίας του τηλεφωνήµατός σου από το πουθενά, εξαιτίας όλων αυτών των ερωτήσεων που µου έκανες».
Συνειδητοποιώ ότι ίσως να µην είναι καλή ιδέα η παρουσία µου εκεί. Και το αίσθηµα αυτό γίνεται πιο έντονο όταν εξερευνώ µε το βλέµµα µου το διαµέρισµα και αντιλαµβάνοµαι ότι δεν υπάρχει κάποιο σηµείο για να καθίσω. Κάθε σπιθαµή του χώρου είναι καλυµµένη από ετοιµόρροπες στοίβες χαρτιών και βιβλίων, τοποθετηµένων ωστόσο µε κάποιου είδους ταξινοµικό σύστηµα, όπως υποδηλώνουν τα κίτρινα αυτοκόλλητα χαρτάκια που προεξέχουν από τα βιβλία. Η Γκέιλ µου υποδεικνύει το µοναδικό ελεύθερο σηµείο στο δωµάτιο, όπου υπάρχει µια ξύλινη καρέκλα που δεν είχα προσέξει. Όµως πανικοβάλλεται ελαφρώς όταν της λέω ότι χρειάζοµαι λίγο χώρο για το µαγνητοφωνάκι µου. Δεν υπάρχει περίπτωση να το ακουµπήσω στο τραπεζάκι δίπλα στην πολυθρόνα της, όπου είκοσι άδεια πακέτα τσιγάρων Matinee Regular σχηµατίζουν µια τέλεια πυραµίδα. (Η Γκέιλ µε είχε προειδοποιήσει στο τηλέφωνο ότι είναι µανιώδης καπνίστρια: «Λυπάµαι, αλλά καπνίζω. Επίσης, δεν τρώω υγιεινά. Είµαι χοντρή και καπνίζω. Ελπίζω να µη σε ενοχλεί».) Τα πακέτα µοιάζουν σαν η Γκέιλ να έχει βάψει µαύρο το εσωτερικό τους, αλλά, κοιτώντας πιο προσεκτικά, συνειδητοποιώ ότι είναι καλυµµένα από πυκνογραµµένα µικροσκοπικά γράµµατα: ονόµατα, αριθµούς, χιλιάδες λέξεις.
Όση ώρα µιλάµε, η Γκέιλ σκύβει συχνά για να σηµειώσει κάτι σε ένα κοµμάτι χαρτί ή σε ένα πακέτο τσιγάρων «Μια σημείωση προς τον εαυτό μου, διαφορετικά δε θα το θυμάμαι», μου εξηγεί. Για εκείνη, τα όσα γράφει σε κομματάκια χαρτιού και σε πακέτα τσιγάρων είναι κάτι περισσότερο από ένα ασυνήθιστο σύστημα αρχειοθέτησης. Είναι η ίδια της η μνήμη.
Σε ολόκληρη την ενήλικη ζωή της το μυαλό της Γκέιλ την πρόδιδε: Τα γεγονότα εξατμίζονται ακαριαία, οι αναμνήσεις της (οι ελάχιστες που έχει) μοιάζουν με διάσπαρτα φωτογραφικά στιγμιότυπα. Μερικές φορές θυμάται όλες τις λεπτομέρειες ενός συμβάντος («θραύσματα μνήμης» τα αποκαλεί), αν όμως τη ρωτήσεις για τη χρονική στιγμή που αυτό έλαβε χώρα, ενδέχεται να πέσει έξω μέχρι και δύο δεκαετίες. «Το 1968», λέει, για να σπεύσει αμέσως να διορθώσει τον εαυτό της: «’Οχι, ήταν το 1983». Για αυτόν ακριβώς το λόγο καταγράφει τα πάντα, ως μια απόδειξη ότι όντως έζησε. Στην αρχή μού ζητάει συγνώμη για την ακαταστασία που επικρατεί στο διαμέρισμά της, όμως αργότερα μου λέει: «Αυτός φταίει! Αυτό το διαμέρισμα είναι μέρος των βασανιστηρίων!».
Για πολλά χρόνια η Γκέιλ δεν μπορούσε να εξηγήσει την αδύναμη μνήμη της, καθώς και πολλά άλλα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά της. Για παράδειγμα, δεν ήξερε για ποιο λόγο κυριευόταν από ανεξέλεγκτο πανικό όταν την τίναζε το ρεύμα του ηλεκτρικού διακόπτη που άνοιγε την πόρτα του γκαράζ. Ή για ποιο λόγο τα χέρια της έτρεμαν όταν έβαζε το σεσουάρ στην πρίζα. Το κυριότερο, δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο θυμόταν τα περισσότερα γεγονότα της ενήλικης ζωής της, αλλά σχεδόν τίποτα από την περίοδο πριν γίνει είκοσι ετών. ‘Οταν συναντούσε κάποιον που ισχυριζόταν ότι τη γνώριζε από τα παιδικά της χρόνια, του έλεγε: «Ξέρω ποιος είσαι, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ από πού ακριβώς σε γνωρίζω. Προσποιούμαι».
Η Γκέιλ πίστευε ότι ευθυνόταν η εύθραυστη διανοητική της υγεία. Από τα είκοσι μέχρι τα τριάντα της αγωνιζόταν ενάντια στην κατάθλιψη και στην εξάρτησή της από χάπια, ενώ μερικές φορές οι νευρικοί κλονισμοί της ήταν τόσο σοβαροί, ώστε να πέφτει σε κώμα και να καταλήγει στο νοσοκομείο. Τα περιστατικά αυτά είχαν ως συνέπεια να την αποκηρύξει η οικογένειά της, αφήνοντάς τη τόσο μόνη και απελπισμένη, ώστε για να επιβιώσει έψαχνε στους σκουπιδοτενεκέδες έξω από τα παντοπωλεία.
Ωστόσο υπήρχαν ενδείξεις ότι είχε βιώσει ακόμα πιο τραυματικές εμπειρίες σε νεαρή ηλικία. Προτού η οικογένειά της διακόψει τις σχέσεις μαζί της, η Γκέιλ και η δίδυμη αδερφή της είχαν διαπληκτιστεί αρκετές φορές για τα όσα είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που η κατάστασή της ήταν πολύ άσχηµη και η Ζέλντα έπρεπε να την περιποιείται. «Δεν µπορείς να φαντασιείς τι πέρασα», έλεγε η Ζέλντα. «Κατουρούσες στο σαλόνι, βύζαινες τον αντίχειρά σου, µιλούσες σαν µωρό και απαιτούσες να σου δώσω το µπιµπερό του γιου µου. Τέτοια πράγµατα ήµουν αναγκασµένη να ανέχοµαι!». Η Γκέιλ δεν µπορούσε να βγάλει άκρη από τις επικρίσεις της αδερφής της. Κατουρούσε πο πάτωµα; Απαιτούσε το µπιµπερό του ανιψιού της; Δε θυµόταν να έχει κάνει τίποτα από όλα αυτά τα αλλόκοτα πράγµατα.
Κοντά στα πενήντα της η Γκέιλ συνδέθηκε µε τον Τζέικοµπ, έναν άντρα τον οποίο περιγράφει ως «αδελφή ψυχή» της. Ο Τζέικοµπ, που πέθανε περίπου µία δεκαετία πριν, είχε επιβιώσει από το Ολοκαύτωµα και τον απασχολούσε επίσης το ζήτηµα της µνήµης και της απώλειας. Τον προβληµάτιζε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η Γκέιλ δε θυµόταν τα νεανικά της χρόνια. «Θα πρέπει να υπάρχει κάποια αιτία», επαναλάµβανε για αυτό το κενό στη ζωή της Γκέιλ.
Το 1992, καθώς η Γκέιλ και ο Τζέικοµπ περνούσαν µπροστά από τον πάγκο ενός εφηµεριδοπώλη, τα µάτια τους έπεσαν στον ακόλουθο εντυπωσιακό πρωτοσέλιδο τίτλο: «Πειράµατα Πλύσης Εγκεφάλου: Τα Θύµατα θα Αποζηµιωθούν». Η Γκέιλ άρχισε να διαβάζει το άρθρο διαγώνια, µε την προσοχή της αιχµαλωτισµένη από φράσεις όπως «οµιλία σαν µωρού», «απώλεια µνήµης», «ακράτεια». «Είπα στον Τζέικοµπ: «Αγόρασε αυτή την εφηµερίδα». Το ζευγάρι κάθισε σε µια παρακείµενη καφετέρια και διάβασε µια απίστευτη ιστορία για το πώς τη δεκαετία του 1950 η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ είχε χρηµατοδοτήσει ένα γιατρό του Μόντρεαλ για να πραγµατοποιήσει παράξενα πειράµατα σε ανθρώπους µε ψυχικές διαταραχές, κρατώντας τους ναρκωµένους και σε αποµόνωση για βδοµάδες, ενώ στη συνέχεια τους υπέβαλλε σε πολλαπλά ηλεκτροσόκ και τους χορηγούσε διάφορα κοκτέιλ πειραµατικών φαρµάκων, στα οποία συµπεριλαµβάνονταν το ψυχεδελικό LSD και το παραισθησιογόνο PCP, ευρύτερα γνωστό ως «αγγελόσκονη». Τα πειράµατα αυτά, που ανάγκαζαν τους ασθενείς να παλινδροµούν σε µια βρεφική, προλεκτική κατάσταση, είχαν πραγµατοποιηθεί στο Ινστιτούτο Άλαν του Πανεπιστηµίου Μακγκίλ υπό την εποπτεία του διευθυντή του δρα Γιούεν Κάµερον.
Η χρηµατοδότηση του Κάµερον από τη CIΑ αποκαλύφθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 χάρη στο Νόµο για την Ελευθερία της Πληροφόρησης, πυροδοτώντας έντονες συζητήσεις στη Γερουσία των ΗΠΑ. Εννέα από τους πρώην ασθενείς του Κάµερον υπέβαλαν οµαδική αγωγή εναντίον της CIA, αλλά και της καναδικής κυβέρνησης, που είχε επίσης χρηµατοδοτήσει την έρευνα του Κάµερον. Κατά τη διάρκεια των παρατεταµένων δικών οι δικηγόροι των ασθενών είχανυποστηρίξει ότι τα πειράματα παραβίαζαν κάθε κανόνα ιατρικής δεοντολογίας. Οι ασθενείς είχαν προσφύγει στον Κάμερον για να ζητήσουν βοήθεια για ελάσσονες ψυχικές διαταραχές (επιλόχεια κατάθλιψη, άγχος, συζυγικά προβλήματα) και είχαν χρησιμοποιηθεί, εν αγνοία τους και χωρίς τη συγκατάθεσή τους, ως πειραματόζωα για να ικανοποιηθεί η δίψα της CIA για πληροφορίες σχετικά με τον έλεγχο της σκέψης. Το 1988 η CIA συμφώνησε να καταβάλει συνολικά 750.000 δολάρια ως αποζημίωση στους εννέα ενάγοντες (το μεγαλύτερο μέχρι τότε ποσό που είχε καταβάλει η υπηρεσία για να επιτύχει ένα διακανονισμό). Τέσσερα χρόνια μετά η καναδική κυβέρνηση συμφώνησε να πληρώσει 100.000 δολάρια ως αποζημίωση σε κάθε ασθενή που είχε υποβληθεί στα αειράματα.
Ο Κάμερον όχι μόνο έχει διαδραματίσει κομβικό ρόλο στην ανάπτυξη των σύγχρονων τεχνικών βασανισμού στις ΗΠΑ, αλλά τα πειράματά του μας επιτρέπουν επίσης να αντιληφθούμε τη βαθύτερη λογική που διέπει τον καπιταλισμό της καταστροφής. Όπως οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς είναι πεπεισμένοι ότι μόνο μια μεγάλης κλίμακας καταστροφή μια μεγάλη διάλυση μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος για τις «μεταρρυθμίσεις τους, έτσι και ο Κάμερον πίστευε ότι υποβάλλοντας τον ανθρώπινο εγκέφαλο σε μια σειρά από σοκ μπορούσε να διαλύσει και να εξαλείψει την ελαττωματική νόηση, για να οικοδομήσει στη συνέχεια καινούριες προσωπικότητες εκ του μηδενός, γράφοντας πάνω σε «λευκή σελίδα».
Τα προηγούμενα χρόνια η Γκέιλ είχε ακούσει κάποια πράγματα για την ανάμειξη του Πανεπιστημίου Μακγκίλ στα πειράματα της CIA, αλλά δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία δεν είχε ποτέ της οποιαδήποτε σχέση με το Ινστιτούτο Άλαν. Όμως εκείνη τη μέρα του 1992, καθισμένη δίπλα στον Τζέικομπ, εστίασε την προσοχή της στα όσα έλεγαν οι πρώην ασθενείς για τη ζωή τους: για την απώλεια μνήμης, για την παλινδρόμηση. «Συνειδητοποίησα ότι αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να είχαν περάσει ό,τι είχα περάσει κι εγώ. Είπα στον Τζέικομπ: “Αυτή πρέπει να είναι η αιτία”».
Στο εργαστήρι του σοκ
Η Γκέιλ έστειλε μια επιστολή στο Ινστιτούτο Άλαν ζητώντας τον ιατρικό της φάκελο. Παρόλο που στην αρχή της απάντησαν ότι δεν είχαν κάποιο φάκελο για εκείνη, τελικά της τον έδωσαν και τις 138 σελίδες που τον απάρτιζαν. Ο γιατρός που ις είχε κάνει την εισαγωγή ονομάζοταν Γιούεν Κάμερον.
Οι επιστολές, οι σημειώσεις και τα σχεδιαγράμματα της Γκέιλ αποκάλυπταν  μια συνταρακτική ιστορία, που έλεγε πολλά τόσο για τις περιορισμένες επιλογές που υπήρχαν για ένα δεκαοκτάχρονο κορίτσι στη δεκαετία του 1950 όσο και για την κατάχρηση εξουσίας από την κυβέρνηση και τους γιατρούς. Ο φάκελος άρχιζε με την εκτίμηση του δρα Κάμερον για την Γκέιλ κατά την εισαγωγή της: Σπούδαζε νοσηλευτική στο Μακγκίλ και ήταν άριστη φοιτήτρια, με αποτέλεσμα ο Κάμερον να την περιγράφει ως «ένα λογικό και ισορροπημένο άτομο μέχρι τώρα». Ωστόσο διακατεχόταν από έντονο άγχος, το οποίο, όπως σημείωνε ο Κάμερον, οφειλόταν στον καταπιεστικό πατέρα της, έναν «έντονα διαταραγμένο» άντρα που ασκούσε «συστηματικά ψυχολογική βία» στην κόρη του.
Σύμφωνα με τις σημειώσεις των πρώτων ημερών, οι νοσοκόμες έδειχναν να συμπαθούν την Γκέιλ. Αισθάνονταν ότι είχαν μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της επειδή σπούδαζε νοσηλευτική και την περιέγραφαν ως «ευδιάθετη», «κοινωνική» και «πάντα περιποιημενη». Όμως μέσα στους επόμενους μήνες, στερούμενη τη φροντίδα των νοσοκόμων, η προσωπικότητα της Γκέιλ υπέστη μια ριζική μεταμόρφωση, η οποία καταγράφεται λεπτομερώς στο φάκελο: Έπειτα από μερικές βδομάδες «άρχισε να επιδεικνύει παιδιάστικη συμπεριφορά, να εκφράζει αλλόκοτες ιδέες, να υποφέρει από παραισθήσεις και να γίνεται καταστροφική». Οι σημειώσεις αναφέρουν ότι αυτή η ευφυής νεαρή γυναίκα μπορούσε πλέον να μετράει μόνο μέχρι το έξι. Επιπλέον, είχε γίνει «ιδιαίτερα χειριστική, εχθρική και πολύ επιθετική», για να καταλήξει στη συνέχεια παθητική και αδιάφορη, ανίκανη να αναγνωρίσει ακόμα και τα μέλη της οικογένειάς της. Η τελική διάγνωση ήταν «σχιζοφρενής [ ... ] με έκδηλα συμπτώματα υστερίας», μια κατάσταση πολύ πιο σοβαρή από το «άγχος» από το οποίο διακατεχόταν όταν είχε εισαχθεί.
Η μεταμόρφωση αυτή είχε, αναμφίβολα, σχέση με τις θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε και περιγράφονται με λεπτομέρεια στο φάκελό της: πολύ μεγάλες δόσεις ινσουλίνης, που προκάλεσαν πολλαπλά κώματα, παράξενους συνδυασμούς διεγερτικών και κατασταλτικών ουσιών, μεγάλες περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων ήταν ναρκωμένη με φάρμακα και οκταπλάσια σε αριθμό ηλεκτροσόκ από τον τυπικό για εκείνη την εποχή αριθμό.
Στα σχόλιά τους οι νοσοκόμες ανέφεραν συχνά τις προσπάθειες της Γκέιλ να γλιτώσει από τα χέρια των γιατρών: «Προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να ξε φύγει, [ ... ] ισχυρίζεται ότι της φέρονται άσχηµα, [….] αρνείται να υποστεί ηλεκτροσπασµοθεραπεία όταν της κάνουν ένεση». Τα παράπονα αυτά αντιµετωπίζονταν πάντα ως ένας λόγος για να την ξαναστείλουν σε αυτό που οι νεότεροι συνάδελφοι του Κάµερον αποκαλούσαν «το εργαστήρι του σοκ».
Η αναζήτηση της κενότηταs
Αφού διάβασε αρκετές φορές τον ιατρικό της φάκελο, η Γκέιλ Κάστνερ µετατράπηκε σε ένα είδος αρχαιολόγου της ίδιας της ζωής της, συγκεντρώνοντας και µελετώντας οτιδήποτε θα µπορούσε να εξηγήσει τι της είχε συµβεί στο νοσοκοµείο. Έµαθε ότι ο Γιούεν Κάµερον, ένας γεννηµένος στη Σκοτία Αµερικανός πολίτης, είχε φτάσει στο απόγειο της επαγγελµατικής του καριέρας, έχοντας διατελέσει πρόεδρος της Αµερικανικής, της Καναδικής και της Παγκόσµιας Ψυχιατρικής Ένωσης. Το 1945 ήταν ένας από τους τρεις Αµερικανούς ψυχιάτρους που είχαν καταθέσει για την ψυχική υγεία του Ρούντολφ Ες στη δίκη της Νιρεµβέργης.
Όταν η Γκέιλ άρχισε την έρευνά της, ο Κάµερον είχε πεθάνει προ καιρού, όµως είχε αφήσει πίσω του δεκάδες ακαδηµαίκές µελέτες και κείµενα διαλέξεων. Επίσης, είχαν γραφτεί αρκετά βιβλία για τη χρηµατοδότηση των πειραµάτων για τον έλεγχο της σκέψης από τη CIA, στα οποία υπήρχαν πολλές λεπτοµέρειες για τις σχέσεις του Κάµερον µε την υπηρεσία. * Η Γκέιλ τα διάβασε όλα, αποδελτιώνοντας τα σχετικά µε την περιπέτειά της αποσπάσµατα, φτιάχνοντας χρονολογικούς πίνακες και διασταυρώνοντας τις ηµεροµηνίες µε εκείνες στον ιατρικό της φάκελο. Ένα από τα πρώτα πράγµατα που συνειδητοποίησε ήταν ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Κάµερον είχε απορρίψει την κλασική φροϊδική τεχνική της «θεραπείας µέσω του λόγου» προκειµένου να αποκαλυφθούν οι «βαθύτερες αιτίες» της ψυχικής διαταραχής των ασθενών. Εκείνος δε φιλοδοξούσε να βελτιώσει ή να αποκαταστήσει την υγεία των ασθενών του, αλλά να τους αναπλάσει χρησιµοποιώντας µια µέθοδο που είχε επινοήσει και την οποία ονόµαζε «ψυχική καθοδήγηση».
Σύµφωνα µε τις µελέτες του που είχαν δηµοσιευτεί εκείνη την εποχή, ο Κάµερον πίστευε ότι ο µοναδικός τρόπος για να διδάξει στους ασθενείς τους νέες, υγιείς συµπεριφορές ήταν να διεισδύσει στο µυαλό τους και να «σπάσει τα παλιά, παθολογικά νοητικά σχήµατα», Το πρώτο βήµα ήταν η «αποδοµηση», η διάλυση των υπαρχόντων γνωστικών σχηµάτων, η οποία απέβλεπε σε έναν εντυπωσιακό στόχο: να οδηγήσει τον ανθρώπινο νου σε µια κατάσταση «ωσπερ εν γραµµατεία ώ µηθεν ένυπάρχει έντελεχεία γεγραµµένον»,* όπως έχει γράψει ο Αριστοτέλης, να τον µετατρέψει σε tαbulα rαsα. Ο Κάµερον πίστευε ότι µπορούσε να επιτύχει αυτή την κατάσταση αν εξαπέλυε συστηµατική επίθεση στον ανθρώπινο εγκέφαλο µε οτιδήποτε παρεµποδίζει τη φυσιολογική λειτουργία του µε όλες τις µεθόδους ταυτόχρονα. Επρόκειτο για µια πολεµική επιχείρηση τύπου «Σοκ και Δεος» εναντίον της νόησης.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ολοένα και περισσότεροι ψυχίατροι στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αµερική χρησιµοποιούσαν το ηλεκτροσόκ ως µέθοδο θεραπείας. Είχε παρατηρηθεί ότι προκαλούσε λιγότερο µόνιµες βλάβες από τη λοβοτοµή και έµοιαζε να βοηθάει: Οι υστερικοί ασθενείς φαίνονταν να ηρεµούν και, σε µερικές περιπτώσεις, να αποκτούν µεγαλύτερη διαύγεια. Όµως όλα αυτά βασίζονταν µόνο στην παρατήρηση, ενώ ακόµα και οι γιατροί που είχαν αναπτύξει την τεχνική δεν µπορούσαν να δώσουν µια επιστηµονική εξήγηση για το πώς ακριβώς λειτουργούσε.
Ωστόσο όλοι γνώριζαν τις παρενέργειες που είχε. Κανείς δεν αµφισβητούσε ότι η ηλεκτροσπασµοθεραπεία µπορούσε να προκαλέσει αµνησία ήταν, µε µεγάλη διαφορά, το πιο συνηθισµένο παράπονο όσων υποβάλλονταν σε αυτή. Στενά συνδεδεµένη µε την απώλεια της µνήµης, η άλλη συνήθης παρενέργεια ήταν η παλινδρόµηση. Σε δεκάδες κλινικές µελέτες γιατροί επεσήµαιναν ότι αµέσως µετά τη θεραπεία οι ασθενείς πιπίλιζαν τους αντίχειρές τους, κουλουριάζονταν στη στάση του εµβρύου, χρειάζονταν να τους ταϊζουν µε κουτάλι και έκλαιγαν ζητώντας τη µητέρα τους (εκλαµβάνοντας συχνά τους γιατρούς και τις νοσοκόµες ως γονείς τους).
Οι συµπεριφορές αυτές ήταν συνήθως παροδικές, όµως σε περιπτώσεις που είχαν γίνει πολλά ηλεκτροσόκ οι γιατροί ανέφεραν ότι οι ασθενείς παλινδροµούσαν ολοκληρωτικά, σε σηµείο ώστε να έχουν ξεχάσει πώς να βαδίζουν και να µιλάνε. Η Μέριλιν Ράις, οικονοµολόγος που στα µέσα της δεκαετίας του 1970 ηγήθηκε ενός κινήµατος για τα δικαιώµατα των ασθενών και εναντίον της ηλεκτροσπασµοθεραπείας, έχει περιγράψει παραστατικά πώς είναι να διαγράφονται εξαιτίας της θεραπείας µε ηλεκτροσόκ η µνήµη και ένα µεγάλο µέρος της εκπαίδευσής σου. «Γνωρίζω πια πώς πρέπει να αισθανόταν η Εύα, καθώς δηµιουργήθηκε ενήλικη από το πλευρό του Αδάµ, χωρίς κανένα παρελθόν. Αισθάνοµαι κενή σαν την Εύα».*
Για τη Ράις και άλλους, αυτό το αίσθηµα κενότητας είναι µια αναντικατάστατη απώλεια. Αντίθετα, ο Κάµερον κοιτούσε αυτό το κενό και έβλεπε κάτι άλλο: µια άγραφη σελίδα, απαλλαγµένη από κακές συνήθειες, στην οποία µπορούσαν να εγγραφούν νέα πρότυπα. Για αυτόν, η «µαζική απώλεια όλων των αναµνήσεων» την οποία προκαλούσε η εντατική ηλεκτροσπασµοθεραπεία δεν ήταν µια ατυχής παρενέργεια, αλλά η ουσία της θεραπείας, το κλειδί για να ωθηθεί ο ασθενής σε ένα προγενέστερο στάδιο ανάπτυξης, «πολύ πριν εµφανιστεί ο σχιζοφρενικός τρόπος σκέψης και συµπεριφοράς. Όπως τα «γεράκια του πολέµου» απαιτούν µαζικούς βοµβαρδισµούς χωρών ώστε να ξαναγυρίσουν στη «λίθινη εποχή», έτσι και ο Κάµερον είδε τη θεραπεία µε ηλεκτροσόκ ως ένα µέσο για να εξωθήσει τους ασθενείς του πίσω στη νηπιακή ηλικία, να τους προκαλέσει ολοκληρωτική παλινδρόµηση.
Το 1962 περιέγραψε σε ένα άρθρο του την κατάσταση στην οποία ήθελε να οδηγήσει ασθενείς όπως η Γκέιλ Κάστνερ: «Δεν παρατηρείται απώλεια µόνο της εικόνας του χωροχρόνου, αλλά και κάθε αισθήµατος που θα έπρεπε να νιώθει. Στη διάρκεια αυτού του σταδίου ο ασθενής ενδέχεται να εκδηλώσει και µια ποικιλία άλλων συµπτωµάτων, όπως η απώλεια της ικανότητας οµιλίας µιας δεύτερης γλώσσας ή της επίγνωσης της συζυγικής του κατάστασης. Σε πιο προχωρηµένες µορφές, ενδέχεται να µην µπορεί να βαδίζει και να τρέφεται χωρίς βοήθεια, ενώ ίσως επιδείξει ακράτεια ούρων και κοπράνων. [ ... ] Όλες οι πτυχές της λειτουργίας της µνήµης του διαταράσσονται σοβαρά».
* Ακόµα και σήµερα που η ηλεκτροσπασµοθεραπεία είναι πλέον µια αποδεκτή και συχνά αποτελεσµατική θεραπεία για τις ψυχώσεις, καθώς έχουν γίνει πάρα πολλές βελτιώσεις και υπάρχουν διαδικασίες που εγγυώνται την ασφάλεια και την άνεση των ασθενών, εξακολουθεί να υφίσταται ως παρενέργεια η προσωρινή απώλεια της βραχυπρόθεσµης µνήµης. Επιπλέον, µερικοί ασθενείς ισχυρίζονται ότι επηρεάζεται και η µακροπρόθεσµη µνήµη τους. (Σ.τ.Σ.)
Για να επιτύχει την «αποδοµηοη» της προσωπικότητας των ασθενών του, ο Κάµερον χρησιµοποιούσε µια σχετικά καινούρια συσκευή, η οποία ονοµαζόταν «συσκευή ΠέιτζΡάσελ» και µπορούσε να προκαλέσει µέχρι έξι διαδοχικά ηλεκτροσόκ αντί για ένα µόνο. Απογοητευµένος από το γεγονός ότι οι ασθενείς του έδειχναν να γαντζώνονται απελπισµένα από τα υπολείµµατα της προσωπικότητάς τους, τους αποπροσανατόλιζε ακόµα περισσότερο µε διεγερτικές, κατασταλτικές και παραισθησιογόνες ουσίες: χλωροπροµαζίνη, βαρβιτουρικά, αµοβαρβιτάλη (Amytal), νιτρώδες οξείδιο, δεξτροµεθαµφεταµίνη (Desoxyn), σεκοβαρβιτάλη (Seconal), πεντοβαρβιτάλη (Nembutal), βερονάλη (Veronal), θοραζίνη (Thorazine) και ινσουλίνη. Το 1956 ο Κάµερον έγραψε σε ένα άρθρο του ότι τα φάρµακα αυτά «προκαλούν απώλεια των αναστολών [στον ασθενή], µε αποτέλεσµα να µειώνονται οι άµυνές του».
Όταν είχε επιτευχθεί «πλήρης αποδόµηση» και είχε καταλυθεί σε ικανοποιητικό βαθµό η προηγούµενη προσωπικότητα του ασθενούς, µπορούσε να αρχίσει η ψυχική καθοδήγηση. Αυτή συνίστατο στο να υποχρεώνει ο Κάµερον τους ασθενείς του να ακούνε ηχογραφηµένα µηνύµατα όπως «Είσαι καλή µητέρα και σύζυγος και οι άνθρωποι απολαµβάνουν τη συντροφιά σου». Καθώς ο Κάµερον ήταν συµπεριφοριστής, πίστευε ότι, αν οι ασθενείς του προσλάµβαναν τα ηχογραφηµένα µηνύµατα, θα άρχιζαν να συµπεριφέρονται διαφορετικά.
Οι ασθενείς, σχεδόν σε κατάσταση φυτού εξαιτίας των ηλεκτροσόκ και των φαρµάκων, ήταν υποχρεωµένοι να ακούνε τα µηνύµατα για δεκαέξι µε είκοσι ώρες καθηµερινά επί βδοµάδες. Σε µια περίπτωση, µάλιστα, ο Κάµερον εξανάγκασε έναν ασθενή να ακούει συνέχεια τα µηνύµατα για εκατόν µία µέρες.*
Στα µέσα της δεκαετίας του 1950 αρκετοί ερευνητές της CIΑ άρχισαν να ενδιαφέρονται για τις µεθόδους του Κάµερον. Καθώς η υστερία του Ψυχρού Πολέµου είχε µόλις αρχίσει, η υπηρεσία εγκαινίασε ένα απόρρητο ερευνητικό πρόγραµµα για «ειδικες ανακριτικές τεχνικες». Ένα αποχαρακτηρισµένο µνηµόνιο της CIA εξηγεί ότι το πρόγραµµα «εξέταζε και ερευνούσε πολυάριθµες ασυνήθιστες τεχνικές ανάκρισης, συµπεριλαµβανοµένων της ψυχολογικής βίας και µεθόδων όπως η “απόλυτη αποµόνωση”, αλλά και η “χρησιµοποίηση φαρµάκων και χηµικών ουσιών”». Η αρχική κωδική ονοµασία του προγράµµατος ήταν «Σχέδιο Γαλάζιο Πουλί» (Project Bluebird), στη συνέχεια ονοµάστηκε «Σχέδιο Αγκινάρα» (Project Artichoke), ώσπου τελικά το 1953 του δόθηκε η ονοµασία «MKUltra». Στη διάρκεια της επόµενης δεκαετίας στο πλαίσιο του «MKUltra» δαπανήθηκαν 25 εκατοµµύρια δολάρια σε έρευνες για να βρεθούν νέοι τρόποι να «σπάνε» οι κρατούµενοι για τους οποίους υπήρχαν υποψίες ότι ήταν κοµουνιστές και διπλοί πράκτορες. Ογδόντα ιδρύµατα συµµετείχαν στο πρόγραµµα, συµπεριλαµβανοµένων σαράντα τεσσάρων πανεπιστηµίων και δώδεκα νοσοκοµείων.
* Αν ο Κάµερον δεν είχε τόσο µεγάλο κύρος στον τοµέα του, τα ηχογραφηµένα µηνύµατα της «ψυχικής καθοδήγησης» θα εκλαµβάνονταν, ασφαλώς, ως ένα κακόγουστο αστείο. Συνέλαβε την ιδέα για το όλο εγχείρηµα από µια διαφήµιση για το Cerebrophone, ένα φωνογράφο που τοποθετούνταν δίπλα στο κρεβάτι µε τα ηχεία του ενσωµατωµένα στα µαξιλάρια, ο οποίος, σύµφωνα µε τους ισχυρισµούς του κατασκευαστή του, ήταν «ένας επαναστατικός τρόπος για να µάθει κάποιος ξένες γλώσσες ενόσω κοιµάται». (Σ.τ.Σ.)
Οι πράκτορες που συµµετείχαν στο πρόγραµµα δε στερούνταν δηµιουργικών ιδεών για το πώς να αποσπάσουν πληροφορίες από ανθρώπους που δεν ήθελαν να τις αποκαλύψουν. Το πρόβληµα ήταν να βρεθούν τρόποι για να δοκιµαστούν αυτές οι ιδέες. Τα πρώτα χρόνια οι δραστηριότητες στο πλαίσιο των σχεδίων µε τις κωδικές ονοµασίες «Γαλάζιο Πουλί» και «Αγκινάρα» έµοιαζαν µε τραγελαφική κατασκοπική κινηµατογραφική ταινία στην οποία πράκτορες της CIΑ υπνώτιζαν ο ένας τον άλλο ή έριχναν LSD στα ποτά συναδέλφων τους για να δουν τι θα συνέβαινε (σε µία τουλάχιστον περίπτωση κάποιος που ήπιε LSD αυτοκτόνησε) για να µην αναφερθούµε στο βασανισµό ανθρώπων για τους οποίους υπήρχαν υποψίες ότι ήταν Ρώσοι κατάσκοποι.
Οι δοκιµές έµοιαζαν περισσότερο µε θανατηφόρες φάρσες φοιτητικών αδελφοτήτων παρά µε σοβαρή έρευνα και τα αποτελέσµατα δεν είχαν την επιστηµονική αξιοπιστία που επεδίωκε η υπηρεσία. Εποµένως, ήταν απαραίτητος ένας µεγάλος αριθµός ανθρώπων που θα µπορούσαν να χρησιµοποιηθούν ως πειραµατόζωα. Επιχειρήθηκαν αρκετές τέτοιες δοκιµές, αλλά ενείχαν κινδύνους: Αν µαθευόταν ότι η CIΑ δοκίµαζε επικίνδυνα φάρµακα πάνω σε ανθρώπους επί αµερικανικού εδάφους, θα διακοπτόταν οριστικά το πρόγραµµα. Και αυτός ήταν ο λόγος που η CIΑ άρχισε να ενδιαφέρεται για Καναδούς ερευνητές. Η σχέση αυτή χρονολογείται από την 1 η Ιουνίου του 1951, οπότε πραγµατοποιήθηκε µια τριεθνής συνάντηση αξιωµατούχων των υπηρεσιών πληροφοριών και ακαδηµαίκών στο ξενοδοχείο RitzCarlton στο Μόντρεαλ. Το αντικείµενο της συνάντησης ήταν η αυξανόµενη ανησυχία των Δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών ότι οι κοµουνιστές είχαν ανακαλύψει πώς να κάνουν «πλύση εγκεφάλου» σε αιχµαλώτους πολέµου. Μια σαφής ένδειξη ήταν το γεγονός ότι Αµερικανοί στρατιώτες που είχαν αιχµαλωτιστεί στην Κορέα εµφανίζονταν µπροστά στις κάµερες και, φαινοµενικά εκουσίως, καταδίκαζαν τον καπιταλισµό και τον ιµπεριαλισµό.
Σύµφωνα µε τα αποχαρακτηρισµένα πρακτικά της συνάντησης στο ξενοδοχείο Ritz, οι συµµετέχοντες (ο Όµοντ Σόλαντ, πρόεδρος του Ερευνητικού Συµβουλίου για την Άµυνα του Καναδά, ο σερ Χένρι Τίζαρντ, πρόεδρος της Βρετανικής Ερευνητικής Επιτροπής για την Αµυντική Πολιτική, και δύο εκπρόσωποι της CIA) ήταν πεπεισµένοι ότι οι Δυτικές δυνάµεις έπρεπε επειγόντως να ανακαλύψουν πώς οι κοµουνιστές αποσπούσαν αυτές τις εντυπωσιακές οµολογίες. Έχοντας αυτό κατά νου, το πρώτο βήµα ήταν να πραγµατοποιηθεί «µια κλινική µελέτη πραγµατικών περιπτώσεων» προκειµένου να διαπιστωθεί πώς λειτουργούσε η πλύση εγκεφάλου. Ο διακηρυγµένος στόχος αυτής της έρευνας δεν ήταν να αρχίσουν οι Δυτικές δυνάµεις να εφαρµόζουν µεθόδους ελέγχου της σκέψης σε αιχµαλώτους, αλλά να εκπαιδεύονται οι Δυτικοί στρατιώτες ώστε να µπορούν να αντιµετωπίζουν οποιαδήποτε τεχνική εξαναγκασµού, αν συλλαµβάνονταν αιχµάλωτοι.
Φυσικά, η CIΑ είχε άλλα ενδιαφέροντα. Ωστόσο, ακόµα και σε µια κεκλεισµένων των θυρών συνάντηση όπως αυτή στο Ritz, ήταν αδύνατον, όταν είχε µεσολαβήσει τόσο µικρό χρονικό διάστηµα από τις αποκαλύψεις για τα ναζιστικά βασανιστήρια που είχαν προκαλέσει την παγκόσµια αγανάκτηση, να παραδεχτεί ανοιχτά η υπηρεσία ότι ενδιαφερόταν να αναπτύξει τις δικές της εναλλακτικές ανακριτικές µεθόδους.
Ένας από αυτούς που παρευρέθηκαν στη συνάντηση στο ξενοδοχείο Ritz ήταν ο δρ. Ντόναλντ Χεµπ, διευθυντής του Τµήµατος Ψυχολογίας στο Πανεπιστήµιο Μακγκίλ. Σύµφωνα µε τα αποχαρακτηρισµένα πρακτικά, ο Χεµπ, προσπαθώντας να δώσει µια απάντηση στο µυστήριο των οµολογιών των Αµερικανών στρατιωτών, διατύπωσε την υπόθεση ότι οι κοµουνιστές χειραγωγούσαν τους αιχµαλώτους διατηρώντας τους σε αποµόνωση για µεγάλα χρονικά διαστήµατα και εµποδίζοντας την εισροή εξωτερικών ερεθισµάτων στις αισθήσεις τους. Οι επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών εντυπωσιάστηκαν και τρεις µήνες µετά το Υπουργείο Εθνικής Άµυνας του Καναδά επιχορήγησε τον Χεµπ προκειµένου να διεξαγάγει µια σειρά από απόρρητα πειράµατα αποστέρησης των αισθήσεων.
Ο Χεµπ έδινε σε µια οµάδα εξήντα τριών φοιτητών του Πανεπιστηµίου Μακγκίλ είκοσι δολάρια καθηµερινά για να αποµονώνονται σε ένα δωµάτιο φορώντας σκούρα γυαλιά και ακουστικά λευκού θορύβου, ενώ τα χέρια τους ήταν εγκλωβισµένα σε χαρτονένιους κυλίνδρους ώστε να στερούνται την αίσθηση της αφής. Για µέρες ολόκληρες οι φοιτητές αιωρούνταν σε µια θάλασσα ανυπαρξίας, ανίκανοι να προσανατολιστούν µε τα µάτια, τα αφτιά ή τα χέρια τους, αναγκασµένοι να ζουν µε τις ολοένα και πιο ζωηρές φαντασιώσεις τους. Για να διαπιστώσει αν αυτή η στέρηση τους καθιστούσε πιο ευάλωτους σε µια «πλύση εγκεφάλου», ο Χεµπ άρχισε να παίζει ηχογραφηµένες φωνές που µιλούσαν για την ύπαρξη φαντασµάτων και για την ανηθικότητα της επιστήµης ιδέες στις οποίες είχαν εναντιωθεί οι φοιτητές πριν αρχίσει το πείραµα.
Σε µια εµπιστευτική αναφορά σχετικά µε τα ευρήµατα του Χεµπ το Ερευνητικό Συµβούλιο για την Άµυνα του Καναδά κατέληγε στο συµπέρασµα ότι η αποστέρηση των αισθήσεων προκαλούσε εµφανώς ακραία σύγχυση, αλλά και παραισθήσεις στους φοιτητές που είχαν υποβληθεί στις δοκιµές, και ότι παρατηρούνταν «µια σηµαντική προσωρινή µείωση της πνευµατικής ικανότητας κατά τη διάρκεια και αµέσως µετά τη χρονική περίοδο της αντιληπτικής αποστέρησης. Επιπλέον, η δίψα των φοιτητών για ερεθίσµατα τους καθιστούσε ιδιαίτερα δεκτικούς στις ιδέες που διατυπώνονταν στα ηχογραφηµένα µηνύµατα πράγµατι, αρκετοί ανέπτυξαν ένα ενδιαφέρον για το απόκρυφο που διήρκεσε βδοµάδες µετά το τέλος του πειράµατος. Έµοιαζε λες και η σύγχυση εξαιτίας της αποστέρησης των αισθήσεων εξάλειψε ένα µέρος της νόησής τους, για να έρθουν στη συνέχεια τα αισθητηριακά ερεθίσµατα να εγγράψουν καινούρια γνωστικά σχήµατα.
Ένα αντίτυπο της µελέτης του Χεµπ στάλθηκε στη CIA, ενώ σαράντα ένα αντίγραφα στάλθηκαν στο πολεµικό ναυτικό των ΗΠΑ και άλλα σαράντα δύο στο στρατό ξηράς. Επιπλέον, η CIA παρακολουθούσε από κοντά την εξέλιξη του πειράµατος µέσω ενός από τους ερευνητικούς βοηθούς του Χεµπ, του Μέτλαντ Μπάλντουιν, ο οποίος έδινε τακτικές αναφορές στην υπηρεσία εν αγνοία του προίσταµένου του.  Αυτό το έντονο ενδιαφέρον δεν πρέπει να µας εκπλήσσει: Ο Χεµπ είχε βαλθεί να αποδείξει ότι η µακροχρόνια αποµόνωση εµπόδιζε την πνευµατική διαύγεια και καθιστούσε τους ανθρώπους περισσότερο δεκτικούς σε υποδείξεις ιδέες ανεκτίµητης αξίας για κάθε ανακριτή. Τελικά, ο Χεµπ συνειδητοποίησε ότι ανοίγονταν τεράστιες δυνατότητες ώστε η έρευνά του να χρησιµοποιηθεί όχι µόνο για την προστασία των αιχµάλωτων στρατιωτών από την «πλύση εγκεφάλου» αλλά και ως ένα πρακτικό εγχειρίδιο για ψυχολογικά βασανιστήρια. Στην τελευταία συνέντευξη που παραχώρησε πριν από το θάνατό του το 1985 ο Χεµπ είπε: «Οταν υποβάλαµε την αναφορά µας στο Ερευνητικό Συµβούλιο για την Άµυνα, ήταν σαφές ότι περιγράφαµε τροµακτικές ανακριτικές τεχνικες.
Στην αναφορά του Χεµπ υπογραµµιζόταν ότι τέσσερα από τα υποκείµενα του πειράµατος «δήλωσαν αυθόρµητα ότι το να φέρουν τον [πειραµατικό] εξοπλισµό ισοδυναµούσε µε µια µορφή βασανισµού», κάτι που σήµαινε ότι ο εξαναγκασµός τους να ξεπεράσουν τα όρια αντοχής τους (παραµονή στην αποµόνωση για δύο ή τρεις µέρες) συνιστούσε σαφή παραβίαση της ιατρικής δεοντολογίας. Έχοντας επίγνωση των περιορισμών που αυτό το γεγονός έθετε στο πείραμα, ο Χεμπ έγραφε ότι δεν μπορούσαν να συναχθούν «πιο σαφή συμπεράσματα», επειδή «δεν είναι εφικτό να εξαναγκαστούν τα υποκείμενα του πειράματος να περάσουν τριάντα με εξήντα μέρες σε συνθήκες αντιληπτικής απομόνωσης».
Δεν ήταν εφικτό για τον Χεμπ, αλλά ήταν απολύτως εφικτό για το συνάδελφότου στο Πανεπιστήμιο Μακγκίλ και μεγαλύτερο ακαδημαίκό αντίπαλό του, τον δρα Γιούεν Κάμερον. (Αδιαφορώντας για ακαδημαϊκές ευγένειες, ο Χεμπ θα χαρακτήριζε αργότερα τον Κάμερον «εγκληματικά ηλίθιο».) Ο Κάμερον ήταν ήδη πεπεισμένος ότι η βίαιη καταστροφή της νόησης των ασθενών του ήταν το αναγκαίο πρώτο βήμα στο ταξίδι τους προς την πνευματική υγεία, συνεπώς δεν αποτελούσε παραβίαση του όρκου του Ιπποκράτη. Όσο για το θέμα της συγκατάθεσης, οι ασθενείς βρίσκονταν στα έλεός του: Το τυπικό έντυπο συγκατάθεσης παραχωρούσε στον Κάμερον την απόλυτη εξουσία να εφαρμόζει οποιαδήποτε θεραπεία έκρινε κατάλληλη για τους ασθενείς του, συμπεριλαμβανομένης της πραγματοποίησης λοβοτομών.
Παρά το γεγονός ότι είχε επαφές με την υπηρεσία για χρόνια, ο Κάμερον έλαβε την πρώτη του επιχορήγηση από τη CIΑ το 1957, χρησιμοποιώντας ως βιτρίνα μια οργάνωση με την ονομασία Εταιρεία για την Έρευνα της Ανθρώπινης Οικολογίας (Society for the Investigation of Human Ecology). Όσο περισσότερα δολάρια εισέρρεαν από τη CIA, τόσο λιγότερο έμοιαζε το Ινστιτούτο Άλαν με νοσοκομείο, μετατρεπόμενο σταδιακά σε μια μακάβρια φυλακή.
Η πρώτη αλλαγή που σημειώθηκε ήταν η δραματική αύξηση του αριθμού των ηλεκτροσόκ. Οι δύο ψυχίατροι που επινόησαν την αμφιλεγόμενη συσκευή ΠέιτζΡάσελ είχαν συστήσει τέσσερις θεραπείες ανά ασθενή, δηλαδή συνολικά είκοσι τέσσερα ηλεκτροσόκ. Ο Κάμερον άρχισε να χρησιμοποιεί τη συσκευή στους ασθενείς του δύο φορές τη μέρα επί τριάντα μέρες, φτάνοντας στον τρομακτικό αριθμό των εξακοσίων τριάντα ηλεκτροσόκ σε κάθε ασθενή πολύ περισσότερων από αυτά στα οποία είχαν υποβληθεί παλιότεροι ασθενείς του, όπως η Γκέιλ. Στον ήδη ιλιγγιώδη κατάλογο των ουσιών που χορηγούσε στα πειραματόζωά του πρόσθεσε δύο πειραματικές ψυχοτρόπους ουσίες που ενδιέφεραν ιδιαίτερα τη CIA: το LSD και το PCP.
Πρόσθεσε επίσης κι άλλα όπλα στο οπλοστάσιό του για την καταστολή της νόησης: αποστέρηση των αισθήσεων και πολύωρο ύπνο, μια διττή διαδικασία που, όπως ισχυριζόταν, «θα μειώσει ακόμα περισσότερο τις άμυνες του ατόμου», καθιστώντας τους ασθενείς πιο δεκτικούς στα ηχογραφημένα μηνύματα. Όταν άρχισαν να φτάνουν τα δολάρια της ClA, ο Κάµερον χρησιµοποίησε τα χρήµατα της επιχορήγησης για να µετατρέψει τους παλιούς στάβλους πίσω από το νοσοκοµείο σε κελιά αποµόνωσης. Επιπλέον, ανακαίνισε το υπόγειο, κατασκευάζοντας ένα δωµάτιο το οποίο αποκαλούσε «θάλαµο αποµόνωσης». Ηχοµόνωνε το δωµάτιο, το κατέκλυζε µε «λευκό θόρυβο», έσβηνε τα φώτα, φορούσε αδιαφανή γυαλιά και «λαστιχένιες ωτασπίδες» σε κάθε ασθενή, εγκλωβίζοντας ταυτόχρονα τα χέρια του µέσα σε χαρτονένιους κυλίνδρους, ώστε «να µην µπορεί να αγγίζει το σώµα του, επιβεβαιώνοντας µε αυτό τον τρόπο την αυτοεικόνα του», όπως έγραψε το 1956 ο Κάµερον σε ένα άρθρο του. Όµως, ενώ η όχι και τόσο έντονη αποστέρηση των αισθήσεων στα πειράµατα του Χεµπ σταµατούσε έπειτα από λίγες µέρες, ο Κάµερον υποχρέωνε τους ασθενείς τους να παραµένουν σε αυτή την κατάσταση για βδοµάδες ολόκληρες ένας από αυτούς έµεινε παγιδευµένος σε ένα κελί αποµόνωσης για τριάντα πέντε µέρες.
Επιπλέον αποστέρηση των αισθήσεων επιβαλλόταν στο αποκαλούµενο «δωµάτιο του ύπνου», όπου οι ασθενείς παρέµεναν ναρκωµένοι για είκοσι µε είκοσι δύο ώρες το εικοσιτετράωρο, µε τις νοσοκόµες να τους αλλάζουν θέση πάνω στα κρεβάτια για να µην πιάνονται και να τους ξυπνούν µόνο για να φάνε και να πάνε στην τουαλέτα.” Τα πειραµατόζωα παρέµεναν σε αυτή την κατάσταση δεκαπέντε µε τριάντα µέρες, αν και «η θεραπεία του συνεχόµενου ύπνου διήρκεσε για µερικούς ασθενείς µέχρι και εξήντα µέρες, όπως αναφέρει ο Κάµερον. Το προσωπικό του νοσοκοµείου είχε εντολές να µη µιλάει στους ασθενείς και να µην τους δίνει καµία πληροφορία για το χρονικό διάστηµα που θα παρέµεναν στο δωµάτιο. Για να διασφαλίσει ότι κανένας δε θα µπορούσε να γλιτώσει από αυτό τον εφιάλτη, ο Κάµερον χορήγησε σε µια οµάδα ασθενών µικρές δόσεις του φαρµάκου Curare, που προκαλεί παράλυση, µε συνέπεια αυτοί να είναι κυριολεκτικά φυλακισµένοι µέσα στο ίδιο τους το σωµα.
Σε ένα άρθρο του που έγραψε το 1960 ο Κάµερον ισχυριζόταν ότι υπάρχουν «δύο µείζονες παράγοντες» που µας επιτρέπουν «να διατηρούµε την αντίληψη του χρόνου και του χώρου» µε άλλα λόγια, να γνωρίζουµε πού και ποιοι είµαστε. Αυτοί οι δύο παράγοντες είναι: «α) η συνεχής εισροή αισθητηριακών ερεθισµάτων και β) η µνήµη µας». Με τα ηλεκτροσόκ ο Κάµερον εξουδετέρωνε τη µνήµη. µε τα κελιά αποµόνωσης εξουδετέρωνε την εισροή αισθητηριακών ερεθισµάτων. Ήταν αποφασισµένος να εξαναγκάσει τους ασθενείς του να απολέσουν ολοκληρωτικά το χωροχρονικό προσανατολισµό τους. Όταν αντιλήφθηκε ότι κάποιοι βασίζονταν στα γεύµατά τους για να υπολογίζουν τι ώρα είναι, ο Κάµερον διέταξε τους µάγειρες να αναστατώσουν το πρόγραµµα, αλλάζοντας τις ώρες των γευµάτων και σερβίροντας σούπα για πρωινό και χυλό για το δείπνο. «Μεταβάλλοντας τα χρονικά µεσοδιαστήµατα και αλλάζοντας τη φυσιολογική ώρα των γευµάτων µπορέσαµε να σπάσουµε αυτή τη δοµή», ανέφερε ικανοποιηµένος ο Κάµερον. Ωστόσο ανακάλυψε ότι, παρά τις επιµελείς προσπάθειές του, µια ασθενής είχε διατηρήσει κάποια επαφή µε τον εξωτερικό κόσµο αφουγκραζόµενη «τον αµυδρό βόµβο» ενός περοπλάνου που πετούσε πάνω από το νοσοκοµείο στις εννέα κάθε πρωί.
Για οποιονδήποτε έχει διαβάσει τις µαρτυρίες ανθρώπων που επέζησαν από βασανιστήρια, η λεπτοµέρεια αυτή είναι συνταρακτική. Όταν τους ρωτούν πώς κατάφεραν να αντέξουν µήνες ή χρόνια αποµόνωσης και βαναυσότητας, οι κρατούµενοι συχνά µιλάνε για τον ήχο της καµπάνας µιας µακρινής εκκλησίας ή για το κάλεσµα ενός µουεζίνη σε προσευχή ή για τα γέλια παιδιών που έπαιζαν σε κάποιο γειτονικό πάρκο. Όταν η ζωή περιορίζεται στους τέσσερις τοίχους ενός κελιού, ο επαναλαµβανόµενος ρυθµός αυτών των εξωτερικών ήχων µετατρέπεται σε ένα είδος σωσίβιου, µια απόδειξη ότι ο κρατούµενος είναι ακόµα άνθρωπος, ότι υπάρχει ένας κόσµος πέρα από τα βασανιστήρια. «Τεσσερις φορές άκουσα τα πουλιά να κελαηδούν µε την ανατολή του ήλιου έτσι κατάλαβα ότι είχαν περάσει τέσσερις µερες, δήλωσε ένας από τους επιζήσαντες του τελευταίου δικτατορικού καθεστώτος της Ουρουγουάης αναθυµούµενος ένα ιδιαίτερα µεγάλο χρονικό διάστηµα συνεχόµενων βασανιστηρίων. Η αγνώστων στοιχείων γυναίκα που, έγκλειστη στο υπόγειο του Ινστιτούτου Άλαν, προσπαθούσε να αφουγκραστεί τον κινητήρα ενός αεροπλάνου µέσα σε µια θολούρα σκοταδιού, φαρµάκων και ηλεκτροσόκ δεν ήταν µια ασθενής που τη φρόντιζε ένας γιατρός. Ήταν, από κάθε άποψη, µια κρατούµενη που υποβαλλόταν σε βασανιστήρια.
Υπάρχουν αρκετές ισχυρές ενδείξεις ότι ο Κάµερον είχε επίγνωση του γεγονότος ότι προσοµοίωνε συνθήκες βασανισµού και, όντας φανατικός αντικοµουνιστής, δικαιολογούσε τα πειράµατα στους ασθενείς του ως µέρος των πολεµικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέµου. Σε µια συνέντευξη που παραχώρησε το 1955 σε ένα περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας συνέκρινε τους ασθενείς του µε αιχµαλώτους πολέµου που υποβάλλονται σε ανακρίσεις, λέγοντας ότι «όπως και οι αιχµάλωτοι που βρίσκονται στα χέρια των κοµουνιστών, προσπαθούν να αντισταθούν [στη θεραπεία] και πρέπει να τους ”σπάοουµε’». Ένα χρόνο µετά έγραψε ότι ο σκοπός της «αποδόµησης ήταν «η “κατάλυση” των αµυνών», επισηµαίνοντας ότι «είναι κάτι ανάλογο µε το ”σπάσιµο” ενός ατόµου όταν υποβάλλεται σε συνεχή ανάκριση».
Το 1960 ο Κάµερον πραγµατοποίησε µια σειρά διαλέξεων για τις έρευνές του σχετικά µε την αποστέρηση των αισθήσεων, στις οποίες δεν παρευρέθηκαν µόνο ψυχίατροι, αλλά και στρατιωτικοί. Σε µια από αυτές, που έγινε στο Τέξας, στη βάση Μπρουκς της πολεµικής περοπορίας, παραδέχτηκε ότι δε θεράπευε τη σχιζοφρένεια, αλλά ότι, αντίθετα, η αποστέρηση των αισθήσεων «προκαλεί τα βασικά συµmπτώµατα της σχιζοφρένειας: παραισθήσεις, έντονο άγχος, απώλεια της επαφής µε την πραγµατικότητα».Στις σηµειώσεις του για αυτή τη διάλεξη αναφέρει ότι µετά την αποστέρηση των αισθήσεων ακολουθούσε µια «αισθητηριακή υιιερφόρτωση», αναφερόµενος στη χρησιµοποίηση των ηλεκτροσόκ και στις ατέλειωτες επαναλήψεις ηχογραφηµένων µηνυµάτων και προαναγγέλλoνrας τις µελλοντικές ανακριτικές τακτικές”.
Η CIA χρηµατοδοτούσε το έργο του Κάµερον µέχρι το 1961, και για πολλά χρόνια δεν ήταν σαφές πώς ακριβώς και αν η κυβέρνηση των ΗΠΑ χρησιµοποίησε τις έρευνές του. Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, όταν τελικά παρουσιάστηκαν στις συνεδριάσεις της Γερουσίας αποδείξεις για τη χρηµατοδότηση των πειραµάτων από τη CIA και κάποιοι από τους ασθενείς πήραν την τολµηρή απόφαση να υποβάλουν αγωγές εναντίον της υπηρεσίας, οι περισσότεροι δηµοσιογράφοι και νοµοθέτες έτειναν να αποδεχτούν την εκδοχή της CIA για τα γεγονότα (δηλαδή, ότι είχε διεξαγάγει έρευνες για τις τεχνικες πλύσης εγκεφάλου µε σκοπό την προστασία των αιχµάλωτων Αµερικανών στρατιωτών). Το µεγαλύτερο µέρος της προσοχής του Τύπου εστιάστηκε στην εντυπωσιακή λεπτοµέρεια ότι η κυβέρνηση είχε χρηµατοδοτήσει τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών. Πράγµατι, όταν τελικά ξέσπασε το σκάνδαλο, δόθηκε ιδιαίτερη έµφαση στο γεγονός ότι η CIA και ο Γιούεν Κάµερον είχαν εντελώς κυνικά καταστρέψει µε τα πειράµατά τους ανθρώπινες ζωές χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός λόγος: Η έρευνα θεωρήθηκε άχρηστη, καθώς όλοι γνώριζαν ότι η πλύση εγκεφάλου ήταν ένας µύθος του Ψυχρού Πολέµου.
Από τη µεριά της, η CIΑ ενθάρρυνε αυτή την αντιµετώπιση, προτιµώντας να τη χλευάζουν επειδή τάχα είχε πιστέψει σε ανόητες θεωρίες επιστηµονικής φαντασίας παρά να την κατηγορούν ότι είχε χρηµατοδοτήσει ένα εργαστήριο βασανιστηρίων σε ένα φηµισµένο πανεπιστήµιο το οποίο, µάλιστα, υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσµατικό. Όταν ο Τζον Γκίτινγκερ, ο ψυχολόγος που υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος της CIΑ ο οποίος ήρθε σε επαφή µε τον Κάµερον, υποχρεώθηκε να καταθέσει στη συνεδρίαση µιας µεικτής επιτροπής της Γερουσίας, χαρακτήρισε την οικονοµική υποστήριξη προς τον Κάµερον «ένα ηλίθιο λάθος, […] ένα τροµακτικό λάθος». Όταν κατά τις ακροάσεις της Γερουσίας ζητήθηκε από τον Σίντνεί Γκότλιµπ, πρώην επικεφαλής του σχεδίου «MKUltra», να εξηγήσει για ποιο λόγο είχε διατάξει να καταστραφούν όλα τα αρχεία τού ύψους 25 εκατοµµυρίων δολαρίων προγράµµατος, απάντησε ότι «τα αποτελέσµατα του “MKUltra” δεν είχαν κάποια σηµαντική αξία για την υπηρεσία». Από τη στιγµή που ήρθε στο φως το σχέδιο «MKUltra» τη δεκαετία του 1980 και µέχρι σήµερα στις διάφορες έρευνες που δηµοσιεύονται τόσο στον Τύπο όσο και σε βιβλία τα πειράµατα περιγράφονται συστηµατικά µε τις φράσεις «έλεγχος της σκέψης» και «πλύση εγκεφάλου». Η λέξη «βασανιστήρια» δε χρησιµοποιείται σχεδόν ποτέ.
Η επιστήµη ιου φόβου
Το 1988 οι New York Times πραγµατοποίησαν µια τολµηρή έρευνα για την ανάµειξη των ΗΠΑ σε βασανιστήρια και δολοφονίες στην Ονδούρα. Ο Φλορένσιο Καµπαλέρο, ανακριτής του διαβόητου για τη βαναυσότητά του Τάγµατος 316 του στρατού της Ονδούρα, αποκάλυψε στους Times ότι ο ίδιος και είκοσι τέσσερις συνάδελφοί του είχαν εκπαιδευτεί στο Τέξας από τη CIA. «Μας δίδαξαν ψυχολογικές µεθόδους ώστε να εντοπίζουµε τους φόβους και τις αδυναµίες ενός κρατουµένου. Έπρεπε να τον υποχρεώνουµε να στέκεται όρθιος, να µην τον αφήνουµε να κοιµάται, να τον κρατάµε γυµνό και αποµονωµένο, να βάζουµε αρουραίους και κατσαρίδες στο κελί του, να του δίνουµε άθλια τροφή, να του σερβίρουµε νεκρά ζώα, να τον καταβρέχουµε, να αλλάζουµε τη θερµοκρασία στο κελί του». Υπήρχε µία ακόµα τεχνική, την οποία απέφυγε να αναφέρει: το ηλεκτροσόκ.
Η Ινές Μουρίλιο, µια εικοσιτετράχρονη κρατούµενη την οποία «ανέκριναν» ο Καµπαλέρο και οι συνάδελφοί του, είπε στους Times ότι της έκαναν τόσα πολλά ηλεκτροσόκ, ώστε «ούρλιαζα και σωριάστηκα στο έδαφος. Δεν µπορείς να συγκρατήσεις τα ουρλιαχτά σου». Και συνέχισε: «Μύρισα καπνό και συνειδητοποίησα ότι είχα πάθει εγκαύµατα από τα ηλεκτροσόκ. Μου είπαν ότι θα µε βασάνιζαν µέχρι να τρελαθώ. Δεν τους πίστεψα. Όµως άνοιξαν τα πόδια µου και έχωσαν καλώδια στα γεννητικά µου όργανα». Η Μουρίλιο δήλωσε επίσης ότι υπήρχε και κάποιος άλλος στο δωµάτιο: ένας Αµερικανός που έλεγε στους ανακριτές ποιες ερωτήσεις να κάνουν και αυτοί τον αποκαλούσαν «κύριο Μάικ».
Οι αποκαλύψεις αυτές οδήγησαν στις ακροάσεις της Επίλεκτης Επιτροπής για τις Υπηρεσίες Πληροφοριών της Γερουσίας, κατά τη διάρκεια των οποίων ο τότε αναπληρωτής διευθυντής της CIΑ Ρίτσαρντ Στολζ επιβεβαίωσε ότι «Ο Καμπαλέρο είχε όντως παρακολουθήσει ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα της CIA για την εκμετάλλευση των ανθρώπινων πόρων και την ανάκριση». Η Bαltimore Sun υπέβαλε μια αίτηση βάσει του Νόμου για την Ελευθερία της Πληροφόρησης ζητώντας το υλικό που είχε χρησιμοποιηθεί για την εκπαίδευση ανθρώπων όπως ο Καμπαλέρο. Για πολλά χρόνια η CIΑ αρνιόταν να συμμορφωθεί. Τελικά, υπό την απειλή μιας αγωγής και εννέα χρόνια μετά τη δημοσίευση του πρώτου άρθρου για αυτή την ιστορία, η CIΑ παρέδωσε ένα βιβλιαράκι με τον τίτλο Kubαrk Counterintelligence Ιnterrogαtion. Ο τίτλος ήταν κωδικοποιημένος: Σύμφωνα με τους New York Times, «η λέξη “Kubark” είναι ένα κρυπτώνυμο, με το κU να είναι δύο τυχαία γράμματα στη σειρά και το BARK ο κωδικός για την υπηρεσία εκείνη την εποχή».
Σύμφωνα με πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, εικάζεται ότι το κU υποδηλώνει «μια χώρα ή μια συγκεκριμένη μυστική ή συγκαλυμμένη ειιιχείρηση». Το βιβλιαράκι είναι ένα εγχειρίδιο 128 σελίδων για την «ανάκριση ανθεκτικών πηγών» και βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στις έρευνες που είχαν διεξαχθεί στο πλαίσιο του σχεδίου «MKUltra» είναι παντού εμφανή τα ίχνη των πειραμάτων του Γιούεν Κάμερον και του Ντόναλντ Χεμπ. Οι μέθοδοι ποικίλλουν από την αποστέρηση των αισθήσεων μέχρι την πρόκληση άγχους και από την αποστέρηση της όρασης με κουκούλα μέχρι την πρόκληση πόνου. (Το εγχειρίδιο παραδέχεται ότι πολλές από αυτές τις ανακριτικές τακτικές είναι παράνομες και συμβουλεύει τους ανακριτές «να ζητούν εκ των προτέρων έγκριση από τα κεντρικά [ ... ] σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις: 1. Αν πρόκειται να προκληθούν σωματικές βλάβες. 2. Αν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ιατρικές, χημικές ή ηλεπφικές μέθοδοι ή υλικά για να αποσπαστεί η συναίνεση [του κρατουμενου]»}
Το εγχειρίδιο χρονολογείται από το 1963, το τελευταίο έτος λειτουργίας του προγράμματος «MKUltra» και δύο χρόνια μετά το τέλος των χρηματοδοτούμενων από τη CIΑ πειραμάτων του Κάμερον. Στο βιβλιαράκι αναγράφεται ότι, αν οι τεχνικές χρησιμοποιηθούν ορθά, «θα καταστρέψουν τη δυνατότητα αντίστασης» μιας ανθεκτικής πηγής. Όπως αποδεικνύεται, αυτός ήταν και ο πραγματικός σκοπός του σχεδίου «MKUltra»: όχι να γίνουν έρευνες πάνω στην πλύση εγκεφάλου (κάτι που αποτελούσε απλώς ένα παράπλευρο σχέδιο), αλλά να σχεδιαστεί ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο σύστημα για την απόσπαση πληροφοριών από «ανθεκτικες πηγές». Πράγμα που σημαίνει βασανιστήρια.
Στην πρώτη σελίδα του εγχειριδίου αναφέρεται ότι στη συνέχεια θα περιγραφούν ανακριτικές μέθοδοι που βασίζονται «σε εκτενείς έρευνες, συμπεριλαμβανομένων επιστημονικών πειραμάτων που διεξήχθησαν από ειδικούς σε συναφή υποκείμενα». Το εγχειρίδιο εγκαινιάζει μια νέα εποχή εξειδικευμένων :αι εκλεπτυσμένων βασανιστηρίων σε αντικατάσταση των μακάβριων, χονδροειδών και αναποτελεσματικών μεθόδων βασανισμού που χρησιμοποιούταν από την εποχή της ισπανικής Ιεράς Εξέτασης. Εν είδει προλόγου, αναφέρεται στο εγχειρίδιο: «Η υπηρεσία πληροφοριών, η οποία είναι πλέον σε θέση να επιλύει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με τις πιο κατάλληλες και σύγχρονες γνώσεις, διαθέτει ένα τεράστιο πλεονέκτημα έναντι μιας υπηρεσίας που διεξάγει τις μυστικές επιχειρήσεις της με μεθόδους του δέκατου όγδοου αιώνα. [ ... ] Δεν είναι πλέον δυνατόν να μιλάμε για ανάκριση χωρίς να γίνεται αναφορά συς ψυχολογικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν την προηγούμενη δειαετία».Και ακολουθεί ένας πρακτικός οδηγός για την αποδιάρθρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Στο εγχειρίδιο υπάρχει μια μεγάλη ενότητα για την αποστέρηση των αισθήσεων, στην οποία γίνεται λόγος για «έναν αριθμό πειραμάτων στο Πανεπιστήμιο Μακγκίλ». Περιγράφεται λεπτομερώς η κατασκευή θαλάμων απομόνωσης και επισημαίνεται ότι «η αποστέρηση ερεθισμάτων προκαλεί παλινδρόμηση, καθώς ο νους του υποκειμένου στερείται επαφής με τον εξωτερικό κόσμο, με συνέπεια αυτό να υποχρεώνεται να αναδιπλωθεί στον εαυτό του. Ταυτόχρονα, η έκθεση του υποκειμένου που έχει παλινδρομήσει σε προσχεδιασμένα ερεθίσματα κατά τη διάρκεια της ανάκρισης το ωθεί να αντιμετωπίζει τον ανακριτή ως πατρική φιγούρα». Η αίτηση βάσει του Νόμου για την Ελευθερία της Πληροφόρησης είχε ως αποτέλεσμα η CIΑ να παραδώσει και μια αναθεωρημένη εκδοχή του εγχειριδίου, που εκδόθηκε το 1983 για χρήση στη Λατινική Αμερική. «Τα παράθυρα θα πρέπει να βρίσκονται τοποθετημένα ψηλά στον τοίχο, ενώ θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να μπλοκάρεται το εξωτερικό φως», αναγράφεται εκεί.*
* Τα εγχειρίδιο του 1983 είναι γραμμένο με τρόπο ώσrε να χρησιμοποιείται ως διδακτικό υλικό, καθώς συμπεριλαμβάνει τεστ και συμβουλές («Οταν ξεκινάτε μια νέα συνεδρία, να έχετε πάντα καινούριες μπαταρίες σrη διάθεσή σας»). (Σ.τ.Σ.)
Ήταν αυτό ακριβώς που φοβόταν ο Χεμπ: τη χρησιμοποίηση των μεθόδων αποστέρησης των αισθήσεων ως «τρομακτικών ανακριτικών τεχνικών». Όμως ήταν το έργο του Κάμερον και η συνταγή του για τη διατάραξη της «αντίληψης του χωροχρόνου» που αποτέλεσαν τον πυρήνα της μεθόδου η οποία περιγράφεται στο εγχειρίδιο Kubαrk. Το βιβλιαράκι αναφέρει αρκετές από τις τεχνικές αποδόμησης της προσωπικότητας των ασθενών οι οποίες τελειποιήθηκαν στο υπόγειο του Ινστιτούτου Άλαν: «Η βασική αρχή είναι ότι οι συνεδρίες πρέπει να είναι σχεδιασµένες µε τέτοιον τρόπο, ώστε να διαταράσσουν την αίσθηση της χρονολογικής σειράς. [ ... ] Μερικοί ανακρινόµενοι ενδέχεται να παλινδροµήσουν µέσω της συνεχούς χειραγώγησης του χρόνου, βάζοντας τα ρολόγια πιο µπροστά ή πιο πίσω και σερβίροντας τα γεύµατα σε παράξενες ώρες δέκα λεπτά ή δέκα ώρες µετά το σερβίρισµα του προηγούµενου γεύµατος. Η νύχτα και η µέρα συγχέονται».
Περισσότερο από οποιαδήποτε επιµέρους τεχνική, αυτό που κυρίως ερέθισε τη φαντασία των συγγραφέων του Kubark ήταν η εστίαση του Κάµερον στην παλινδρόµηση, στην ιδέα ότι, στερωντας από τους ανθρώπους την αίσθηση του ποιοι είναι και πού βρίσκονται σε σχέση µε το χρόνο και το χώρο, ενήλικες µπορούσαν να µετατραπούν σε εξαρτηµένα παιδιά των οποίων ο νους ήταν άγραφο χαρτί, απόλυτα χειραγωγήσιµα. Οι συγγραφείς επανέρχονται επανειληµµένα σε αυτό το θέµα: «Το σύνολο των τεχνικών που χρησιµοποιούνται για να βγει µια ανάκριση από ένα αδιέξοδο, ολόκληρο το φάσµα από την απλή αποµόνωση µέχρι την ύπνωση και τη νάρκωση, είναι ουσιώδεις τρόποι για να επιταχυνθεί η διαδικασία της παλινδρόµησης. Καθώς ο ανακρινόµενος διολισθαίνει από την ωριµότητα σε µια περισσότερο νηπιακή κατάσταση, τα αποκτηµένα ή δοµηµένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του εξασθενούν». Τότε είναι που ο κρατούµενος εισέρχεται σε µια κατάσταση «ψυχολογικού σοκ» ή «αναστολή» της ζωτικότητας», φτάνοντας στο ποθητό για έναν ανακριτή σηµείο, καθώς τότε «το υποκείµενο είναι πολύ πιο δεκτικό σε υποδείξεις, πολύ πιο πιθανό να συµµορφωθεί».
Ο Άλφρεντ Μακόι, ένας ιστορικό; του Πανεπιστηµίου του Ουισκόνσιν που έχει παρουσιάσει την εξέλιξη των τεχνικών βασανισµού από την εποχή της Ιεράς Εξέτασης στο βιβλίο του Α Question of Torture: CIA Ιnterrogation from the Cold War to the War on Terror, χαρακτηρίζει τη µέθοδο πρόκλησης σοκ µέσω της αποστέρησης των αισθήσεων που περιγράφεται στο εγχειρίδιο Kubark και την επακόλουθη αισθητηριακή υπερφόρτωση «την πρώτη πραγµατική επανάσταση στην απάνθρωπη επιστήµη του πόνου έπειτα από τρεις αιωνες. Και, σύµφωνα µε τον Μακόι, δε θα µπορούσε να επέλθει χωρίς τα πειράµατα που έγιναν στο Πανεπιστήµιο Μακγκίλ τη δεκαετία του 1950. «Απαλλαγµένα από τις αλλόκοτες υπερβολές του δρα Κάµερον, τα πειράµατά του, που βασίστηκαν στην προηγούµενη καινοτόµο έρευνα του δρα Χεµπ, έθεσαν τα επιστηµονικά θεµέλια για τη σε δύο στάδια ψυχολογική µέθοδο βασανισµού της CIA».
Στις χώρες όπου έδρασαν όσοι εκπαιδεύτηκαν στη µέθοδο του εγχειριδίου Kubαrk είναι ολοφάνερη η υιοθέτηση κάποιων συγκεκριµένων προτύπων, σχεδιασµένων έτσι ώστε να προκαλούν, να αυξάνουν και να συντηρούν την κατάσταση σοκ: Οι κρατούµενοι συλλαµβάνονται απροσδόκητα και µε τρόπο άκρως αποπροσανατολιστικό, είτε αργά τη νύχτα είτε τα χαράµατα, όπως συµβουλεύει το εγχειρίδιο. Τους φορούν αµέσως κουκούλες ή τους καλύπτουν τα µάτια, Τους γυµνώνουν και τους χτυπούν, ενώ στη συνέχεια τους επιβάλλουν κάποιας µορφής αποστέρηση των αισθήσεων. Και από τη Γουατεµάλα µέχρι την Ονδούρα, από το Βιετνάµ µέχρι το Ιράκ, από τις Φιλιππίνες µέχρι τη Χιλή, η χρήση ηλεκτροσόκ είναι καθολική.
Φυσικά, η επιρροή του Κάµερον ή του σχεδίου «MKUltra» δεν είναι η µοναδική. Τα βασανιστήρια βασίζονται πάντα στον αυτοσχεδιασµό, σε ένα συνδυασµό εµπεδωµένων τεχνικών και της ενστικτώδους ροπής του ανθρώπου προς τη βαναυσότητα, η οποία αποχαλινώνεται όταν βασιλεύει η ατιµωρησία. Στα µέσα της δεκαετίας του 1950 στην Αλγερία ήταν ρουτίνα ο βασανισµός µε ηλεκτροσόκ των µαχητών για την ανεξαρτησία από Γάλλους στρατιώτες, συχνά µε τη βοήθεια ψυχιάτρων. Την ίδια περίοδο Γάλλοι αξιωµατικοί πραγµατοποίησαν σεµινάρια σε µια αµερικανική σχολή «καταστολής της ανταρσίας στο Φορτ Μπραγκ της Βόρειας Καρολίνα, στη διάρκεια των οποίων εκπαίδευσαν όσους τα παρακολούθησαν στις τεχνικές που χρησιµοποιούνταν στην Αλγερία. Ωστόσο είναι σαφές ότι το συγκεκριµένο µοντέλο του Κάµερον, που βασιζόταν σε πολλαπλά και συνεχόµενα ηλεκτροσόκ όχι µόνο για την πρόκληση πόνου αλλά και για την κατάλυση δοµηµένων προσωπικοτήτων, εντυπωσίασε τη CIA. Το 1966 η υπηρεσία έστειλε στη Σαίγκόν τρεις ψυχιάτρους εξοπλισµένους µε µια ΠέιτζΡάσελ, τη συσκευή ηλεκτροσόκ που προτιµούσε ο Κάµερον. Τη χρησιµοποίησαν µε τόσο επιθετικό τρόπο, ώστε αρκετοί κρατούµενοι έχασαν τη ζωή τους.
Σύµφωνα µε τον Μακόι, «στην πραγµατικότητα, δοκίµαζαν υπό πραγµατικές συνθήκες αν οι τεχνικές αποδόµησης του Κάµερον µπορούσαν όντως να αλλοιώσουν την ανθρώπινη ουµπεριφορά. Ωστόσο η άµεση εµπλοκή αξιωµατούχων των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ ήταν σπάνια. Από τη δεκαετία του 1970 και µετά ο ρόλος που προτιµούσαν οι Αµερικανοί πράκτορες ήταν αυτός του µέντορα ή του εκπαιδευτή και όχι του απευθείας ανακριτή. Μαρτυρίες ανθρώπων που επέζησαν από βασανιστήρια στη Λατινική Αµερική κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και του 1980 βρίθουν αναφορών σε µυστηριώδεις ανθρώπους που µιλούσαν αγγλικά, µπαινόβγαιναν στα κελιά και έδιναν συµβουλές στους ανακριτές ή τους υπαγόρευαν τι ερωτήσεις να κάνουν. Η Νταίάνα Ορτίζ, μια Αμερικανίδα μοναχή που απήχθη και φυλακίστηκε στη Γουατεμάλα το 1989, έχει καταθέσει ότι οι άντρες που τη βίαζαν και την έκαιγαν με τσιγάρα έπαιρναν διαταγές από κάποιον που μιλούσε ισπανικά με έντονη αμερικανική προφορά και τον αποκαλούσαν «αφεντικο». Η Τζένιφερ Χάρμπουρι, της οποίας ο σύζυγος βασανίστηκε και δολοφονήθηκε από έναν αξιωματικό του στρατού της Γουατεμάλα που ήταν στη μισθοδοσία της CIA, έχει τεκμηριώσει πολλές τέτοιες περιπτώσεις στο εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο της Truth, Torture and the American Wαy.
Παρά την «ευλογία» πολλών διαδοχικών κυβερνήσεων της Ουάσινγκτον, ο ρόλος των ΗΠΑ σε αυτούς τους βρόμικους πολέμους έπρεπε να είναι συγκαλυμμένος, για προφανείς λόγους. Τα βασανιστήρια, είτε ψυχολογικά είτε σωματικά, συνιστούν κατάφωρη παραβίαση των Συμβάσεων της Γενεύης, που απαγορεύουν ρητά «κάθε μορφή βασανισμού ή πρόκλησης πόνου», αλλά και του Ενιαίου Κώδικα Στρατιωτικής Δικαιοσύνης των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ, που απαγορεύει την «πρόκληση πόνου» και την «καταπίεση» των αιχμαλώτων. Το εγχειρίδιο Kubark προειδοποιεί τους αναγνώστες στη σελίδα 2 ότι οι τεχνικές ενέχουν «σοβαρό κίνδυνο μεταγενέστερων αγωγών», ενώ η εκδοχή του 1983 είναι ακόμα πιο ωμή: «Η χρησιμοποίηση βίας, ψυχολογικών βασανιστηρίων, απειλών και προσβολών ή η δυσάρεστη και απάνθρωπη μεταχείριση οποιουδήποτε είδους ως ένα μέσο υποβοήθησης της ανάκρισης απαγορεύονται από τη νομοθεσία, τόσο τη διεθνή όσο και την εγχώρια». Με απλά λόγια, αυτό που έκαναν οι Αμερικανοί πράκτορες ήταν παράνομο, συνεπώς έπρεπε να γίνεται συγκαλυμμένα. Αν κάποιος τους ρωτούσε, απαντούσαν ότι δίδασκαν σύγχρονες επαγγελματικές μεθόδους αστυνόμευσης σε εκπαιδευόμενους από τις αναπτυσσόμενες χώρες και ότι δεν ήταν υπεύθυνοι για τις όποιες «υπερβολες συνέβαιναν έξω από τις αίθουσες διδασκαλίας.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 η μακρόχρονη επιμονή στη δυνατότητα διάψευσης οποιασδήποτε ανάμειξης πήγε περίπατο. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους και στο Πεντάγωνο ήταν διαφορετικά είδη σοκ από εκείνα που φαντάζονταν οι συγγραφείς του εγχειριδίου Kubαrk, όμως οι επιπτώσεις τους ήταν εντυπωσιακά παρόμοιες: βαθύτατος αποπροσανατολισμός, ακραίος φόβος και άγχος, συλλογική παλινδρόμηση. Ακριβώς όπως ο ανακριτής μετατρέπεται, σύμφωνα με το εγχειρίδιο Kubark, σε «πατρική φιγούρα» για τους αιχμαλώτους, έτσι και η κυβέρνηση Μπους έσπευσε να εκμεταλλευτεί το διάχυτο φόβο για να υποδυθεί το ρόλο του προστατευτικού γονιού που είναιέτοιµος να υπερασπιστεί την «πατρική γη» και τον ευάλωτο λαό µε κάθε αναγκαίο µέσο. Η µετατόπιση στην πολιτική των ΗΠΑ, που συνοψίστηκε από τον αντιπρόεδρο Ντικ Τσέινι στην περιβόητη δήλωσή του ότι «θα δράσουµε στη σκοτεινή πλευρά», δε σήµαινε πως η κυβέρνηση Μπους υιοθετούσε τακτικές τις οποίες αποστρέφονταν οι περισσότερο ανθρωπιστές προκάτοχοί της (όπως ισχυρίστηκαν πολλοί Δηµοκρατικοί, επικαλούµενοι αυτό που ο ιστορικός Γκάρ Ουίλς αποκαλεί «ιδιαίτερο αµερικανικό µύθο της αρχετυπικής αναµαρτησίας»). Αντίθετα, η πραγµατική µετατόπιση αφορούσε το ότι όσα στο παρελθόν γίνονταν διά αντιπροσώπων και αρκετά µακριά ώστε να υπάρχει η δυνατότητα διάψευσης τώρα πια η αµερικανική κυβέρνηση θα τα έκανε απευθείας η ίδια και θα τα υπερασπιζόταν ανοιχτά.
Παρά τα όσα έχουν ειπωθεί για την ανάθεση της πραγµατοποίησης βασανιστηρίων σε «εξωτερικούς προµηθευτές», η πραγµατική καινοτοµία της κυβέρνησης Μπους ήταν η «εγχωριοιιοίηοη» των βασανιστηρίων, µε τους κρατούµενους να βασανίζονται πλέον από πολίτες των ΗΠΑ σε ελεγχόµενες από τις ΗΠΑ φυλακές ή να µεταφέρονται µε περοπλάνα των ΗΠΑ σε τρίτες χώρες µε τη διαδικασία της «έκτακτης έκδοοης». Αυτή ακριβώς ήταν η διαφορά του καθεστώτος Μπους από τις προηγούµενες κυβερνήσεις: Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου τόλµησε να απαιτήσει το δικαίωµα να βασανίζει χωρίς αιδώ. Ωστόσο υπήρχε ο κίνδυνος να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον της κυβέρνησης, ένα πρόβληµα που αντιµετωπίστηκε µε την αλλαγή της νοµοθεσίας. Η αλυσίδα των γεγονότων είναι γνωστή: Ο τότε υπουργός Άµυνας Ντόναλντ Ράµσφελντ, εξουσιοδοτηµένος από τον Τζορτζ Μπους, εξέδωσε ένα διάταγµα σύµφωνα µε το οποίο όσοι συλλαµβάνονταν στο Αφγανιστάν δεν καλύπτονταν από τις Συµβάσεις της Γενεύης, επειδή ήταν «εχθρικοί µαχητές» και όχι αιχµάλωτοι πολέµου. Το διάταγµα προσυπέγραψε ο τότε νοµικός σύµβουλος του Λευκού Οίκου Αλµπέρτο Γκονζάλες (ο οποίος αργότερα θα διοριζόταν γενικός εισαγγελέας των ΗΠΑ).
Στη συνέχεια ο Ράµσφελντ ενέκρινε τη χρησιµοποίηση µιας σειράς από ειδικές ανακριτικές πρακτικές στον πόλεµο κατά της τροµοκρατίας. Σε αυτές συµπεριλαµβάνονταν οι µέθοδοι που παρατίθενται στα εγχειρίδια της CIA: «χρησιµοποίηση χώρων αποµόνωσης µέχρι και για τριάντα µέρες», «αποστέρηση του φωτός και ακουστικών ερεθισµάτων», «τοποθέτηση µιας κουκούλας στο κεφάλι του κρατουµένου κατά τη διάρκεια της µεταφοράς και της ανάκρισής του», «αφαίρεση των ρούχων» και «χρησιµοποίηση των ατοµικών φοβιών των κρατουµένων (όπως η φοβία για τους σκύλους) για την πρόκληση άγχους». Σύµφωνα µε το Λευκό Οίκο, η απαγόρευση των βασανιστηρίων εξακολουθούσε να ισχύει, όµως για να χαρακτηρίζεται πλέον µια ενεργεια «βασανιστήριο» ο πόνος που προκαλούνταν θα έπρεπε να είναι «αντίστοχος σε ένταση µε τον πόνο που συνοδεύει σοβαρά σωµατικά τραύµατα, όπως η βλάβη σε ένα όργανο». *
Σύµφωνα µε αυτούς τους νέους κανόνες, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ήταν ελεύθερη να χρησιµοποιεί τις µεθόδους που είχαν αναπτυχθεί τη δεκαετία του 1950 υπό συνθήκες µυστικότητας και διαψευσιµότητας, µόνο που πλέον το έκανε απροκάλυπτα, χωρίς να υπάρχει ο φόβος ποινικής δίωξης. Τον Φεβρουάριο του 2006 το Συµβούλιο για τις Επιστήµες της Πληροφόρησης, ένας συµβουλευτικός βραχίονας της ClA, δηµοσίευσε µια αναφορά γραµµένη από ένα βετεράνο ανακριτή του Υπουργείου Άµυνας, η οποία δήλωνε απροκάλυπτα ότι «η προσεκτική ανάγνωση του εγχειριδίc Kubark είναι ουσιώδης για όποιον συµµετέχει σε ανακρίοεις.
Ένας από τους ανθρώπους που βρέθηκαν αντιµέτωποι µε τη νέα τάξη πραγµάτων ήταν ο πολίτης των ΗΠΑ και πρώην µέλος συµµορίας Χοσέ Παντίλα Συνελήφθη τον Μάιο του 2002 στο αεροδρόµιο Ο’Χέαρ του Σικάγου µε την κατηγορία ότι σκόπευε να κατασκευάσει µια «βρόµικη βόµβα»**. Αντί να ασκηθεί δίωξη εναντίον του και η υπόθεσή του να ακολουθήσει το δρόµο της δικαοσύνης, ο Παντίλα χαρακτηρίστηκε «εχθρικός µαχητής», µε συνέπεια να στερηθεί όλα τα δικαιώµατά του. Ο Παντίλα ισχυρίζεται ότι τον οδήγησαν σε μία φυλακή του πολεµικού ναυτικού των ΗΠΑ στο Τσάρλεστον της Νότιας Καρολίνα, του έκαναν µια ένεση µε ναρκωτική ουσία (που πιστεύει ότι ήταν είτε LSD είτε PCP) και τον υπέβαλαν σε έντονη αποστέρηση των αισθήσεων: Τον έκλε σαν σε ένα µικροσκοπικό κελί µε καλυµµένα παράθυρα και δεν του επέτρεψαν να έχει ένα ρολόι ή ένα ηµερολόγιο. Όποτε τον έβγαζαν από το κελί, τc φορούσαν χειροπέδες, αδιαφανή γυαλιά για να µη βλέπει και ακουστικά να μην ακούει. Ο Παντίλα έζησε σε αυτές τις συνθήκες χίλιες τριακόσιες εφτά μέρες, ερχόμενος σε επαφή μόνο με τους ανακριτές του, οι οποίοι, όταν τον ανέκριναν, βομβάρδιζαν τις διψασμένες για ερεθίσματα αισθήσεις του με εκτυφλωτικό φως και εκκωφαντικού; ήχους.
* Υπό την πίεση µελών του Κογκρέσου και της Γερουσίας, αλλά και του Ανώτατου Δικαστήρίου, η κυβέρνηση Μπους υποχρεώθηκε να µετριάσει κάπως τη θέση της όταν το Κογκρέσο εν κρινε το Νόµο για τις Στρατιωτικές Προµήθειες του 2006. Όµως, παρόλο που ο Λευκός Οίκ χρησιµοποίησε τον καινούριο νόµο ως πρόσχηµα για να ισχυριστεί ότι αποκήρυσσε τη χρή< βασανιστηρίων, υπήρχαν τεράστια «παράθυρα» που επέτρεπαν στους πράκτορες της CIA κ στους άντρες των ιδιωτικών εταιρειών ασφάλειας να συνεχίσουν να χρησιµοποιούν την αισθ τηριακή αποστέρηση και υπερφόρτωση που περιγραφόταν στο εγχειρίδιο Kubαrk, καθώς κ άλλες «δηµιουργικά» τεχνικές, στις οποίες περιλαµβανόταν και η προσοµοίωση πνιγµού. Πρ υπογράψει τη νοµοθετική πράξη, ο Μπους πρόσθεσε µια «έγγραφη δήλωση» στην οποία δι τράνωνε το δικαίωµά του «να ερµηνεύω το νόηµα και την εφαρµογή των Συµβάσεων της Γενε ης» κατά το δοκούν. Οι New York Times έγραψαν ότι ψε τη µονοµερή απόφασή του ξαναέγρ ψε περισσότερα από διακόσια χρόνια παράδοσης και νόµου». (Σ.τ.Σ.)
** Αυτοσχέδια βόµβα µε ραδιενεργό υλικό. (Σ.τ.Μ.)
Ο Παντίλα οδηγήθηκε στο δικαστήριο τον Δεκέμβριο του 2006, παρόλο που είχε αποσυρθεί η κατηγορία της πρόθεσης κατασκευής «βρόμικης βόμβας» για την οποία είχε συλληφθεί. Τον κατηγόρησαν ότι είχε επαφές με τρομοκράτες, όμως δεν μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα για να υπερασπίσει τον εαυτό του: Σύμφωνα με τις καταθέσεις ειδικών, οι τεχνικές παλινδρόμησης είχαν καταστρέψει ολοκληρωτικά τον ενήλικο άντρα που ήταν κάποτε, εκπληρώνοντας απόλυτα το σκοπό για τον οποίο είχαν σχεδιαστεί. «Τα εκτενή βασανιστήρια που υπέστη ο κύριος Παντίλα του προκάλεσαν βλάβες, τόσο πνευματικές όσο και σωματικές», δήλωσε ο δικηγόρος του στο δικαστήριο. «Ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση αντιμετώπισε τον κύριο Παντίλα του στέρησε την προσωπικότητά του». Ένας ψυχίατρος που τον εξέτασε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «δεν έχει την ικανότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του». Όμως ο διορισμένος από τον Μπους δικαστής επέμεινε ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να δικαστεί. Το γεγονός ότι ο Παντιλα οδηγήθηκε ενώπιον της τακτικής δικαιοσύνης καθιστά την περίπτωσή του ιδιαίτερη. Χιλιάδες άλλοι κρατούμενοι σε ελεγχόμενες από τις Ηνωμένες Πολιτείες φυλακές (οι οποίοι, σε αντίθεση με τον Παντίλα, δεν είναι πολίτες των ΗΠΑ) υπέστησαν ένα παρόμοιο καθεστώς βασανισμού, χωρίς τη δημόσια απόδοση ευθυνών την οποία εξασφαλίζει η τακτική δικαιοσύνη.
Πολλοί βρίσκονται στο Γκουαντάναμο. Ο Μαμντού Χαμπίμπ, ένας Αυστραλός που ήταν έγκλειστος εκεί, έχει δηλώσει ότι «ο κόλπος του Γκουαντάναμο είναι ένα πείραμα [ ... ] και πειραματίζονται πάνω στην πλύση εγκεφάλου». Πράγματι, όπως δείχνουν οι μαρτυρίες, οι αναφορές και οι φωτογραφίες από το Γκουαντάναμο, είναι σαν το Ινστιτούτο Άλαν να μεταφέρθηκε στην Κούβα. Στους κρατούμενους επιβάλλονται συνθήκες έντονης αποστέρησης των αισθήσεων με κουκούλες, αδιαφανή γυαλιά και ακουστικά. Τους αφήνουν μέσα σε κελιά απομόνωσης για μήνες και τους βγάζουν έξω μόνο για να βομβαρδίσουν τις αισθήσεις τους με αλυχτίσματα σκυλιών, εκτυφλωτικό φως και μαγνητοταινίες με κλάματα μωρών, εκκωφαντική μουσική και νιαουρίσματα γατιών.
Για πολλούς κρατούμενους οι επιπτώσεις αυτών των τεχνικών είναι παρόμοιες με εκείνες στους ασθενείς του Ινστιτούτου Άλαν τη δεκαετία του 1950: ολοκληρωτική παλινδρόμηση. Ένας Βρετανός πολίτης που ήταν κρατούμενος και απελευθερώθηκε αποκάλυψε στους δικηγόρους του ότι σε ένα τµήµα της φυλακής, το Μπλοκ Δέλτα, υπάρχουν «τουλάχιστον πενήντα» κρατούµενοι που βρίσκονται σε µόνιµη κατάσταση ααραληρήµατος. Σε µια αποχαρακτηρισµένη επιστολή του FBI προς το Πεντάγωνο γίνεται λόγος για ένα µεγάλης αξίας κρατούµενο που «παρέµεινε σε εντατική αποµόνωση για περισσότερους από τρεις µήνες» και «η συµπεριφορά του έδειχνε ότι είχε υποστεί ακραία ψυχολογικά τραύµατα (µίλαγε σε ανύπαρκτους ανθρώπους, έλεγε ότι άκουγε φωνές, έµενε κουλουριασµένος επί ώρες πάνω στο δάπεδο του κελιού τυλιγµένος µε ένα σεντονι)».
Ο Τζέιµς Γι, ένας µουσουλµάνος πρώην κληρικός του στρατού των ΗΠΑ που εργαζόταν στο Γκουαντάναµο, έχει δηλώσει ότι οι κρατούµενοι στο Μπλοκ Δέλτα επιδεικνύουν τα κλασικά συµπτώµατα της ακραίας παλινδρόµησης. «Σταµατούσα για να τους µιλήσω και εκείνοι µου απαντούσαν µε παιδιάστικη φωνή, λέγοντας ανοησίες. Πολλοί από αυτούς τραγουδούσαν παιδικά τραγουδάκια, επαναλαµβάνοντάς τα ασταµάτητα. Κάποιοι σκαρφάλωναν στα κρεβάτια τους και φέρονταν σαν παιδιά, θυµίζοντάς µου τα παιχνίδια που έπαιζα µε τα αδέρφια µου όταν ήµασταν µικροί». Η κατάσταση επιδεινώθηκε σηµαντικά τον Ιανουάριο του 2007, όταν εκατόν εξήντα πέντε κρατούµενοι µεταφέρθηκαν σε µια καινούρια πτέρυγα της φυλακής, γνωστή ως «Στρατόπεδο Έξι», όπου τα ατσάλινα κελιά αποµόνωσης δεν επιτρέπουν καµία επαφή µε ανθρώπους. Ο Σέιµπιν Γουίλετ, ένας δικηγόρος που εκπροσωπεί αρκετούς από τους κρατούµενους στο Γκουαντάναµο, έχει προειδοποιήσει ότι, αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί, «θα καταλήξετε να έχετε ένα άσυλο φρενοβλαβων».
Οι οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωµάτων έχουν επισηµάνει ότι, όσο τροµακτικό κι αν είναι το Γκουαντάναµο, στην πραγµατικότητα οι συνθήκες είναι οι καλύτερες που µπορεί κάποιος να συναντήσει στα ελεγχόµενα από τις ΗΠΑ ανακριτικά κέντρα στο εξωτερικό, καθώς ο Ερυθρός Σταυρός και οι δικηγόροι έχουν τη δυνατότητα περιορισµένου ελέγχου. Είναι άγνωστος ο αριθµός των κρατουµένων που τα ίχνη τους χάθηκαν µέσα στο δίκτυο των λεγόµενων «µαύρων τοποθεσιών» σε όλο τον κόσµο ή στάλθηκαν από πράκτορες των ΗΠΑ σε φυλακές τρίτων χωρών µε τη διαδικασία της «έκτακτης έκδοοης. Κρατούµενοι που γλίτωσαν από αυτό τον εφιάλτη έχουν καταθέσει ότι βρέθηκαν αντιµέτωποι µε ολόκληρο το οπλοστάσιο των τακτικών σοκ του Κάµερον.
Ο Ιταλός κληρικός Χασάν Μουσταφά Οσάµα Νασρ απήχθη στο Μιλάνο από µια οµάδα πρακτόρων της CIΑ και της ιταλικής µυστικής αστυνοµίας. «Δεν κατάλαβα τι συνέβαινε», έγραψε αργότερα. «Άρχισαν να µε γρονθοκοπούν στο στοµάχι και σε όλο µου το σώµα. Τύλιξαν γύρω από το πρόσωπό µου µονωτική ταινία και άνοιξαν τρύπες στα σημεία όπου βρίσκονταν τα ρουθούνια μου για να μπορώ να αναπνέω». Τον έστειλαν σιην Αίγυπτο, όπου για δεκατέσσερις μήνες έζησε σε ένα κελί χωρίς φως, «με κατσαρίδες και αρουραίους να περπατάνε πάνω στο σώμα μου». Ο Νασρ παρέμεινε φυλακισμένος σιην Αίγυmο μέχρι τον Φεβρουάριο του 2007, αλλά κατάφερε να βγάλει κρυφά από το κελί ιου μια χειρόγραφη επιστολή 11 σελίδων σιην οποία περιέγραφε λεπτομερώς την κακομεταχείριση που υφίστατο.
Έγραφε ότι τον υπέβαλλαν επανειλημμένα σε ηλεκτροσόκ. Σύμφωνα με ένα άρθρο της Washington Post, «τον έδεναν πάνω σε μια σιδερένια σχάρα που είχε το παρατσούκλι “η Νύφη” και του έκαναν ηλεκτροσόκ με όπλα ηλεκτρικής εκκενωσης». Επίσης, τον βασάνιζαν «πάνω σε ένα βρεγμένο στρώμα πεταμένο στο πάτωμα. Ενώ ο ένας από τους ανακριτές τον ακινητοποιούσε καθισμένος σε μια ξύλινη καρέκλα στο ύψος των ώμων του, ο άλλος πάταγε ένα διακόπτη στέλνοντας ηλεκτρικό ρεύμα στα ελατήρια του οτρώματος. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, του έκαναν επίσης ηλεκτροσόκ στους  ορχεις.
Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύουμε ότι ο βασανισμός με ηλεκτροσόκ κρατουμένων που συνελήφθησαν από τις ΗΠΑ δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, κάτι που παραβλέπεται σε όλες σχεδόν τις συζητήσεις για το αν οι ΗΠΑ πραγματοποιούν βασανιστήρια ή απλώς «δημιουργικές ανακρίσεις». Ο Τζουμά αλΝτοσάρι, ένας κρατούμενος στο Γκουαvrάναμο που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει περισσότερες από δώδεκα φορές, έχει καταθέσει εγγράφως ότι, όταν κρατούνταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Καvrαχάρ, «Ο ανακριτής έβγαλε από την τσέπη του μια μικρή συσκευή παρόμοια με κινητό τηλέφωνο, αλλά ήταν μια συσκευή ηλεκτροσόκ. Άρχισε να διοχετεύει ρεύμα στο πρόσωπό μου, στην πλάτη μου, στα πλευρά μου και στα γεννητικά μου όργανα». Και ο Μουράτ Κουρνάζ, που γεννήθηκε σιη Γερμανία, υπέσιη παρόμοια μεταχείριση σε μια ελεγχόμενη από τις ΗΠΑ φυλακή στο Καvrαχάρ. «Καθώς ήταν ακόμα η αρχή, δεν υπήρχε κανένας κανόνας. Είχαν το δικαίωμα να κάνουν οτιδήποτε. Μας χτυπούσαν συνέχεια. Μας έκαναν ηλεκτροσόκ. Βουτούσαν το κεφάλι μου μέσα σε νερό».
Η αποτυχία της  οναμόρφωσης
Όταν η πρώτη μας συνάvrηση πλησίαζε στο τέλος της, ζήτησα από την Γκέιλ Κάστνερ να μου μιλήσει για τα «ηλεκτρικά όνειρά της». Μου είπε ότι ονειρευόταν συχνά ολόκληρες σειρές ασθενών να βυθίζονται και να αναδύονται από ένα λήθαργο προκαλούμενο από ναρκωτικά.
«Ακούω ανθρώπους να ουρλιάζουν, να βογκούν, να στενάζουν, να φωνάζουν “όχι, όχι, όχι”. Θυμάμαι πώς ήταν να ξυπνάς μέσα σε εκείνο το δωμάτιο. Ήμουν κάθιδρη, ένιωθα ναυτία, έκανα εμετό. Και είχα μια τρομερά παράξενη αίσθηση στο κεφάλι μου. Σαν το μυαλό μου να είχε γίνει πολτός». Καθώς μιλούσε, η Γκέιλ άρχισε ξαφνικά να δείχνει απόμακρη. Κούρνιασε στην μπλε πολυθρόνα της και άρχισε να ασθμαίνει. Χαμήλωσε τα βλέφαρά της, πίσω από τα οποία μπορούσα να διακρίνω τα μάτια της να τρεμοπαίζουν. Έφερε το χέρι της στο δεξιό κρόταφό της και είπε με φωνή που ηχούσε βαριά και ναρκωμένη: «Παθαίνω φλας μπακ. Πρέπει να αποσπάσεις την προσοχή μου. Πες μου για το Ιράκ. Περίγραψέ μου πόσο άσχημα ήταν τα πράγματα εκεί».
Έστυψα το μυαλό μου προσπαθώντας να βρω μια ιστορία κατάλληλη για αυτή την παράξενη περίσταση και θυμήθηκα κάτι σχετικά ευχάριστο από τη ζωή στην Πράσινη Ζώνη. Το πρόσωπο της Γκέιλ άρχισε σταδιακά να ηρεμεί και η αναπνοή της έγινε πιο βαθιά. Τα μάτια της καρφώθηκαν και πάλι στα δικά μου.
«Σ’ ευχαριστώ», μου είπε.
«Είχα πάθει φλας μπακ».
«Το ξέρω».
«Πώς;»
«Μου το είπες.
Έσκυψε και σημείωσε κάτι σε ένα κομμάτι χαρτί. Όταν εκείνο το απόγευμα έφυγα από το σπίτι της Γκέιλ, σκεφτόμουν συνέχεια αυτό που δεν της είχα πει όταν μου ζήτησε να της μιλήσω για το Ιράκ. Αυτό που ήθελα να της πω αλλά δεν μπόρεσα ήταν ότι μου θύμιζε το Ιράκ, ότι ένιωθα πως όσα είχαν συμβεί σε εκείνη, μια κλονισμένη γυναίκα, και όσα είχαν συμβεί στο Ιράκ, μια κλονισμένη χώρα, είχαν κατά κάποιον τρόπο σχέση μεταξύ τους, πως ήταν διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας τρομακτικής λογικής.
Οι θεωρίες του Κάμερον βασίζονταν στην ιδέα ότι, εξωθώντας με διαδοχικά σοκ τους ασθενείς του σε μια χαοτική κατάσταση παλινδρόμησης, θα δημιουργούσε τις προύποθέσεις ώστε αυτοί να «αναγεννηθούν» ως υγιείς, υποδειγματικοί πολίτες. Παρόλο που αυτό είναι ελάχιστα παρήγορο για την Γκέιλ με τη γεμάτη κατάγματα σπονδυλική στήλη και τις κατακερματισμένες αν αμνήσεις, ο Κάμερον έχει γράψει ότι θεωρούσε τις καταστροφικές του ενέργειες δημιουργικές, ένα δώρο προς τους τυχερούς ασθενείς του, που, χάρη στις άοκνες προσπάθειές του για αποδόµηση της προσωπικότητάς τους, θα είχαν την «τύχη» να αναγεννηθούν.
Οι προσπάθειες του Κάµερον κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία. Ακόµα κι όταν η παλινδρόµηση των ασθενών του ήταν πλήρης, δεν απορρόφησαν και δεν αποδέχτηκαν ποτέ τα αενάως επαναλαµβανόµενα ηχογραφηµένα µηνύµατά του. Παρόλο που ήταν µια ιδιοφυία στο να καταστρέφει ανθρώπους, δεν μπορούσε να τους αναδηµιουργήσει. Σε µια µελέτη που έγινε όταν πλέον ο Κάµερον είχε φύγει από το Ινστιτούτο Άλαν διαπιστώθηκε ότι µετά τη θεραπεία το 75% των πρώην ασθενών του ήταν σε χειρότερη κατάσταση από ό,τι πριν εισαχθούν. Από τους ασθενείς του που εργάζονταν µε πλήρη απασχόληση πριν από τη νοσηλεία τους οι περισσότεροι δεν ήταν πλέον σε θέση να εργαστούν, ενώ µερικοί, όπως η Γκέιλ, έπασχαν από καινούριες ψυχολογικές και σωµατικές ασθένειες. Η «ψυχική καθοδήγηση» δε λειτούργησε ούτε στο ελάχιστο, κι έτσι τελικά το Ινστιτούτο Άλαν απαγόρεψε τη χρήση της µεθόδου αυτής.
Το πρόβληµα, που έγινε φανερό εκ των υστέρων, ήταν η θεµελιώδης αρχή πάνω στην οποία εδραζόταν ολόκληρη η θεωρία του: η ιδέα ότι πριν από τη θεραπεία έπρεπε να σαρωθούν όλα όσα προύπήρχαν. Ο Κάµερον ήταν βέβαιος πως, αν κατέστρεφε τις κακές συνήθειες, τα γνωστικά σχήµατα και τις αναµνήσεις των ασθενών του, ο νους τους θα επέστρεφε στην πρωταρχική κατάσταση του άγραφου χαρτιού. Όµως, όσο επίµονα κι αν τους κλόνιζε, τους νάρκωνε και τους αποπροσανατόλιζε, δεν τα κατάφερε. Συνέβη το ακριβώς αντίθετο: Όσο περισσότερο κατέστρεφε το νου των ασθενών του τόσο εκείνοι διαλύονταν. Το µυαλό τους δεν «καθάρισε». Αντίθετα, βυθίστηκαν στο χάος, οι αναµνήσεις τους κατακερµατίστηκαν, η εµπιστοσύνη τους προδόθηκε.
Οι καπιταλιστές της καταστροφής µοιράζονται µε τον Κάµερον την ίδια ανικανόιηια να διακρίνουν ανάµεσα στην καταστροφή και στη δηµιουργία, ανάµεσα στην πρόκληση βλάβης και στη θεραπεία. Το αίσθηµα αυτό µε διακατείχε συχνά στο Ιράκ, όταν ερευνούσα νευρικά γύρω µου το γεµάτο ουλές τοπίο προσπαθώντας να µαντέψω πού θα γινόταν η επόµενη έκρηξη. Οι ένθερµοι υποστηρικτές της λυτρωτικής δύναµης του σοκ, οι αρχιτέκτονες της αµερικανοβρετανικής εισβολής, φαντάζονταν ότι η ισχύς που θα χρησιµοποιούσαν θα ήταν τόσο εκπληκτική, τόσο συντριπτική, ώστε οι Ιρακινοί θα εξωθούνταν σε µια κατάσταση αναστολής της ζωτικότητας, παρόµοια µε αυτήν που περιγράφει το εγχειρίδιο Kubαrk. Και, αρπάζοντας την ευκαιρία, οι εισβολείς θα εφάρµοζαν στη συνέχεια µία ακόµα σειρά από σοκ, οικονοµικής φύσεως αυτή τη φορά, που θα δηµιουργούσαν µια υποδειγµατική δημοκρατία της αγοράς πάνω σrη λευκή σελίδα του μεταπολεμικού Ιράκ.
Όμως δεν υπήρξε καμία λευκή σελίδα, μόνο ερείπια και συντετριμμένοι, οργισμένοι άνθρωποι, που, όταν αντιστέκονταν, βομβαρδίζονταν με ακόμα περισσότερα σοκ, μερικά από τα οποία βασίζονταν στα ίδια πειράματα που είχαν γίνει πάνω σrην Γκέιλ Kάστνερ πριν από χρόνια. «Είμαστε πολύ καλοί στο να πηγαίνουμε κάπου και να διαλύουμε τα πάντα. Όμως η μέρα που θα αφιερώσω περισσότερο χρόνο σro να οικοδομώ παρά στο να πολεμάω θα είναι μια πολύ καλή μέρα», σχολίασε ο σrρατηγός Πίτερ Γ. Κιαρέλι, διοικητής της Πρώτης Μεραρχίας Ιππικού του στρατού των ΗΠΑ, ενάμιση χρόνο μετά το επίσημο τέλος του πολεμου. Η μέρα αυτή δεν ήρθε ποτέ. Όπως και σrην περίπτωση του Κάμερον, οι δόκτορες του σοκ στο Ιράκ μπορούν να καταστρεφουν, αλλά δείχνουν ανίκανοι να ανοικοδομούν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Ο ΑΛΛΟΣ ΔΟΚΤΟΡΑΣ ΤΟΥ ΣΟΚ
Ο ΜΙΛΤΟΝ ΦΡΙΝΤΜΑΝ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΕΝΟΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ LAΙSSEZ-FAΙRE
«Οι τεχνοκράτες της οικονοµίας µπορεί να είναι ικανοί να διαρθρώνουν µια φορολογική µεταρρύθµιση εδώ, ένα νέο νόµο για την κοινωνική ασφάλιση εκεί ή ένα τροποποιηµένο καθεστώς συναλλαγµατικής ισοτιµίας κάπου αλλού, όµως δεν έχουν ποτέ την πολυτέλεια µιας “λευκής σελίδας” πάνω στην οποία θα µπορέσουν να στήσουν, σε όλο του το µεγαλείο, το πλαίσιο της προτιµητέας οικονοµικής πολιτικής”.
Άρνολντ Χάρµπεργκερ, καθηγητής οικονοµικών
του Πανεπιστηµίου του Σικάγου, 1998
Ελάχιστα ακαδηµαίκά περιβάλλοντα µυθοποιήθηκαν τόσο πολύ όσο το Τµήµα Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου του Σικάγου τη δεκαετία του 1950, καθώς όσοι ανήκαν σε αυτό το περιβάλλον δεν το αντιµετώπιζαν µόνο ως πανεπιστηµιακή σχολή αλλά και ως µια σχολή σκέψης. Ο στόχος δεν ήταν απλώς η διδασκαλία των φοιτητών του ιδρύµατος, αλλά και η οικοδόµηση και ισχυροποίηση της οικονοµικής Σχολής του Σικάγου, πνευµατικού δηµιουργήµατος µιας φατρίας συντηρητικών ακαδηµαϊκών των οποίων οι ιδέες αποτελούσαν ένα επαναστατικό προπύργιο εναντίον της τότε κυρίαρχης «κρατικίστικης σκέψης». Όταν διάβαινες το κατώφλι του Κτιρίου Κοινωνικών Επιστηµών (περνώντας κάτω από την επιγραφή «Η Επιστήµη είναι Μέτρηση» και έµπαινες στο διάσηµο εστιατόριο όπου οι φοιτητές δοκίµαζαν το πνευµατικό σφρίγος τους τολµώντας να προκαλέσουν σε συζήτηση τους τιτάνες καθηγητές τους, δεν επεδίωκες κάτι τόσο πεζό όσο ένα πτυχίο. Καταγόσουν εθελοντής σε ένα στρατό. Όπως το έχει θέσει ο Γκάρι Μπέκερ, ένας συντηρητικός οικονοµολόγος που έχει τιµηθεί µε το βραβείο Νοµπέλ, «Ηµασταν στρατιώτες σε έναν πόλεµο εναντίον των υπόλοιπων συναδέλφων µας».
Όπως συνέβαινε και µε το ψυχιατρικό τµήµα του Γιούεν Κάµερον στο Πανεπιστήµιο Μακγκίλ κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, το Τµήµα Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου του Σικάγου ήταν δέσµιο ενός φιλόδοξου και χαρισµατικού άντρα που είχε ως αποστολή του να επιφέρει θεµελιώδεις επαναστατικές αλλαγές στο επάγγελµά του. Ο άντρας αυτός ήταν ο Μίλτον Φρίντµαν. Παρόλο που πολλοί από τους µέντορες και τους συναδέλφους του πίστευαν το ίδιο ένθερµα όσο εκείνος στην ακραία εκδοχή του lαissezfαire, ήταν η ενεργητικότητα του Φρίντµαν που χάρισε στη Σχολή του Σικάγου τον επαναστατικό της ζήλο. «Με ρωτούσαν συνέχεια: «Για ποιο λόγο είσαι σε τέτοια έξαψη; Βγαίνεις µε κάποια όµορφη γυναίκα;”» θυµάται ο Μπέκερ. «Τους απαντούσα: “Όχι, σπουδάζω οικονοµικά! Το να είσαι µαθητής του Μίλτον ήταν κάτι µαγικό”».
NAOMI KLEIN
Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Ο ΑΛΛΟΣ ΔΟΚΤΟΡΑΣ ΤΟΥ ΣΟΚ
Ο ΜΙΛΤΟΝ ΦΡΙΝΤΜΑΝ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΕΝΟΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ LAΙSSEZ-FAΙRE
`
«Οι τεχνοκράτες της οικονοµίας µπορεί να είναι ικανοί να
διαρθρώνουν µια φορολογική µεταρρύθµιση εδώ, ένα
νέο νόµο για την κοινωνική ασφάλιση εκεί ή ένα
τροποποιηµένο καθεστώς συναλλαγµατικής ισοτιµίας
κάπου αλλού, όµως δεν έχουν ποτέ την πολυτέλεια
µιας “λευκής σελίδας” πάνω στην οποία θα
µπορέσουν να στήσουν, σε όλο του το µεγαλείο,
το πλαίσιο της προτιµητέας οικονοµικής πολιτικής”.
`
Άρνολντ Χάρµπεργκερ, καθηγητής οικονοµικών
του Πανεπιστηµίου του Σικάγου, 1998
Eλάχιστα ακαδημαϊκά περιβάλλοντα µυθοποιήθηκαν τόσο πολύ όσο το Τµήµα Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου του Σικάγου τη δεκαετία του 1950, καθώς όσοι ανήκαν σε αυτό το περιβάλλον δεν το αντιµετώπιζαν µόνο ως πανεπιστηµιακή σχολή αλλά και ως µια σχολή σκέψης. Ο στόχος δεν ήταν απλώς η διδασκαλία των φοιτητών του ιδρύµατος, αλλά και η οικοδόµηση και ισχυροποίηση της οικονοµικής Σχολής του Σικάγου, πνευµατικού δηµιουργήµατος µιας φατρίας συντηρητικών ακαδηµαϊκών των οποίων οι ιδέες αποτελούσαν ένα επαναστατικό προπύργιο εναντίον της τότε κυρίαρχης «κρατικίστικης σκέψης». Όταν διάβαινες το κατώφλι του Κτιρίου Κοινωνικών Επιστηµών (περνώντας κάτω από την επιγραφή «Η Επιστήµη είναι Μέτρηση» και έµπαινες στο διάσηµο εστιατόριο όπου οι φοιτητές δοκίµαζαν το πνευµατικό σφρίγος τους τολµώντας να προκαλέσουν σε συζήτηση τους τιτάνες καθηγητές τους, δεν επεδίωκες κάτι τόσο πεζό όσο ένα πτυχίο. Καταγόσουν εθελοντής σε ένα στρατό. Όπως το έχει θέσει ο Γκάρι Μπέκερ, ένας συντηρητικός οικονοµολόγος που έχει τιµηθεί µε το βραβείο Νοµπέλ, «Ηµασταν στρατιώτες σε έναν πόλεµο εναντίον των υπόλοιπων συναδέλφων µας».
Όπως συνέβαινε και µε το ψυχιατρικό τµήµα του Γιούεν Κάµερον στο Πανεπιστήµιο Μακγκίλ κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, το Τµήµα Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου του Σικάγου ήταν δέσµιο ενός φιλόδοξου και χαρισµατικού άντρα που είχε ως αποστολή του να επιφέρει θεµελιώδεις επαναστατικές αλλαγές στο επάγγελµά του. Ο άντρας αυτός ήταν ο Μίλτον Φρίντµαν. Παρόλο που πολλοί από τους µέντορες και τους συναδέλφους του πίστευαν το ίδιο ένθερµα όσο εκείνος στην ακραία εκδοχή του lαissez fαire, ήταν η ενεργητικότητα του Φρίντµαν που χάρισε στη Σχολή του Σικάγου τον επαναστατικό της ζήλο. «Με ρωτούσαν συνέχεια: «Για ποιο λόγο είσαι σε τέτοια έξαψη; Βγαίνεις µε κάποια όµορφη γυναίκα;”» θυµάται ο Μπέκερ. «Τους απαντούσα: “Όχι, σπουδάζω οικονοµικά! Το να είσαι µαθητής του Μίλτον ήταν κάτι µαγικό”».
Η αποστολή του Φρίντµαν, όπως και εκείνη του Κάµερον, εδραζόταν στο όραµα της επαναφοράς σε µια κατάσταση «φυσικής υγείας, όπου όλα ήταν σε ισορροπία, προτού οι ανθρώπινες παρεµβάσεις γεννήσουν διαστρεβλωτικά πρότυπα. Ενώ ο Κάµερον οραµατιζόταν να επαναφέρει τον ανθρώπινο νου σε µια αρχέγονη κατάσταση, ο Φρίντµαν οραµατιζόταν να επιβάλει µια αποδόµηση στις κοινωνίες, να τις επαναφέρει σε µια κατάσταση γνήσιου καπιταλισµού, απαλλαγµένου από κάθε παρέµβαση: κρατικές ρυθµίσεις, περιορισµούς στο εµπόριο και περιχαρακωµένα συµφέροντα. Κατ’ αντιστοιχία µε όσα πρέσβευε ο Κάµερον για τον ανθρώπινο νου, ο Φρίντµαν πίστευε πως, όταν η οικονοµία υπόκειται σε έντονες στρεβλώσεις, ο µοναδικός τρόπος για να επιστρέψει στην κατάσταση πριν από το «προπατορικό αµάρτηµα» είναι η εσκεµµένη πρόκληση οδυνηρών σοκ: Οι στρεβλώσεις και τα κακά πρότυπα µπορούσαν να αντιµετωπιστούν µόνο µε ένα «πικρό φάρµακο». Ο Κάµερον χρησιµοποιούσε τον ηλεκτρισµό για να προκαλεί σοκ, ενώ το εργαλείο του Φρίντµαν ήταν η πολιτική: Συνιστούσε µια θεραπεία σοκ σε τολµηρούς πολιτικούς που οι χώρες τους αντιµετώπιζαν οικονοµικές δυσκολίες. Ωστόσο, σε αντίθεση µε τον Κάµερον, που ήταν σε θέση να εφαρµόσει χωρίς χρονοτριβές τις αγαπηµένες του θεωρίες πάνω στους ασθενείς του χωρίς αυτοί να το γνωρίζουν, ο Φρίντµαν έπρεπε να περιµένει δύο δεκαετίες και αρκετές ιστορικές ανατροπές για να του δοθεί η ευκαιρία να υλοποιήσει στον πραγματικό κόσμο τα οράματά του για ριζική ισοπέδωση και αναδημιουργία.
Ο Φρανκ Νάιτ, ένας από τους ιδρυτές της Σχολής του Σικάγου, πίστευε πως οι καθηγητές όφειλαν να «ενσταλάζουν» στους φοιτητές τους την πεποίθηση ότι κάθε οικονομική θεωρία είναι «ένα ιερό στοιχείο του συστήματος» και όχι μια αμφισβητήσιμη υπόθεση. Ο πυρήνας των αγιοποιημένων διδαχών της Σχολής του Σικάγου συνίστατο στο ότι οι οικονομικές δυνάμεις της προσφοράς, της ζήτησης, του πληθωρισμού και της ανεργίας είναι σαν τις δυνάμεις της φύσης: σταθερές και αμετάβλητες. Στην πραγματικά ελεύθερη αγορά την οποία φαντάζονταν στις αίθουσες διδασκαλίας και στα κείμενά τους οι καθηγητές της Σχολής του Σικάγου οι δυνάμεις αυτές υπάρχουν σε τέλεια ισορροπία, με την προσφορά να επιδρά στη ζήτηση με τον τρόπο που η Σελήνη προκαλεί τις παλίρροιες. Αν οι οικονομίες μαστίζονται από υψηλό πληθωρισμό, η αιτία, σύμφωνα με την αυστηρά μονεταριστική θεωρία του Φρίντμαν, είναι πάντα ότι οι παραπλανημένοι πολιτικοί επιτρέπουν να εισρέει πολύ χρήμα στο σύστημα αντί να αφήνουν την αγορά να βρει την ισορροπία της. Όπως αυτορρυθμίζονται τα οικοσυστήματα, διατηρώντας την ισορροπία τους, έτσι και η αγορά, αν αφεθεί στους δικούς της μηχανισμούς, θα δημιουργήσει το σωστό αριθμό προϊόντων στις σωστές τιμές, παραγόμενα από εργάτες που θα αμείβονται με τους σωστούς μισθούς για να αγοράζουν αυτά τα προϊόντα ένας παράδεισος άφθονης απασχόλησης, απεριόριστης δημιουργικότητας και μηδενικού πληθωρισμού.
Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο του Χάρβαρντ Ντάνιελ Μπελ, αυτή η αγάπη για ένα εξιδανικευμένο σύστημα είναι το καθοριστικό γνώρισμα της ακραίας οικονομικής θεωρίας της ελεύθερης αγοράς. Ο καπιταλισμός εκλαμβάνεται ως «ένα πολύτιμο σύνολο κινήσεων» ή «ένας ουράνιος μηχανισμός ρολογιού, [ ... ] ένα έργο τέχνης τόσο επιβλητικό, που σου θυμίζει τα διάσημα έργα του Απελλή, ο οποίος ζωγράφιζε τσαμπιά σταφυλιών με τόσο ρεαλιστικό τρόπο, ώστε πλησίαζαν πουλιά για να τα τσιμπολογήσουν».
Η πρόκληση που αντιμετώπιζαν ο Φρίντμαν και οι συνάδελφοί του ήταν να αποδείξουν ότι η αγορά των εκστατικών φαντασιώσεών τους μπορούσε να υπάρξει στον πραγματικό κόσμο. Ο Φρίντμαν πάντα υπερηφανευόταν ότι προσέγγιζε τα οικονομικά ως μια επιστήμη που ήταν εξίσου «θετική» και αυστηρή όσο η φυσική ή η χημεία. Όμως οι θετικοί επιστήμονες μπορούν να επικαλεστούν τη συμπεριφορά των φυσικών στοιχείων για να αποδείξουν τις θεωρίες τους. Ο Φρίντμαν δεν μπορούσε να επικαλεστεί μια πραγματική οικονομία για να αποδείξει ότι, αν αφαιρούνταν όλες οι «στρεβλωσεις», θα επικρατούσε απόλυτη ευρωστία και αφθονία στην κοινωνία, καθώς καμία χώρα στον κόσμο δεν πληρούσε τα κριτήρια της τέλειας ελευθερίας των συναλλαγών. Αδυνατώντας να δοκιμάσουν τις θεωρίες τους μέσω κεντρικών τραπεζών και υπουργείων Εμπορίου, ο Φρίντμαν και οι συνάδελφοί του έπρεπε να περιοριστούν στις ιδιοφυείς μαθηματικές εξισώσεις και στα Πολύπλοκα υπολογιστικά μοντέλα που σχεδίαζαν στο υπόγειο του Κτιρίου Κοινωνικών Επιστημών.
Ο Φρίντμαν οδηγήθηκε στα οικονομικά εξαιτίας της αγάπης του για τους αριθμούς και τα συστήματα. Στην αυτοβιογραφία του αναφέρει ότι η στιγμή της επιφοίτησης σημειώθηκε στο λύκειο, όταν ένας καθηγητής γεωμετρίας έγραψε στον πίνακα το πυθαγόρειο θεώρημα και στη συνέχεια, γεμάτος δέος για την κομψότητά του, απήγγειλε τους ακόλουθους στίχους από την ωδή «Σε μια Ελληνική Υδρία» του Τζον Κιτς: «”Ή ομορφιά ‘ναι αλήθεια, η αλήθεια ‘ναι ομορφιά”, το μόνο που ξέρομε στη γη και όλοι να μάθουνε χρωστάνε». Ο Φρίντμαν μετέδωσε σε γενιές οικονομολόγων αυτή την εκστατική αγάπη για ένα όμορφο σύστημα που θα περιέκλειε τα πάντα μαζί με την αναζήτηση της απλότητας, της κομψότητας και της αυστηρότητας.
Όπως όλες οι φονταμενταλιστικές πεποιθήσεις, τα οικονομικά της Σχολής του Σικάγου είναι, για τους πραγματικούς πιστούς, ένα κλειστό κύκλωμα. Σύμφωνα με το θεμελιώδες αξίωμα, η ελεύθερη αγορά είναι ένα τέλειο επιστημονικό σύστημα, στο οποίο τα άτομα, δρώντας με βάση τις ιδιοτελείς επιθυμίες τους, δημιουργούν τα μέγιστα οφέλη για όλους. Το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι ότι, αν κάτι δε λειτουργεί στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς (για παράδειγμα, υψηλός πληθωρισμός ή αυξανόμενη ανεργία), τότε η αγορά δεν είναι πραγματικά ελεύθερη. Θα πρέπει να υπάρχει κάποια παρέμβαση, κάποια στρέβλωση στο σύστημα. Η λύση της Σχολής του Σικάγου είναι πάντα η ίδια: πιο αυστηρή και ολοκληρωμένη εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών. Όταν το 2006 πέθανε ο Φρίντμαν, όσοι τον εγκωμίαζαν σε επικήδειoυς προσπαθούσαν να συνοψίσουν τη σημασία της κληρονομιάς του. Ένας από αυτούς έγραψε: «Η επαναλαμβανόμενη εξύμνηση των ελεύθερων αγορών, της απελευθέρωσης των τιμών, της επιλογής των καταναλωτών και της οικονομικής ελευθερίας από τον Μίλτον είναι η αιτία για την παγκόσμια ευημερία που απολαμβάνουμε σήμερα». Ο ισχυρισμός αυτός αληθεύει μόνο εν μέρει. Η φύση της παγκόσμιας ευημερίας (ποιος μετέχει αυτής και ποιος όχι, από πού απορρέει) είναι ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα. Ωστόσο αποτελεί αναντίρρητο γεγονός ότι οι κανόνες του Φρίντμαν για την ελεύθερη αγορά, αλλά και οι ευφυείς στρατηγικές του για την επιβολή τους, είχαν ως αποτέλεσμα μερικοί άνθρωποι να γίνουν εξαιρετικά πλούσιοι, εξασφαλίζοντας κάτι που προσεγγίζει την απόλυτη ελευθερία: να αδιαφορούν για εθνικά σύνορα, να αποφεύγουν τη ρύθμιση και τη φορολόγηση και να συσσωρεύουν διαρκώς νέα πλούτη.
Η βιοτεχνία του πατέρα του χρεοκόπησε
Το ταλέντο του Φρίντμαν για εξαιρετικά επικερδείς επινοήσεις έχει τις ρίζες του στα παιδικά του χρόνια, όταν οι γονείς του, μετανάστες από την Ουγγαρία, αγόρασαν μια βιστεχνία ενδυμάτων στο Ρόαγουεί του Νιου Τζέρσι. Το διαμέρισμα της οικογένειας βρισκόταν στο ίδιο κτίριο με τη βιστεχνία, η οποία, όπως έχει γράψει ο Φρίντμαν, «με τη σημερινή ορολογία, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί “κάτεργο”. Ήταν μια δύσκολη εποχή για τους ιδιοκτήτες βιστεχνιών με ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, καθώς μαρξιστές και αναρχικοί οργάνωναν τους μετανάστες εργάτες σε συνδικάτα για να διεκδικήσουν κανόνες ασφάλειας και πενθήμερη εργασία ενώ συζητούσαν τη θεωρία της εργατικής ιδιοκτησίας μετά το τέλος της βάρδιας. Καθώς ήταν γιος του αφεντικού, ο Φρίντμαν, αναμφίβολα, έβλεπε κάτω από πολύ διαφορετικό πρίσμα αυτές τις συζητήσεις. Τελικά, η βιοτεχνία  του πατέρα του χρεοκόπησε, όμως σε διαλέξεις και σε τηλεοπτικές εμφανίσεις του ο Φρίντμαν αναφερόταν συχνά σε αυτή, προβάλλοντάς τη ως ένα παράδειγμα για τα οφέλη του απορρυθμισμένου καπιταλισμού, μια απόδειξη ότι και οι χειρότερες, λιγότερο υποκείμενες σε ρυθμίσεις θέσεις εργασίας αποτελούν το πρώτο σκαλοπάτι στην κλίμακα της ελευθερίας και της ευημερίας.
Ένα μεγάλο μέρος της σαγήνης της οικονομικής θεωρίας της Σχολής του Σικάγου οφειλόταν στο ότι, σε μια εποχή που οι ριζοσπαστικές αριστερές ιδέες για τη δύναμη των εργατών κέρδιζαν έδαφος σε όλο τον κόσμο, αυτή πρόσφερε έναν τρόπο υπεράσπισης των συμφερόντων των ιδιοκτητών που ήταν εξίσου ριζοσπαστικός και εμποτισμένος με ιδεαλιστικές αρχές. Σύμφωνα με τον Φρίντμαν, οι ιδέες του δεν αποσκοπούσαν στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών εργοστασίων, αλλά στην αναζήτηση της πλέον καθαρής μορφής της «συμμετοχικής δημοκρατίας», επειδή στην ελεύθερη αγορά «κάθε άνθρωπος µπορεί να ψηφίσει, τρόπος του λέγειν, για το χρώµα της γραβάτας που επιθυµεί». Ενώ οι αριστεροί υπόσχονταν στους εργάτες ελευθερία από τα αφεντικά, στους πολίτες ελευθερία από τις δικτατορίες και στις χώρες ελευθερία από την αποικιοκρατία, ο Φρίντµαν υποσχόταν «ατοµική ελευθερία», εξυψώνοντας την στοµικότητα του πολίτη πάνω από κάθε συλλογικό εγχείρηµα και απελευθερώνοντάς τον ώστε να µπορεί να εκφράζει την ελεύθερη βούλησή του µέσω των επιλογών του ως καταναλωτή. «Το πιο συναρπαστικό ήταν πως ενυπήρχαν οι ίδιες αρετές που καθιστούσαν το µαρξισµό τόσο ελκυστικό σε πολλούς νεαρούς ανθρώπους εκείνης της εποχής: απλότητα µαζί µε µια έκδηλη λογική πληρότητα, ιδεαλισµός συνδυασµένος µε ριζοσπαστισµό», θυµάται ο οικονοµολόγος Ντον Πατίνκιν, ο οποίος σπούδασε στο Σικάγο τη δεκαετία του 1940. Οι µαρξιστές πρέσβευαν την εργατική ουτοπία και οι οπαδοί της Σχολής του Σικάγου την επιχειρηµατική ουτοπία. Και οι δύο ισχυρίζονταν ότι, αν γινόταν αυτό που πρότειναν, θα επιτυγχάνονταν η τελειότητα και η ισορροπία.
Το ερώτηµα, όπως πάντα, ήταν πώς θα επιτυγχανόταν αυτός ο θαυµαστός στόχος. Για τους µαρξιστές, η απάντηση ήταν σαφής: µε την επανάσταση, δηλαδή µε την απαλλαγή από το υπάρχον σύστηµα και την αντικατάστασή του µε το σοσιαλισµό. Για τους οπαδούς της Σχολής του Σικάγου, η απάντηση δεν ήταν τόσο ξεκάθαρη. Οι Ηνωµένες Πολιτείες ήταν ήδη µια καπιταλιστική χώρα, αλλά όχι αρκετά, κατά την άποψή τους. Τόσο στις ΗΠΑ όσο και στις υπόλοιπες υποτιθέµενες καπιταλιστικές οικονοµίες οι οπαδοί της Σχολής του Σικάγου έβλεπαν παντού παρεµβάσεις. Για να είναι τα προϊόντα πιο προσιτά, οι πολιτικοί καθόριζαν τις τιµές τους: για να περιοριστεί η εκµετάλλευση των εργατών, όριζαν κατώτατους µισθούς για να διασφαλιστεί ότι όλοι θα είχαν πρόσβαση στην εκπαίδευση, τη διατηρούσαν υπό κρατικό έλεγχο. Τα µέτρα αυτά ήταν ευνοϊκά για το λαό, όµως ο Φρίντµαν και οι συνάδελφοί του ήταν πεπεισµένοι και το «αποδείκνυαν» µε τα µοντέλα τους ότι στην πραγµατικότητα προκαλούσαν ανυπολόγιστη ζηµιά στην ισορροπία της αγοράς και στη δυνατότητα επικοινωνίας ανάµεσα στους επιµέρους τοµείς της. Η αποστολή της Σχολής του Σικάγου ήταν, εποµένως, µια αποστολή εξαγνισµού: να απαλλαγεί η αγορά από αυτές τις στρεβλώσεις, ώστε να µπορέσει να εκφραστεί ελεύθερα.
Για αυτόν ακριβώς το λόγο οι οπαδοί της Σχολής του Σικάγου δεν αντιµετώπιζαν το µαρξισµό ως τον αληθινό εχθρό τους. Η πραγµατική πηγή των προβληµάτων ήταν οι ιδέες των κεϊνσιανών στις Ηνωµένες Πολιτείες, των σοσιαλδημοκρατών στην Ευρώπη και των οικονομολόγων της ανάπτυξης στον τότε αποκαλούμενο Τρίτο Κόσμο. Όλοι αυτοί δεν πίστευαν σε μια ουτοπία, αλλά σε μια μεικτή οικονομία, που για τους οπαδούς της Σχολής του Σικάγου ισοδυναμούσε με ένα ετερόκλητο μείγμα καπιταλισμού όσον αφορά την παραγωγή και τη διανομή καταναλωτικών προϊόντων, σοσιαλισμού στην παιδεία, κρατικής ιδιοκτησίας των βασικών υπηρεσιών όπως η ύδρευση και μιας σειράς νόμων που αποσκοπούσαν στο να αμβλύνουν τις ακρότητες του καπιταλισμού. Όπως οι φονταμενταλιστές μιας θρησκείας νιώθουν έναν αθέλητο σεβασμό για τους φονταμενταλιστές άλλων θρησκευτικών δογμάτων και τους διακηρυγμένους άθεους, αλλά περιφρονούν τους μη φανατικούς πιστούς, έτσι και οι οπαδοί της Σχολής του Σικάγου κήρυξαν τον πόλεμο στους οικονομολόγους που υποστήριζαν τη μεικτή οικονομία. Αυτό που επιζητούσαν δεν ήταν μια επανάσταση, αλλά μια καπιταλιστική μεταρρύθμιση: την επιστροφή στον ανόθευτο καπιταλισμό.
Ο άγιος του νεοφιλελευθερισμού
Φρίντριχ φον Χάγεκ (1899- 1992) θεωρείται ο προστάτης άγιος του νεοφιλελευθερισμού
Αυτή η επιδίωξη της καθαρότητας οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον Φρίηριχ Χάγεκ, τον προσωπικό γκουρού του Φρίντμαν, που είχε επίσης διδάξει στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου τη δεκαετία του 1950. Ο άτεγκτος Αυστριακός προειδοποιούσε ότι κάθε κυβερνητική ανάμειξη στην οικονομία θα οδηγούσε την κοινωνία στη «δουλοπαροικία» και έπρεπε να αποτραπεί. Σύμφωνα με τον Άρνολντ Χάρμπεργκερ, επί πολλά χρόνια καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, οι «Αυστριακοί», όπως ονομαζόταν η συγκεκριμένη φατρία μέσα στην ευρύτερη φατρία, ήταν τόσο φανατικοί, ώστε να θεωρούν κάθε κρατική παρέμβαση όχι απλώς λανθασμένη αλλά «διαβολική. [ ... ] Είναι σαν να υπάρχει εκεί έξω μια πανέμορφη αλλά εξαιρετικά πολύπλοκη εικόνα που βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με τον εαυτό της, κι αν εμφανιστεί πάνω της μια κηλίδα που δε θα έπρεπε να υπάρχει, αυτό αποτελεί μια φρίκη, [ ... ] πρόκειται για ένα ελάττωμα που καταστρέφει το κάλλος».
Το 1947, όταν ο Φρίντμαν ίδρυσε μαζί με τον Χάγεκ την Εταιρεία του Μον Πελερέν, μια λέσχη οικονομολόγων της ελεύθερης αγοράς που πήρε την ονομασία της από την τοποθεσία της στην Ελβετία, θεωρούνταν κοινωνικά ανάρμοστο να υποστηρίζεις την ιδέα ότι οι επιχειρήσεις έπρεπε να αφεθούν ελεύθερες να κυβερνούν τον κόσμο κατά το δοκούν. Οι αναμνήσεις από το κραχ του 1929 και τη Μεγάλη Ύφεση που ακολούθησε ήταν ακόμα νωπές: οι αποταμιεύσεις μιας ζωής που χάθηκαν μέσα σε μία νύχτα, οι αυτοκτονίες, τα συσσίτια, οι πρόσφυγες. Η κλίμακα αυτής της καταστροφής που προκάλεσε η αγορά είχε οδηγήσει σε ένα διαρκώς διογκούμενο αίτημα για μια μορφή έντονα παρεµβατικής κυβέρνησης. Η Μεγάλη Ύφεση δε σήµανε το τέλος του καπιταλισµού, αλλά, όπως είχε προβλέψει ο Τζον Μέιναρντ Κέινς µερικά χρόνια νωρίτερα, «το τέλος του lαissez fαire», το τέλος δηλαδή της εποχής αυτορύθµισης της αγοράς. Η περίοδος από τη δεκαετία του 1930 µέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 ήταν µια εποχή ανεµπόδιστης δράσης (fαire): Το πρακτικό ήθος του Νιου Ντιλ διαδέχτηκε η πολεµική προσπάθεια, υλοποιήθηκαν τεράστια προγράµµατα δηµόσιων έργων για να δηµιουργηθούν πολύτιµες θέσεις εργασίας και τέθηκαν σε εφαρµογή κοινωνικά προγράµµατα για να αποτραπεί η αύξηση του αριθµού των πολιτών που στρέφονταν προς την Αριστερά. Ήταν µια εποχή κατά την οποία ο συµβιβασµός ανάµεσα στην Αριστερά και στη Δεξιά δεν αποτελούσε µια βρώµικη λέξη, αλλά µέρος µιας διαδικασίας που πολλοί αντιµετώπιζαν ως µια ευγενή αποστολή για να αποτραπεί ένας κόσµος στον οποίο, όπως έγραψε ο Κέινς στον Πρόεδρο Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ το 1933, «η ορθοδοξία και η επανάσταση» θα αφήνονταν να εµπλακούν σε «έναν πόλεµο µέχρις εσχάτων». Ο Τζον Κένεθ Γκάλµπρέιθ, ο κληρονόµος του Κέινς στις ΗΠΑ, έχει γράψει ότι η πρωταρχική αποστολή τόσο των πολιτικών όσο και των οικονοµολόγων πρέπει να είναι «η αποφυγή της ύφεσης και η αποτροπή της ανεργίας».
Ο Β’ Παγκόσµιος Πόλεµος έκανε ακόµα πιο επείγουσα την ανάγκη να καταπολεµηθεί η φτώχεια. Ο ναζισµός είχε αποκτήσει ρίζες στη Γερµανία σε µια περίοδο καταστροφικής για τη χώρα ύφεσης, την οποία είχαν προκαλέσει οι αντεκδικητικές πολεµικές επανορθώσεις που είχαν επιβληθεί µετά τον Α’ Παγκόσµιο Πόλεµο και είχε βαθύνει µετά το κραχ του 1929. Ο Κέινς είχε προειδοποιήσει εγκαίρως ότι, αν η φτώχεια της Γερµανίας αντιµετωπιζόταν µε µια προσέγγιση lαissez-fαire, η ανάκρουση θα ήταν τροµερή: «Η εκδίκηση, τολµώ να προβλέψω, δε θα βραδυπορήσει»». Τα λόγια του δεν εισακούστηκαν, αλλά, όταν άρχισε η ανοικοδόµηση της Ευρώπης µετά το Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο, οι Δυτικές δυνάµεις υιοθέτησαν την αρχή ότι οι οικονοµίες της αγοράς έπρεπε να διασφαλίζουν µια επαρκώς αξιοπρεπή διαβίωση για τους απογοητευµένους πολίτες, ώστε αυτοί να µη στραφούν ξανά σε πιο ελκυστικές ιδεολογίες, όπως ο φασισµός ή ο κοµουνισµός. Ήταν αυτή η πραγµατιστική επιταγή που οδήγησε στη δηµιουργία σχεδόν όλων όσα συσχετίζουµε σήµερα µε τις παρελθούσες ηµέρες του «ευπρεπούς καπιταλισµού»: την κοινωνική ασφάλιση στις ΗΠΑ, τη δηµόσια ιατροφαρµακευτική περίθαλψη στον Καναδά, το κράτος πρόνοιας στη Βρετανία, την προστασία των εργαζοµένων στη Γαλλία και στη Γερµανία.
Μια παρόµοια αλλά πιο ριζοσπαστική τάση αναδυόταν στον αναπτυσσόµενο κόσµο, ευρύτερα γνωστή ως «οικονοµική της ανάπτυξης» ή «τριτοκοσµικός εθνικισµός». Οι οικονοµολόγοι της ανάπτυξης υποστήριζαν ότι οι χώρες τους θα έβγαιναν από το φαύλο κύκλο της φτώχειας µόνο αν υιοθετούσαν µια στρατηγική εκβιοµηχάνισης που θα ήταν προσανατολισµένη προς το εσωτερικο τους αντί να βασίζονται στις εξαγωγές φυσικών πόρων στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αµερική, καθώς οι τιµές τους ακολουθούσαν πτωτική πορεία. Πρότειναν την επιβολή ρυθµιστικού ελέγχου ή ακόµα και την εθνικοποίηση του πετρελαίου, των ορυκτών και άλλων κοµβικών βιοµηχανιών, ώστε ένα µεγάλο µέρος των εσόδων να χρηµατοδοτεί µια καθοδηγούµενη από την κυβέρνηση αναπτυξιακή διαδικασία. Τη δεκαετία του 1950 οι οικονοµολόγοι της ανάπτυξης, όπως οι κεϊνσιανιστές και οι σοσιαλδηµοκράτες στις πλούσιες χώρες, µπορούσαν να υπερηφανεύονται για µια σειρά από εντυπωσιακές επιτυχίες.
Το πιο προωθηµένο «πειραµατικό εργαστήριο» της οικονοµικής της ανάπτυξης ήταν οι χώρες του νότιου τµήµατος της Λατινικής Αµερικής, που είναι γνωστό ως «Νότιος Κώνος: η Χιλή, η Αργεντινή, η Ουρουγουάη και τµήµατα της Βραζιλίας. Το επίκεντρο ήταν η Οικονοµική Επιτροπή των Ηνωµένων Εθνών για τη Λατινική Αµερική, που έδρευε στο Σαντιάγο της Χιλής και επικεφαλής της ήταν από το 1950 µέχρι το 1963 ο οικονοµολόγος Ρπούλ Πρέµπις. Ο Πρέµπις εκπαίδευε οµάδες οικονοµολόγων στην οικονοµική της ανάπτυξης και τους έστελνε ως πολιτικούς συµβoύλoυς σε κυβερνήσεις σε ολόκληρη την ήπειρο. Εθνικιστές πολιτικοί, όπως ο Αργεντινός Χουάν Περόν, εφάρµοζαν τις ιδέες τους µε απόλυτη ευλάβεια, διοχετεύοντας τεράστια δηµόσια κονδύλια σε σχέδια υποδοµών όπως αυτοκινητόδροµους και χαλυβουργίες, επιδοτώντας τις εγχώριες επιχειρήσεις γενναιόδωρα για να κατασκευάζουν νέα εργοστάσια που παρήγαν αυτοκίνητα και πλυντήρια και αποτρέποντας τις εισαγωγές µε απαγορευτικά υψηλούς δασµούς.
Στη διάρκεια αυτής της περιόδου ιλιγγιώδους οικονοµικής επέκτασης οι χώρες του Νότιου Κώνου άρχισαν να µοιάζουν περισσότερο µε τις χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αµερικής παρά µε τις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αµερικής και του Τρίτου Κόσµου. Οι εργάτες στα νέα εργοστάσια συγκροτούσαν ισχυρά συνδικάτα, διεκδικούσαν µισθούς ανάλογους µε εκείνους των µεσοαστικών στρωµάτων και έστελναν τα παιδιά τους να σπουδάσουν στα νεοσύστατα δηµόσια πανεπιστήµια. Το χάσµα ανάµεσα στις ελίτ της περιοχής που σύχναζαν σε αθλητικές λέσχες και στις αγροτικές µάζες άρχισε να κλείνει. Τη δεκαετία του 1950 η Αργεντινή διέθετε τη µεγαλύτερη µεσαία τάξη στην ήπειρο, ενώ στη γειτονική Ουρουγουάη το ποσοστό των εγγράµµατων ανθρώπων ανερχόταν σε 95% και παρεχόταν δωρεάν ιατροφαρµακευτική περίθαλψη σε όλους τους πολίτες. Η οικονοµική της ανάπτυξης υπήρξε τόσο εκπληκτικά επιτυχής για ένα διάστηµα, ώστε ο Νότιος Κώνος της Λατινικής Αµερικής έγινε ένα ισχυρό σύµβολο για τις φτωχές χώρες σε ολόκληρο τον κόσµο, αποτελώντας την έµπρακτη απόδειξη ότι µε ευφυείς πρακτικές πολιτικές που θα εφαρµόζονταν µε σθένος ο ταξικός διαχωρισµός ανάµεσα στον Πρώτο και στον Τρίτο Κόσµο µπορούσε πραγµατικά να εκλείψει.
Η επιτυχία των κρατικά ρυθµιζόµενων οικονοµιών (στο βορρά χάρη στον κεϊνσιανισµό και στο νότο χάρη στην οικονοµική της ανάπτυξης) εγκαινίασε µια µαύρη περίοδο για το Τµήµα Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου του Σικάγου. Οι ακαδηµαίκοί αντίπαλοι των οπαδών της Σχολής του Σικάγου στο Χάρβαρντ, στο Γέιλ και στην Οξφόρδη στρατολογούνταν από Προέδρους και πρωθυπουργούς για να βοηθήσουν ώστε να δαµαστεί το κτήνος τη αγοράς. Σχεδόν κανείς δεν ενδιαφερόταν για την τολµηρή ιδέα του Φρίντµαν να αφεθεί η αγορά να λειτουργεί ακόµα πιο ανεξέλεγκτα από ό,τι πριν. Ωστόσο υπήρχαν κάποιοι που ενδιαφέρονταν έντονα για τις ιδέες της Σχολής του Σικάγου και, αν και ελάχιστοι, ήταν ισχυροί.
Για τους επικεφαλής των πολυεθνικών εταιρειών των ΗΠΑ, το να πρέπει να υφίστανται έναν ολοένα λιγότερο φιλικό αναπτυσσόµενο κόσµο και περισσότερο ισχυρά και διεκδικητικά συνδικάτα στο εσωτερικό των ΗΠΑ σήµαινε ότι τα χρόνια της µεταπολεµικής οικονοµικής άνθησης ήταν µια δύσκολη περίοδος. Η οικονοµία µεγεθυνόταν γρήγορα, παραγόταν τεράστιος πλούτος, αλλά οι ιδιοκτήτες και οι µέτοχοι των εταιρειών ήταν υποχρεωµένοι να αναδιανέµουν ένα µεγάλο µέρος αυτού του πλούτου µέσω της φορολόγησης και των µισθών. Όλοι ευηµερούσαν, αλλά µια επιστροφή στους κανόνες που επικρατούσαν πριν από το Νιου Ντιλ θα σήµαινε πως κάποιοι λίγοι θα ευηµερούσαν πολύ περισσότερο.
Αναλαμβάνει ρόλο η Σχολή του Σικάγου.
Η κεϊνσιανή επανάσταση εναντίον του lαissez-fαire κόστιζε ακριβά στις εταιρείες. Ήταν φανερό ότι έπρεπε να ανακτηθεί το χαµένο έδαφος µε µια αντεπανάσταση εναντίον του κεϊνσιανισµού, µια επιστροφή σε κάποια µορφή καπιταλισµού ακόµα λιγότερο ρυθµιζόµενη από ό,τι πριν από τη Μεγάλη Ύφεση. Ωστόσο η Γουόλ Στριτ δεν µπορούσε να ηγηθεί η ίδια αυτής της σταυροφορίας όχι µε το κλίµα που επικρατούσε τότε. Αν ο Γουόλτερ Ρίστον, στενός φίλος του Φρίντµαν και επικεφαλής της Citibank, υποστήριζε δηµόσια ότι ο έπρεπε να καταργηθούν ο κατώτατος μισθός και η φορολόγηση των εταιρειών, θα τον κατηγορούσαν ότι είναι ένας «πλουτοκράτης ληστής». Αυτόν το ρόλο ανέλαβε να διαδραματίσει η Σχολή του Σικάγου. Πολύ σύντομα έγινε φανερό ότι, αν ο Φρίντμαν, ένας λαμπρός μαθηματικός και ικανός συζητητής, χρησιμοποιούσε τα ίδια επιχειρήματα, αυτά αποκτούσαν μια εντελώς διαφορετική αίγλη. Ενδεχομένως να απορρίπτονταν ως εσφαλμένα, αλλά είχαν ένα επίχρισμα ακαδημαϊκής αμεροληψίας. Το τεράστιο όφελος της διοχέτευσης των εταιρικών απόψεων μέσω ακαδημαίκών ή ημιακαδημαίκών θεσμών όχι μόνο διασφάλισε την απρόσκοπτη ροή δωρεών προς τη Σχολή του Σικάγου, αλλά, επιπλέον, οδήγησε και στη δημιουργία ενός παγκόσμιου δικτύου δεξιών «δεξαμενών σκέψης» που παρήγε τους στρατιώτες της αντεπανάστασης παγκοσμίως.
Όλα ανάγονται στο μονοδιάστατο μήνυμα του Φρίντμαν: Τα πάντα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά μετά το Νιου Ντιλ. Τότε ήταν που μια σειρά από χώρες, συμπεριλαμβανομένης της δικής μου, λοξοδρόμησαν από τον ορθό δρόμο». Για να επανέλθουν οι κυβερνήσεις στη σωστή πορεία, ο Φρίντμαν παρουσίασε συστηματικά στο πιο δημοφιλές βιβλίο του, το Capitalism and Freedom, αυτό που θα γινόταν το βασικό εγχειρίδιο της παγκόσμιας ελεύθερης αγοράς και θα διαμόρφωνε στις ΗΠΑ το οικονομικό πρόγραμμα του νεοσυντηρητικού κινήματος.
Πρώτον, οι κυβερνήσεις πρέπει να καταργήσουν όλους τους κανόνες και τις ρυθμίσεις που εμποδίζουν τη συσσώρευση κερδών. Δεύτερον, οφείλουν να πουλήσουν τη δημόσια περιουσία σε ιδιωτικές εταιρείες, ώστε να την εκμεταλλευτούν επικερδώς. Και, τρίτον, πρέπει να προβούν σε δραματικές περικοπές στη χρηματοδότηση των κοινωνικών προγραμμάτων. Στο πλαίσιο αυτής της τριπλής συνταγής για απορρύθμιση, ιδιωτικοποιήσεις και περικοπές, ο Φρίντμαν επεξεργάστηκε ένα πλήθος επιμέρους λεπτομερειών. Αν είναι αναγκαίο να υπάρχουν φόροι, πρέπει να είναι χαμηλοί, ενώ πλούσιοι και φτωχοί πρέπει να φορολογούνται με βάση μια ενιαία φορολογική κλίμακα. Οι εταιρείες πρέπει γα είναι ελεύθερες να πουλούν τα προϊόντα τους παντού στον κόσμο, ενώ οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να προστατεύουν τις εγχώριες βιομηχανίες ή την εγχώρια ιδιοκτησία.
Όλες οι τιμές, συμπεριλαμβανομένης της τιμής της εργασίας,οφείλουν να καθορίζονται από την αγορά. Δεν πρέπει να υπάρχει κατώτατος μισθός. Ο Φρίντμαν ζητούσε να ιδιωτικοποιηθούν η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τα ταχυδροµεία, τα συνταξιοδοτικά ταµεία, η παιδεία, ακόµα και τα εθνικά πάρκα. Εν ολίγοις, ζητούσε, χωρίς καµία αιδώ, την πλήρη κατάργηση του Νιου Ντιλ, αυτής της επισφαλούς ανακωχής ανάµεσα στο κράτος, στις εταιρείες και στις δυνάµεις της εργασίας, που είχε αποτρέψει τη λα:iκή εξέγερση µετά τη Μεγάλη Ύφεση. Όποια µέτρα προστασίας κι αν είχαν καταφέρει να κερδίσουν οι εργαζόµενοι, όποιες υπηρεσίες κι αν παρείχε το κράτος για να αµβλύνει τις αιχµές της αγοράς, η αvrεπανάσταση της Σχολής του Σικάγου ήθελε να τα πάρει πίσω.
Και όχι µόνο … Ζητούσε πολύ περισσότερα: την ιδιοποίηση όλων όσα οι εργαζόµενοι και οι κυβερνήσεις είχαν καταφέρει να οικοδοµήσουν κατά τη διάρκεια των δεκαετιών της φρενήρους κατασκευής δηµόσιων έργων. Ο Φρίντµαν παρότρυνε τις κυβερνήσεις να ξεπουλήσουν µια περιουσία που είχε δηµιουργηθεί και είχε αποκτήσει αξία χάρη στις επενδύσεις και στην τεχνογνωσία του δηµόσιου τοµέα. Για τον Φρίντµαν, όλος αυτός ο κοινός πλούτος έπρεπε να µεταβιβαστεί σε ιδιωτικά χέρια, για λόγους αρχής.
Αν και πάντα συγκαλυµµένο µε τη γλώσσα των µαθηµατικών και της επιστήµης, το όραµα του Φρίντµαν ταυτιζόταν απόλυτα µε τα συµφέροντα των µεγάλων πολυεθνικών, που από τη φύση τους διψούν για τεράστιες νέες αγορές χωρίς ρυθµίσεις και κανονισµούς. Στο πρώτο στάδιο της καπιταλιστικής επέκτασης αυτή η αδηφάγα οικονοµική µεγέθυνση βασίστηκε στην αποικιοκρατία: την «ανακάλυψη» νέων περιοχών και την υφαρπαγή της γης, ενώ ακολουθούσε η απόσπαση του πλούτου κάθε περιοχής χωρίς να δοθεί καµία αποζηµίωση στους τοπικούς πληθυσµούς. Ο πόλεµος του Φρίντµαν εναντίον του «κράτους-πρόνοιας» και της «µεγάλης κυβέρνησης» υποσχόταν µια νέα πηγή γρήγορου πλουτισµού, µόνο που αυτή τη φορά, αντί για νέες περιοχές, το καινούριο έδαφος που έπρεπε να κατακτηθεί ήταν το ίδιο το κράτος, µε τις δηµόσιες υπηρεσίες και την κρατική περιουσία να εκποιούvrαι µε αντίτιµο πολύ µικρότερο της αξίας τους.
Ο πόλεµοs εναντίον της οικονοµικής της ανάπτυξης
Στις Ηνωµένες Πολιτείες της δεκαετίας του 1950 η πρόσβαση σε αυτά τα πλούτη απείχε ακόµα δεκαετίες. Αν και στο Λευκό Οίκο βρισκόταν ο σκληροπυρηνικός Ρεπουµπλικάνος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, δεν υπήρχε καµία περίπτωση να γίνει µια ριζική στροφή προς τα δεξιά, όπως πρότειναν οι οπαδοί της Σχολής του Σικάγου. Το κοινωνικό κράτος και τα μέτρα πρoσrασίας των εργαζομένων ήταν εξαιρετικά δημοφιλή, και ο Αίζενχάουερ επεδίωκε να επανεκλεγεί. Παρόλο που δεν έδειχνε καμία διάθεση να ανατρέψει τον κεϊνσιανισμό στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο Αϊζενχάουερ ενέκρινε πρόθυμα ριζοσαπστικες ενέργειες για να νικηθεί η οικονομική της ανάπτυξης στο εξωτερικό. Ήταν μια εκστρατεία στην οποία το Πανεπιστήμιo του Σικάγου θα διαδραμάτιζε κεντρικό ρόλο.
Όταν ο Αίζενχάουερ ανέλαβε τα καθήκοντά του, το 1953, ο ηγέτης του Ιράν Μοχάμαντ Μοσαντέκ είχε ήδη εθνικοποιήσει την πετρελαϊκή βιομηχανία, ενώ στην Ινδονησία κυβερνούσε ο φιλόδοξος Αχμέντ Σουκάρνο, που προωθούσε τη συνεργασία όλων των εθνικιστικών κυβερνήσεων του Τρίτου Κόσμου για να σχηματίσουν μια υπερδύναμη που θα ήταν εξίσου ισχυρή με τη Δύση και το σοβιετικό μπλοκ. Επιπλέον, η αυξανόμενη επιτυχία των εθνικών οικονομιών στο Νότιο Κώνο της Λατινικής Αμερικής προκαλούσε ιδιαίτερη ανησυχία στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ. Σε μια εποχή που μεγάλες περιοχές της υφηλίου στρέφονταν στο σταλινισμό και στo μαοϊσμό, οι προτάσεις των οικονομολόγων της ανάπτυξης για «υποκατάσταση των εισαγωγών» ήταν, στην πραγματικότητα, αρκετά μετριοπαθείς.
Παρ’ όλα αυτά, η ιδέα ότι η Λατινική Αμερική δικαιούται το δικό της Νιου Ντιλ είχε ισχυρούς εχθρούς. Οι φεουδάρχες γαιοκτήμονες της ηπείρου ήταν ευτυχείς με το παλιό στάτoυς κβο, που τους απέφερε μεγάλα κέρδη και τους εξασφάλιζε μια ανεξάντλητη δεξαμενή φτωχών χωρικών για να εργάζονται στα κτήματα και στα ορυχεία. Τώρα πια έβλεπαν οργισμένοι τα κέρδη τους να διοχετεύονται σrην ενίσχυση άλλων τομέων της οικονομίας, τους εργαζόμενους στα κτήματά τους να απαιτούν αναδιανομή της γης και τις κυβερνήσεις να διατηρούν χαμηλές τις τιμές των συγκομιδών, ώστε τα τρόφιμα να είναι οικονομικά προσιτά. Οι αμερικανικές και οι ευρωπαϊκές εταιρείες που δραστηριoπoιoύνταν σrη Λατινική Αμερική άρχισαν να εκφράζουν παρόμοια παράπονα σrις κυβερνήσεις τους: Τα προϊόντα τους μπλοκάρονταν στα σύνορα, οι εργαζόμενοι ζητούσαν υψηλότερους μισθούς και, το πιο ανησυχητικό, κέρδιζε έδαφος η ιδέα ότι τα πάντα, από τα ξένης ιδιοκτησίας ορυχεία μέχρι τις τράπεζες, έπρεπε να εθνικοποιηθούν για να χρηματοδοτηθεί το όραμα της Λατινικής Αμερικής για οικονομική ανεξαρτησία.
Υπό την πίεση των εταιρικών συμφερόντων, στoυς αμερικανικούς και στoυς βρετανικούς κύκλους της εξωτερικής πολιτικής άρχισε να επικρατεί η άποψη ότι οι κυβερνήσεις που εφάρμοζαν την οικονομική της ανάπτυξης έπρεπε να παρασυρθούν στη διπολική λογική του Ψυχρού Πολέμου. Μη σας ξεγελάει το µετριοπαθές, δηµοκρατικό προσωπείο, προειδοποιούσαν τα «γεράκια». Ο τριτοκοσµικός εθνικισµός ήταν το πρώτο βήµα προς τον ολοκληρωτικό κοµουνισµό και έπρεπε να καταστραφεί εν τη γενέσει του. Δύο από τους κυριότερους υποστηρικτές αυτής της θεωρίας ήταν ο Τζον Φόστερ Ντάλες, ο υπουργός Εξωτερικών του Αίζενχάουερ, και ο αδερφός του Άλεν Ντάλες, διευθυντής της πρόσφατα ιδρυθείσας CIΑ. Πριν αναλάβουν δηµόσια αξιώµατα, και οι δύο είχαν εργαστεί στη θρυλική νεούορκέζικη εταιρεία νοµικών συµβουλών Sullivan & Cromwell, εκπροσωπώντας αρκετές από τις εταιρείες που κινδύνευαν να χάσουν πολλά εξαιτίας της οικονοµικής της ανάπτυξης, όπως η J. Ρ. Morgan & Company, η International Nickel Company, η Cuban Sugar Cane Corporation και η United Fruit Company. Τα αποτελέσµατα της αναρρίχησης των Ντάλες στο δηµόσιο βίο ήταν άµεσα: Το 1953 και το 1954 η CIΑ ενορχήστρωσε τα δύο πρώτα πραξικοπήµατα στην ιστορία της, αµφότερα εναντίον τριτοκοσµικών κυβερνήσεων που ταυτίζονταν περισσότερο µε τον κεϊνσιανισµό παρά µε το σταλινισµό.
Το πρώτο έγινε το 1953, όταν µια επιτυχηµένη συνωµοσία της CIA οδήγησε στην ανατροπή του Μοσαντέκ στο Ιράν και στην αντικατάστασή του µε το βάναυσο σάχη. Το δεύτερο ήταν το πραξικόπηµα που χρηµατοδότησε η ClA το 1954 στη Γουατεµάλα, ύστερα από απευθείας έκκληση της United Fruit Company. Η εταιρεία, που απολάµβανε της προσοχής των αδελφών Ντάλες ήδη από την εποχή που εργάζονταν στη Sullivan & Cromwell, ήταν εξοργισµένη επειδή ο Πρόεδρος Γιάκοµπο Άρµπενς Γκουσµάν είχε απαλλοτριώσει (µε πλήρη αποζηµίωση) ένα µέρος από την αχρησιµοποίητη γη που της ανήκε ως µέρος του σχεδίου του να µετατρέψει τη Γουατεµάλα «από µια χώρα όπου κυριαρχούσε η φεουδαλική οικονοµία σε ένα σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος» προφανώς, µια απαράδεκτη επιδίωξη. Σύντοµα ο Άρµπενς ανατράπηκε και η Γουατεµάλα τέθηκε πάλι υπό την κηδεµονία της United Fruit Company.
Η εκρίζωση της οικονοµικής της ανάπτυξης από τις χώρες του Νότιου Κώνου, όπου είχε αποκτήσει βαθιές ρίζες, αντιπροσώπευε µια πολύ µεγαλύτερη πρόκληση. Οι τρόποι για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος αποτέλεσαν το θέµα µιας συζήτησης ανάµεσα σε δύο Αµερικανούς που συναντήθηκαν στο Σαντιάγο της Χιλής το 1953. Ο πρώτος ήταν ο Άλµπιον Πάτερσον, επικεφαλής της Διεύθυνσης Διεθνούς Συνεργασίας των ΗΠΑ στη Χιλή (της υπηρεσίας που στη συνέχεια θα γινόταν η USAID), και ο δεύτερος ο Θίοντορ Γ. Σουλτς, πρόεδρος του Τµήµατος Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου του Σικάγου. Ο Πάτερσον ανησυχούσε ολοένα και περισσότερο για την ενοχλητική επιρροή του Ραούλ Πρέμπις και των άλλων «ροζ» Λατινοαμερικανών οικονομολόγων. «Αυτό που χρειάζεται είναι να αλλάξουμε τον τρόπο ανατροφής των ανθρώπων, να επηρεάσουμε την παιδεία, που είναι πολύ κακή», είχε επισημάνει σε ένα συνάδελφό του.» Ο στόχος αυτός συνέπιπτε με την πεποίθηση του Σουλτς ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν έκανε αρκετά στη διεξαγωγή του ιδεολογικού πολέμου ενατίον του μαρξισμού. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να δώσουν μεγαλύτερη σημασία στα οικονομικά τους προγράμματα στο εξωτερικό. [ ... ] Θέλουμε [οι φτωχές χώρες] να επιτύχουν την οικονομική σωτηρία τους βασιζόμενες σε εμάς και χρησιμοποιώντας το δικό μας τρόπο για την επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης», είχε πει.
Οι δύο άντρες κατέληξαν σε ένα σχέδιο που θα μετέτρεπε το Σαντιάγο, το «θερμοκήπιο» των ελεγχόμενων από το κράτος οικονομικών, στο ακριβώς αντίθετο: σε ένα εργαστήριο για πρωτοποριακά πειράματα πάνω στην απρόσκοπτη δράση της ελεύθερης αγοράς, προσφέροντας στον Μίλτον Φρίντμαν αυτό που πάντα ποθούσε, δηλαδή μια χώρα στην οποία θα μπορούσε να δοκιμάσει τις αγαπημένες του θεωρίες. Το αρχικό σχέδιο ήταν απλό: Η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα έδινε χρήματα προκειμένου Χιλιανοί φοιτητές να σπουδάσουν οικονομικά σε αυτήν που όλοι αναγνώριζαν ως πιο αντιροζ σχολή σε όλο τον κόσμο: στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Σικάγου. Ο Σουλτς και οι συνάδελφοί του στο πανεπιστήμιο θα πληρώνονταν για να ταξιδεύουν στο Σαντιάγο και να διεξάγουν έρευνες για την οικονομία της Χιλής, αλλά και για να διδάσκουν σε φοιτητές και καθηγητές θεμελιώδεις αρχές της Σχολής του Σικάγου.
Το ιδιαίτερο γνώρισμα που έκανε αυτό το σχέδιο να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα εκπαιδευτικά προγράμματα των ΗΠΑ τα οποία χρηματοδοτούσαν Λατινοαμερικανούς φοιτητές και υπήρχαν πολλά ήταν ο απροκάλυπτος ιδεολογικός χαρακτήρας του. Επιλέγοντας το Σικάγο για τις σπουδές των Χιλιανών, μια σχολή της οποίας οι καθηγητές απαιτούσαν τη σχεδόν πλήρη αποδιάρθρωση του κράτους με μονοδιάστατη εμμονή, το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έστελνε ένα ηχηρό μήνυμα στο πλαίσιο του πολέμου εναντίον της οικονομικής της ανάπτυξης: Έλεγε στους Χιλιανούς ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε αποφασίσει ποιες ιδέες έπρεπε να διδάσκεται η ελίτ των φοιτητών και ποιες όχι. Επρόκειτο για μια τόσο κατάφωρη παρέμβαση των ΗΠΑ στις λατινοαμερικανικές υποθέσεις, ώστε, όταν ο Άλμπιον Πάτερσον προσέγγισε τον πρύτανη του Πανεπιστημίου της Χιλής, του πρώτου τη τάξει πανεπιστημίου της χώρας, και του πρότεινε μια επιχορήγηση για να οργανώσει το πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών, ο πρύτανης αρνήθηκε. Είπε ότι θα έδινε τη συγκατάθεσή του µόνο αν το πανεπιστήµιό του είχε λόγο για το ποιοι θα δίδασκαν τους Χιλιανούς φοιτητές στις ΗΠΑ. Στη συνέχεια ο Πάτερσον προσέγγισε τον πρύτανη του Καθολικού Πανεπιστηµίου της Χιλής, ενός πολύ πιο συντηρητικού ακαδηµαίκού ιδρύµατος, που δε διέθετε τµήµα οικονοµικών. Ο πρύτανης του Καθολικού Πανεπιστηµίου δέχτηκε πρόθυµα την προσφορά, και έτσι γεννήθηκε αυτό που θα γινόταν γνωστό στην Ουάσινγκτον και στο Σικάγο ως «το Χιλιανό Σχέδιο».
«Ηρθαµε εδώ για να ανταγωνιστούµε, όχι για να συνεργαστούµε», είχε δηλώσει ο Σουλτς του Πανεπιστηµίου του Σικάγου, εξηγώντας για ποιο λόγο έπρεπε να συµµετέχουν στο πρόγραµµα µόνο ελάχιστοι επίλεκτοι Χιλιανοί φοιτητές. Αυτή η πολεµική στάση ήταν πρόδηλη από την αρχή: Ο στόχος του «Χιλιανού Σχεδίου» ήταν να παραγάγει ιδεολογικούς µαχητές που θα κέρδιζαν τον πόλεµο των ιδεών εναντίον των «ροζ» οικονοµολόγων της Λατινικής Αµερικής.
Στο πλαίσιο του σχεδίου, που ξεκίνησε επίσηµα το 1956, εκατό Χιλιανοί φοιτητές πραγµατοποίησαν µεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήµιο του Σικάγου από το 1957 µέχρι το 1970, µε τα δίδακτρα και τα έξοδά τους πληρωµένα από τους Αµερικανούς φορολογούµενους και από ιδρύµατα των ΗΠΑ. Το 1965 το πρόγραµµα διευρύνθηκε, συµπεριλαµβάνοντας φοιτητές από ολόκληρη τη Λατινική Αµερική, µε ιδιαίτερα µεγάλη συµµετοχή από την Αργεντινή, τη Βραζιλία και το Μεξικό. Η διεύρυνση χρηµατοδοτήθηκε από το Ίδρυµα Φορντ και οδήγησε στην ίδρυση του Κέντρου Λατινοαµερικανικών Οικονοµικών Σπουδών στο Πανεπιστήµιο του Σικάγου. Στο πλαίσιο του προγράµµατος σαράντα µε πενήντα Λατινοαµερικανοί σπούδαζαν οικονοµικά σε κάθε προπτυχιακό κύκλο σπουδών αποτελώντας περίπου το ένα τρίτο του συνολικού αριθµού των φοιτητών του προγράµµατος. Σε αντίστοιχα προγράµµατα στο Χάρβαρντ και στο ΜΙΤ υπήρχαν µόνο τέσσερις ή πέντε Λατινοαµερικανοί. Επρόκειτο για ένα εντυπωσιακό επίτευγµα: Μέσα σε µία δεκαετία το υπερσυντηρητικό Πανεπιστήµιο του Σικάγου είχε γίνει ο πρώτος τη τάξει προορισµός Λατινοαµερικανών που ήθελαν να σπουδάσουν οικονοµικά στο εξωτερικό, γεγονός που θα καθόριζε τον ρου της ιστορίας της Νότιας Αµερικής στις επόµενες δεκαετίες.
Η µύηση των Λατινοαµερικανών φοιτητών στην ορθοδοξία της Σχολής του Σικάγου είχε καταστεί θεσµική προτεραιότητα. Επικεφαλής του προγράµµατος και υπεύθυνος ώστε να αισθάνονται ευπρόσδεκτοι οι Λατινοαµερικανοί ήταν ο Άρνολντ Χάρµπεργκερ, ένας οικονοµολόγος που φορούσε σακάκια σαφάρι, µιλούσε µε ευχέρεια τα ισπανικά, είχε παντρευτεί Χιλιανή και περιέγραφε τον εαυτό του ως έναν «απόλυτα αφοσιωµένο ιεραπόστολο». Όταν άρχισαν να καταφτάνουν οι Χιλιανοί φοιτητές, ο Χάρµπεργκερ δηµιούργησε ένα ειδικό «χιλιανό εργαστήριο», στο οποίο οι καθηγητές του Πανεπιστηµίου του Σικάγου παρουσίαζαν τις έντονα ιδεολογικά χρωµατισµένες διαγνώσεις τους για τα προβλήµατα που υπήρχαν σε αυτή τη νοτιοαµερικανική χώρα και πρότειναν τις επιστηµονικές συνταγές τους για την αντιµετώπισή τους.
«Ξαφνικά, η Χιλή και η οικονοµία της έγιναν θέµα καθηµερινών συζητήσεων στο Τµήµα Οικονοµικών», θυµάται ο Αντρέ Γκούντερ Φρανκ, που είχε ως καθηγητή του τον Φρίντµαν τη δεκαετία του 1950 και έµελλε να εξελιχτεί σε παγκοσµίου φήµης οικονοµολόγο της οικονοµικής της ανάπτυξης. Όλες οι πολιτικές της Χιλής τοποθετήθηκαν κάτω από το µικροσκόπιο και κρίθηκαν ελλειµµατικές: το ισχυρό δίκτυο κοινωνικής ασφάλειας, η προστασία των εθνικών βιοµηχανιών, οι φραγµοί στο εµπόριο, η διατίµηση. Οι φοιτητές διδάσκονταν να περιφρονούν αυτές τις προσπάθειες εξάλειψης της φτώχειας και πολλοί από αυτούς επέλεξαν ως θέµα για τη διδακτορική διατριβή τους την ανατοµία του παραλογισµού που διέκρινε την οικονοµική της ανάπτυξης στη Λατινική Αµερική. Ο Γκούντερ Φρανκ θυµάται ότι, όταν ο Χάρµπεργκερ επέστρεφε από τα συχνά ταξίδια του στο Σαντιάγο τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, επέκρινε το σύστηµα υγείας και το εκπαιδευτικό σύστηµα της Χιλής, τα καλύτερα σε ολόκληρη την ήπειρο, ως «παράλογες προσπάθειες να ζήσει η χώρα πιο πλούσια από ό,τι της επιτρέπουν τα περιορισµένα µέσα της».
Στους κόλπους του Ιδρύµατος Φορντ υπήρξαν ενστάσεις για τη χρηµατοδότηση ενός τόσο απροκάλυπτα ιδεολογικά χρωµατισµένου εκπαιδευτικού προγράµµατος. Κάποιοι επεσήµαναν ότι οι µοναδικοί Λατινοαµερικανοί που καλούνταν να µιλήσουν στους φοιτητές ήταν απόφοιτοι του ίδιου προγράµµατος. «Παρόλο που κανείς δεν µπορεί να αρνηθεί την ποιότητα και τον αντίκτυπο αυτής της προσπάθειας, η ιδεολογική της στενότητα αποτελεί ένα σοβαρό µειονέκτηµα», είχε σχολιάσει ο Τζέφρι Πουργίαρ, ειδικός του Ιδρύµατος Φορντ για τη Λατινική Αµερική, σε µια από τις εσωτερικές εκθέσεις αξιολόγησης του ινστιτούτου. «Τα συµφέροντα των αναπτυσσόµενων χωρών δεν εξυπηρετούνται από την έκθεση [των φοιτητών] σε µονοδιάστατες απόψεις».Ωστόσο η αξιολόγηση αυτή δεν απέτρεψε το Ίδρυµα Φορντ από το να συνεχίσει να χρηµατοδοτεί το πρόγραµµα.
Όταν η πρώτη οµάδα των Χιλιανών επέστρεψαν στην πατρίδα τους από το Σικάγο, ήταν «πιο φανατικοί οπαδοί των ιδεών του Φρίντµαν και από τον ίδιο τον Φρίντµαν», σύµφωνα µε τον Μάριο Ζανιάρτου, οικονοµολόγο του Καθολικού Πανεπιστηµίου στο Σαντιάγο. * Πολλοί κατέλαβαν θέσεις καθηγητών στο Τµήµα Οικονοµικών του Καθολικού Πανεπιστηµίου, µετατρέποντάς το σε µια µικρή Σχολή του Σικάγου στην καρδιά του Σαντιάγο το ίδιο πρόγραµµα σπουδών, τα ίδια αγγλόφωνα κείµενα, η ίδια αξίωση για «καθαρή» και «επιστηµονική» γνώση. Το 1963 δώδεκα από τα δεκατρία µόνιµα µέλη του διδακτικού προσωπικού ήταν απόφοιτοι του προγράµµατος του Πανεπιστηµίου του Σικάγου, µε τον Σέρχιο δε Κάστρο, έναν από τους πρώτους αποφοίτους, στη θέση του προέδρου του τµήµατος. Τώρα πια δε χρειαζόταν να πηγαίνουν Χιλιανοί φοιτητές στις ΗΠΑ: Εκατοντάδες µπορούσαν να διδαχτούν τις ιδέες της Σχολής του Σικάγου χωρίς να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους.
* Ο Γουόλτερ Χέλερ, ο διάσηµος οικονοµολόγος της κυβέρνησης Κένεντι, χλευάζoνrας το δογµατισµό των οπαδών του Φρίντµαν, τους είχε κατατάξει σε κατηγορίες: «Κάποιοι είναι φριντµανικοί, κάποιοι φριντµανιστές, κάποιοι φριντµανοειδείς, κάποιοι φριντµανοπαθείς και κάποιοι φριντµανιακοί». (Σ.τ.Σ.)
Οι φοιτητές που σπούδασαν στο πρόγραµµα, είτε στο Σικάγο είτε στο «παράρτηµά» του στο Σαντιάγο, έγιναν γνωστοί σε ολόκληρη τη Λατινική Αµερική ως «Παιδιά του Σικάγου». Με άφθονη χρηµατοδότηση από τη USAID, τα Παιδιά του Σικάγου από τη Χιλή έγιναν ενθουσιώδεις πρέσβεις της ιδεολογίας που οι Λατινοαµερικανοί ονοµάζουν «νεοφιλελευθερισµο», ταξιδεύοντας στην Αργεντινή και στην Κολοµβία για να ιδρύσουν και άλλα «παραρτήµατα» της Σχολής του Σικάγου, µε σκοπό «να επεκταθεί αυτή η γνώση σε ολόκληρη τη Λατινική Αµερική και να αντιµετωπιστούν οι ιδεολογικές θέσεις που εµποδίζουν την ελευθερία και διαιωνίζουν τη φτώχεια και την οπισθοδρόµηση», σύµφωνα µε ένα Χιλιανό απόφοιτο του προγράµµατος.
Ο Χουάν Γκαµπριέλ Βαλντές, υπουργός Εξωτερικών της Χιλής τη δεκαετία του 1990, έχει χαρακτηρίσει τη διαδικασία µύησης εκατοντάδων Χιλιανών οικονοµολόγων στην ορθοδοξία της Σχολής του Σικάγου «ένα εντυπωσιακό παράδειγµα οργανωµένης µεταφοράς ιδεολογίας από τις Ηνωµένες Πολιτείες σε µια χώρα που βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής της. [ ... ] Η εκπαίδευση αυτών των Χιλιανών ήταν αποτέλεσµα ενός επιστηµονικού σχεδίου που καταρτίστηκε τη δεκαετία του 1950 για να επηρεάσει την ανάπτυξη της χιλιανής οικονοµικής σκεψης. Και επισήµανε ότι «εισήγαγαν στη χιλιανή κοινωνία ιδέες που ήταν εντελώς καινούριες, έννοιες που µέχρι τότε δεν υπήρχαν καθόλου στην “αγορά των ιδεων”».
Επρόκειτο, ασφαλώς, για µια επαίσχυντη µορφή διανοητικού ιµπεριαλισµού. Ωστόσο υπήρχε ένα πρόβληµα: Δεν ήταν αποτελεσµατικός. Σύµφωνα µε µια έκθεση που υπέβαλε το 1957 το Πανεπιστήµιο του Σικάγου προς τους χρηµατοδότες του στο Υπουργείο Εξωτερικών, «Ο βασικός σκοπός του σχεδίου» ήταν να εκπαιδευτεί µια γενιά φοιτητών «που θα γίνονταν οι πνευµατικοί ηγέτες στις οικονοµικές υποθέσεις της Χιλής». Όµως τα Παιδιά του Σικάγου δε διαδραµάησαν κανέναν ηγετικό ρόλο στη χώρα τους στην πραγµατικότητα, οι εξελίξεις τους άφησαν πίσω.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το κύριο θέµα των συζητήσεων για την οικονοµία στις χώρες του Νότιου Κώνου δεν ήταν η σύγκριση του καπιταλισµού των ελεύθερων συναλλαγών µε την οικονοµική της ανάπτυξης, αλλά ποιο θα ήταν το επόµενο στάδιο της οικονοµικής της ανάπτυξης. Οι µαρξιστές υποστήριζαν τις εκτεταµένες εθνικόποιήσεις και µια ριζοσπαστική αγροτική µεταρρύθµιση, ενώ οι µετριοπαθείς κεντρώοι διατείνονταν πως το κλειδί ήταν η µεγαλύτερη οικονοµική συνεργασία των λατινοαµερικανικών χωρών, µε σκοπό τη µετατροπή της περιοχής σε ένα ισχυρό εµπορικό µπλοκ που θα ανταγωνιζόταν την Ευρώπη και τη Βόρεια Αµερική. Στις κάλπες και στους δρόµους οι χώρες του Νότιου Κώνου πραγµατοποιούσαν µια στροφή προς τα αριστερά.
Το 1962 η Βραζιλία έκανε ένα αποφασιστικό βήµα προς αυτή την κατεύθυνση υπό την Προεδρία του Ζοάο Γκουλάρ, ενός εθνικιστή οικονοµολόγου που είχε υποσχεθεί αναδιανοµή της γης, υψηλότερους µισθούς και ένα τολµηρό σχέδιο το οποίο θα υποχρέωνε τις ξένες πολυεθνικές να επενδύουν ένα ποσoστό από τα κέρδη τους στην οικονοµία της Βραζιλίας αντί να τα βγάζουν όλα από τη χώρα προκειµένου να τα µοιραστούν οι µέτοχοι στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο. Στη Αργεντινή µια στρατιωτική κυβέρνηση προσπάθησε να αντιµετωπίσει παρόµοια αιτήµατα απαγορεύοντας στο κόµµα του Χουάν Περόν να πάρει µέρος στις εκλογές, αλλά το µόνο που κατάφερε ήταν να ριζοσπαστικοπιηθεί µια ολόκληρη γενιά νεαρών περονιστών, πολλοί από τους οποίους ήταν πρόθυµοι να ξεκινήσουν ένοπλο αγώνα για να ανακαταλάβουν την εξουσία στη χώρα.
Ο Νίξον γέρνει την πλάστιγγα.
Αλλά ήταν στη Χιλή, το επίκεντρο του πειράµατος της Σχολής του Σικάγου, όπου η ήττα στον πόλεµο των ιδεών ήταν περισσότερο πρόδηλη από παντού. Με τις ιστορικές εκλογές του 1970 η Χιλή µετατοπίστηκε τόσο πολύ προς τα αριστερά, ώστε και τα τρία µεγάλα πολιτικά κόµµατα ήταν υπέρ της εθνικοποίησης της µεγαλύτερης πηγής εσόδων της χώρας, των ορυχείων χαλκού που ελέγχονταν από αµερικανικές εξορυκτικές εταιρείες. Με άλλα λόγια, το «Χιλιανό Σχέδιο» αποδείχτηκε µια πανάκριβη αποτυχία. Τα Παιδιά του Σικάγου δεν κατάφεραν να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους ως ιδεολογικών µαχητών που θα διεξήγαν έναν ειρηνικό πόλεµο ιδεών εναντίον των αριστερών αντιπάλων τους. Η συζήτηση για την οικονοµία όχι µόνο συνέχισε να στρέφεται προς τα αριστερά, αλλά η επιρροή των Παιδιών του Σικάγου ήταν τόσο περιθωριακή, ώστε δεν αποπειράθηκαν καν να καταγράψουν τις δυνάµεις τους στο εκλογικό σώµα της Χιλής.
Ενδεχοµένως όλα να τέλειωναν τότε, µε το «Χιλιανό Σχέδιο» να αποτελεί µια µικρή ιστορική υποσηµείωση, όµως συνέβη κάτι που έσωσε τα Παιδιά του Σικάγου από την αφάνεια: Ο Ρίτσαρντ Νίξον εκλέχτηκε Πρόεδρος των Ηνωµένων Πολιτειών. Ο Νίξον «είχε µια εφευρετική και, στο σύνολό της, αποτελεσµατική εξωτερική πολιτική», έγραψε ενθουσιασµένος ο Φρίντµαν. Και πουθενά αλλού δεν ήταν πιο εφευρετική από όσο στη Χιλή.
Ο Νίξον πρόσφερε στα Παιδιά του Σικάγου και στους καθηγητές τους κάτι που οραµατίζονταν για πολλά χρόνια: την ευκαιρία να αποδείξουν ότι η καπιταλιστική ουτοπία τους ήταν κάτι περισσότερο από µια εργαστηριακή θεωρία, τη δυνατότητα να αναπλάσουν µια χώρα από το µηδέν. Η δηµοκρατία δεν είχε αποδειχτεί φιλόξενη για τα Παιδιά του Σικάγου στη Χιλή. η δικτατορία θα αποδεικνυόταν πιο κατάλληλη.
Η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας του Σαλβαδόρ Αλιέντε κέρδισε τις εκλογές του 1970 υποσχόµενη ότι θα έθετε υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης µεγάλους τοµείς της οικονοµίας που µέχρι τότε βρίσκονταν στα χέρια ξένων και εγχώριων εταιρειών. Ο Αλιέντε ήταν ένα νέο είδος Λατινοαµερικανού επαναστάτη: Όπως και ο Τσε Γκεβάρα, ήταν γιατρός, αλλά, σε αντίθεση µε τον Τσε, έµοιαζε περισσότερο µε συνετό ακαδηµαίκό παρά µε ροµαντικό αντάρτη. Μπορούσε να εκφωνεί δηµόσιους λόγους µε το πάθος του Φιντέλ Κάστρο, αλλά ήταν ένας ανυποχώρητος δηµοκράτης που πίστευε ότι ο σοσιαλιστικός µετασχηµατισµός στη Χιλή έπρεπε να έρθει από τις κάλπες και όχι µε τα όπλα.
Όταν ο Νίξον πληροφορήθηκε ότι ο Αλιέντε είχε εκλεγεί Πρόεδρος, διέταξε το διευθυντή της CIΑ Ρίτσαρντ Χελµς να κάνει «την οικονοµία να στενάξει».Η εκλογή του είχε επίσης σηµαντικό αντίκτυπο στο Τµήµα Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου του Σικάγου. Όταν κέρδισε ο Αλιέντε, ο Άρνολντ Χάρµπεργκερ βρισκόταν στη Χιλή. Έστειλε µια επιστολή στους συναδέλφους του χαρακτηρίζοντας το γεγονός «τραγωδία» και πληροφορώvτας τους ότι «στους κύκλους της δεξιάς συζητείται η ιδέα της κατάληψης της εξουσίας από το στρατό».
Παρόλο που ο Αλιέvrε δεσµεύτηκε να διαπραγµατευτεί µια δίκαιη αποζηµίωση των εταιρειών που θα έχαναν τις περιουσίες και τις επενδύσεις τους, οι αµερικανικές πολυεθνικές φοβούvrαν ότι αvτιπροσώπευε την εκδήλωση µιας τάσης που θα εξαπλωνόταν σε ολόκληρη τη Λατινική Αµερική, και πολλές από αυτές δεν ήταν διατεθειµένες να χάσουν αυτό που αποτελούσε ένα διαρκώς αυξανόµενο µερίδιο στον κύκλο εργασιών τους. Το 1968 το 20% των συνολικών επενδύσεων των ΗΠΑ στο εξωτερικό ήταν δεσµευµένο στη Λατινική Αµερική και οι αµερικανικές εταιρείες διέθεταν 5.436 θυγατρικές στην περιοχή. Τα κέρδη που απέφεραν αυτές οι επενδύσεις ήταν εκπληκτικά. Τα προηγούµενα πενήντα χρόνια οι εξορυκτικές εταιρείες είχαν επενδύσει 1 δισεκατοµµύριο δολάρια στη βιοµηχανία εξόρυξης χαλκού στη Χιλή, τη µεγαλύτερη στον κόσµο, αλλά είχαν κερδίσει 7,2 δισεκατοµµύρια δολάρια.
Αµέσως µόλις ο Αλιέvrε κέρδισε τις εκλογές, και πριν καν αναλάβει επίσηµα τα καθήκοντά του, η κορπορατική Αµερική κήρυξε τον πόλεµο στην κυβέρνησή του. Το κέντρο συντονισµού των ενεργειών εναντίον του Αλιέvrε ήταν µια ad hoc Επιτροπή για τη Χιλή, που έδρευε στην Ουάσινγκτον και την απάρτιζαν αµερικανικές εξορυκτικές εταιρείες οι οποίες διέθεταν σηµαντικά περιουσιακά στοιχεία στη χώρα, ενώ τον ηγετικό ρόλο στην επιτροπή είχε η Internatίonal Telephone and Telegraph Company (ΙΤΤ ), στην οποία ανήκε το 70% της τηλεφωνικής εταιρείας της Χιλής, που επρόκειτο να εθνικοποιηθεί σύντοµα. Η Purina, η Bank of America και η Pfizer Chemical έστειλαν επίσης αντιπροσώπους στην επιτροπή σε διάφορα στάδια.
Ο µοναδικός σκοπός της επιτροπής ήταν να εξαναγκάσει τον Αλιέvrε να µαταιώσει τις εθνικοποιήσεις, «φέρνοvrάς τον αvτιµέτωπο µε µια κατάρρευση της οικονοµίας». Είχαν πολλές ιδέες για το πώς θα έφερναν σε αυτή την οδυνηρή θέση τον Αλιέντε. Σύµφωνα µε τα αποχαρακτηρισµένα πρακτικά των συναντήσεων, οι εταιρείες σχεδίαζαν να διακόψουν το δανεισµό της Χιλής από τις ΗΠΑ και «σιωπηρά να πείσουν τις µεγάλες ιδιωτικές τράπεζες των Ηνωµένων Πολιτειών να κάνουν το ίδιο. Να διαβουλευτούν µε τραπεζικές πηγές του εξωτερικού µε τον ίδιο στόχο κατά νου. Να αναστείλουν την αγορά προϊόvrων από τη Χιλή για τους επόµενους έξι µήνες. Να χρησιµοποιήσουν τα αποθέµατα των ΗΠΑ σε χαλκό αντί να αγοράζουν από τη Χιλή. Να προκαλέσουν την εξάντληση των συναλλαγµατικών αποθεµάτων της Χιλής σε δολάρια των ΗΠΑ». Και ο κατάλογος συνεχιζόταν.
Ο Αλιέντε διόρισε το στενό του φίλο Ορλάντο Λετελιέ πρέσβη στην Ουάσινγκτον, αναθέτοντάς του την αποστολή να διαπραγµατευτεί τους όρους των απαλλοτριώσεων µε τις εταιρείες που συνωµοτούσαν για να υπονοµεύσουν την κυβέρνησή του. Ο Λετελιέ, ένας εξωστρεφής άνθρωπος που λάτρευε τη διασκέδαση, είχε το χαρακτηριστικό για τη δεκαετία του 1970 µουστάκι και του άρεσε ιδιαίτερα να τραγουδάει, ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στους διπλωµατικούς κύκλους. Ο γιος του Φρανσίσκο αναπολεί µε τρυφερότητα τον πατέρα του να παίζει κιθάρα και να τραγουδάει λαϊκά τραγούδια σε συναντήσεις µε φίλους του στο σπίτι τους στην Ουάσινγκτον. Ωστόσο, παρά τη γοητεία και τις ικανότητες του Λετελιέ, δεν υπήρχε η παραµικρή πιθανότητα να επιτύχουν οι διαπραγµατεύσεις.
Τον Μάρτιο του 1972, εν µέσω σκληρών διαπραγµατεύσεων ανάµεσα στον Λετελιέ και στην ΗΠΑ, ο Τζακ Άντερσον, ένας συνδικαλισµένος δηµοσιογράφος, δηµοσίευσε µια σειρά εκρηκτικών άρθρων στα οποία τεκµηριωνόταν ότι η τηλεφωνική εταιρεία είχε συνωµοτήσει µε τη ΙΤΤ και το Υπουργείο Εξωτερικών για να εµποδίσουν την άνοδο του Αλιέντε στην εξουσία δύο χρόνια πριν. Μετά τη δηµοσίευση αυτών των κατηγοριών, και ενώ ο Αλιέντε εξακολουθούσε να κατέχει την εξουσία, η Γερουσία των ΗΠΑ, που ελεγχόταν από τους Δηµοκρατικούς, πραγµατοποίησε µια έρευνα και ανακάλυψε µια εκτεταµένη συνωµοσία: Η ΙΤΤ είχε δωροδοκήσει µε 1 εκατοµµύριο δολάρια τη χιλιανή αντιπολίτευση και «είχε επιδιώξει να εµπλέξει τη CIΑ σε ένα µυστικό σχέδιο επηρεασµού του αποτελέσµατος των προεδρικών εκλογών στη Χιλή».
Η έκθεση της Γερουσίας, που δηµοσιοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1973, διαπίστωνε επίσης ότι, όταν το σχέδιο απέτυχε και ο Αλιέντε ανέλαβε την εξουσία, η ΙΤΤ υιοθέτησε µια νέα στρατηγική, που απέβλεπε στο «να µην τα βγάλει πέρα µέσα στους επόµενους έξι µήνες». Ιδιαίτερα ανησυχητική, σύµφωνα µε τη Γερουσία, ήταν η σχέση ανάµεσα σε στελέχη της ΙΤΤ και της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Μαρτυρίες και έγγραφα καθιστούσαν σαφές ότι η ΙΤΤ είχε αναµειχθεί άµεσα στη διαµόρφωση της πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στη Χιλή. Ένα ανώτερο στέλεχος της εταιρείας είχε στείλει µια επιστολή στο σύµβουλο εθνικής ασφάλειας Χένρι Κίσινγκερ προτείνοντάς του «χωρίς να ενηµερωθεί ο Πρόεδρος Αλιέντε, να τεθούν σε “καθεστώς επανεξέτασης” όλα τα κονδύλια της οικονοµικής βοήθειας των ΗΠΑ προς τη Χιλή». Η εταιρεία πήρε επίσης την πρωτοβουλία να επεξεργαστεί µια στρατηγική δεκαοχτώ σηµείων για την κυβέρνηση Νίξον, καλώντας τη απροκάλυπτα να εξετάσει το ενδεχόµενο ενός πραξικοπήµατος: «Φροντίστε να έρθετε σε επαφή µε αξιόπιστες πηγές µέσα στο στρατό της Χιλής, [ ... ] καλλιεργήστε τη δυσαρέσκειά τους για τον Αλιέντε, δείχνοντάς τους ότι είναι αναγκαία η απομάκρυνσή του».
Όταν ρωτήθηκε από την επιτροπή της Γερουσίας για τις αναίσχυντες προσπάθειές του να χρησιμοποιηθεί η ισχύς της κυβέρνησης των ΗΠΑ προκειμένου να υπονομευτεί η συνταγματική νομιμότητα στη Χιλή και να εξυπηρετηθούν τα οικονομικά συμφέροντα της ΙΤΤ , ο αντιπρόεδρος της εταιρείας Νεντ Γκέριτι σάστισε. «Γιατί είναι κακό μια εταιρεία να φροντίζει για τον υπ’ αριθμόν ένα στόχο της;» ρώτησε. Η απάντηση της επιτροπής περιέχεται στην έκθεσή της: «Ο υπ’ αριθμόν ένα στόχος [μιας εταιρείας] δεν πρέπει να καθορίζει με αθέμιτα μέσα την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ». Ωστόσο, παρά τα ακούραστα αμερικανικά βρόμικα τεχνάσματα (η ΙΤΤ είναι μόνο το πιο χαρακτηριστικό και ευρύτερα γνωστό παράδειγμα), ο Αλιέντε παρέμενε στην εξουσία. Οχτώ εκατομμύρια δολάρια είχαν δαπανηθεί για να εξασθενίσουν την εκλογική του βάση, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Στις ενδιάμεσες κοινοβουλευτικές εκλογές του 1973 το κόμμα του Αλιέντε απέσπασε περισσότερες ψήφους από εκείνες με τις οποίες είχε εκλεγεί το 1970. Ήταν φανερό ότι η επιθυμία για ένα διαφορετικό οικονομικό μοντέλο είχε αποκτήσει βαθιές ρίζες στη Χιλή και η υποστήριξη σε μια σοσιαλιστική εναλλακτική λύση μεγάλωνε. Για τους αντιπάλους του Αλιέντε, που είχαν αρχίσει να συνωμοτούν για να τον ανατρέψουν από την επόμενη μέρα των εκλογών του 1970, αυτό σήμαινε ότι το πρόβλημά τους δε θα λυνόταν με την απομάκρυνσή του κάποιος άλλος θα τον αντικαθιστούσε. Χρειαζόταν ένα πιο ριζοσπαστικό σχέδιο.
Μαθήμαια ανατροπής καθεστώτων
Βραζιλία και Ινδονησία Υπήρχαν δύο μοντέλα «αλλαγής καθεστώτος» τα οποία οι αντίπαλοι του Αλιέντε μελετούσαν εξονυχιστικά ως ενδεχόμενες λύσεις. Το ένα ήταν η περίπτωση της Βραζιλίας και το άλλο η περίπτωση της Ινδονησίας. Όταν η υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ χούντα της Βραζιλίας, με επικεφαλής το στρατηγό Ουμπέρτα Καστέλο Μπράνκο, κατέλαβε την εξουσία το 1964, ο στρατός δε σχεδίαζε μόνο να αναστείλει τα ευνοίκά για τους φτωχούς προγράμματα του Ζοάο Γκουλάρ, αλλά και να ανοίξει τη Βραζιλία στις ξένες επενδύσεις. Αρχικά οι Βραζιλιάνοι στρατηγοί προσπάθησαν να επιβάλουν την ατζέντα τους με σχετικά ήπιο τρόπο: Δεν έγιναν προκλητικές επιδείξεις βίας, δεν πραγματοποιήθηκαν µαζικές συλλήψεις και, παρότι αργότερα αποκαλύφθηκε πως µερικοί «υπονοµευτές» βασανίστηκαν άγρια κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο αριθµός τους ήταν αρκετά µικρός (και η Βραζιλία πολύ µεγάλη), ώστε η µεταχείριση που υπέστησαν να µη γίνει ευρύτερα γνωστή. Η χούντα διατήρησε επίσης µερικές δηµοκρατικές ελευθερίες, ανάµεσα στις οποίες µια περιορισµένη ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της συνάθροισης επρόκειτο για ένα «πραξικόπηµα κυρίων».
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 πολλοί πολίτες αποφάσισαν να χρησιµοποιήσουν αυτές τις περιορισµένες ελευθερίες προκειµένου να διαµαρτυρηθούν για την αυξανόµενη φτώχεια της Βραζιλίας, για την οποία θεωρούσαν υπεύθυνο το φιλικό προς τις επιχειρήσεις οικονοµικό πρόγραµµα της χούντας, µεγάλο µέρος του οποίου είχαν επεξεργαστεί απόφοιτοι του Πανεπιστηµίου του Σικάγου. Το 1968 οι δρόµοι κατακλύστηκαν από διαδηλωτές κατά της χούντας µε τους φοιτητές να πρωτοστατούνκαι το καθεστώς διέτρεχε πολύ σοβαρό κίνδυνο. Σε µια απέλπιδα προσπάθεια να παραµείνουν στην εξουσία, οι στρατιωτικοί άλλαξαν ριζικά την τακτική τους: Η δηµοκρατία καταργήθηκε ολοκληρωτικά, οι πολιτικές ελευθερίες συνθλίφτηκαν, τα βασανιστήρια συστηµατοποιήθηκαν και, σύµφωνα µε την Επιτροπή για την Αλήθεια που θα ιδρυόταν αργότερα, «οι δολοφονίες από το κράτος έγιναν ρουτίνα».
Σοεκάρνο, Πρόεδρος της Ινδονησίας, ανατράπηκε το 1965 (μαζί με τα δικά μας Ιουλιανά) με πραξικόπημα-λουτρό αίματος της ΣΙΑ
Το πραξικόπηµα που έγινε στην Ινδονησία το 1965 ακολούθησε µια εντελώς διαφορετική πορεία. Μετά το Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο ηγέτης της χώρας ήταν ο Πρόεδρος Σουκάρνο, ένας Ούγο Τσάβες της εποχής (αλλά χωρίς το σεβασµό του Τσάβες για τις εκλογές). Ο Σουκάρνο είχε προκαλέσει την οργή των πλούσιων χωρών επειδή προστάτευε την οικονοµία της Ινδονησίας, φρόντιζε για την αναδιανοµή του πλούτου και είχε διακόψεις τις σχέσεις της χώρας του µε το ΔΝΤ και την Παγκόσµια Τράπεζα, µε την κατηγορία ότι ήταν απλώς «βιτρίνες» των συµφερόντων των Δυτικών πολυεθνικών. Παρόλο που ο Σουκάρνο ήταν εθνικιστής και όχι κοµουνιστής, συνεργαζόταν στενά µε το Κοµουνιστικό Κόµµα, που είχε τρία εκατοµµύρια ενεργά µέλη. Οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας ήταν αποφασισµένες να βάλουν τέλος στην εξουσία του Σουκάρνο και αποχαρακτηρισµένα έγγραφα δείχνουν ότι η CIΑ είχε λάβει εντολές να «προχωρήσει στην “εκκαθάριση” του Προέδρου Σουκάρνο, ανάλογα µε τις συνθήκες και τις διαθέσιµες ευκαιρίες».
Η ευκαιρία παρουσιάστηκε τον Οκτώβριο του 1965, όταν ο στρατηγός Σουχάρτο, µε την υποστήριξη της CIA, έθεσε σε κίνηση τη διαδικασία που θα οδηγούσε στην αναρρίχησή του στην εξουσία και στην εξολόθρευση της Αριστεράς. Η CIA είχε συντάξει καταλόγους με τα ονόματα των αριστερών ηγετών της χώρας, έγγραφα τα οποία κατέληξαν στα χέρια του Σουχάρτο, ενώ το Πεντάγωνο εφοδίασε με επιπλέον όπλα και ασυρμάτους τους άντρες των ινδονησιακών ενόπλων δυνάμεων, ώστε να μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους ακόμα κι αν βρίσκονταν στα πιο απόμακρα σημεία του αρχιπελάγους. Στη συνέχεια ο Σουχάρτο εξαπέλυσε τους στρατιώτες του εναντίον των περίπου πεντακοσίων αριστερών που τα ονόματά τους περιλαμβάνονταν στους «καταλόγους εκιελέσεων», όπως τους αποκαλούσε η CIA, που είχε στη διάθεσή του. Η πρεσβεία των ΗΠΑ λάμβανε τακτικές αναφορές για την εξέλιξη της αποστολής τους. Καθώς συνέρρεαν οι πληροφορίες, οι πράκτορες της CIA διασταύρωναν τα ονόματα των νεκρών με τα ονόματα στους καταλόγους, μέχρι επιτέλους να διαπιστώσουν ικανοποιημένοι ότι η ινδονησιακή Αριστερά είχε εξοντωθεί. Ένας από τους ανθρώπους που συμμετείχαν στην επιχείρηση ήταν ο Ρόμπερτ Π Μάρτενς, που εργαζόταν στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τζακάρτα. «Πραγματικά, βοηθήσαμε σημαντικά το στρατό», θα αποκάλυπτε στη δημοσιογράφο Κάθι Καντέιν είκοσι πέντε χρόνια αργότερα. * «Πιθανότατα σκότωσαν πάρα πολλούς ανθρώπους και μάλλον έχω πολύ αίμα στα χέρια μου, αλλά ήταν μικρό το κακό. Κάποιες φορές πρέπει να χτυπήσεις σκληρά την καθοριστική στιγμή».
Οι δολοφονίες που έγιναν με βάση τους καταλόγους εκτελέσεων ήταν στοχευμένες. Τις σφαγές χωρίς διάκριση όμως, για τις οποίες είναι διαβόητος ο Σουχάρτο, τις πραγματοποίησαν κατά κύριο λόγο σπουδαστές θρησκευτικών σχολών. Τους εκπαίδευσε γρήγορα ο στρατός και, κατόπιν διαταγής του αρχηγού του ναυτικού, τους έστειλαν στα χωριά για να «σαρώσουν» τους κομουνιστές από την ύπαιθρο. «Με μεγάλη απόλαυση, συγκέντρωναν τους οπαδούς τους, έχωναν μαχαίρια και πιστόλια στις ζώνες τους, κρεμούσαν ρόπαλα στους ώμους τους και τους έστελναν να πραγματοποιήσουν αυτό που προσδοκούσαν εδώ και πολλά χρόνια», έχει γράψει κάποιος δημοσιογράφοο.
Μέσα σε ένα μήνα δολοφονήθηκαν από μισό έως ένα εκατομμύριο άνθρωποι, «σφαγμενοι κατά χιλιάδες», σύμφωνα με το Time. Στην ανατολική Ιάβα «ταξιδιώτες ανέφεραν ότι υπήρχαν κυριολεκτικά ολόκληρα φράγματα από πτώματα σε μικρά ποτάμια και ρυάκια, με αποτέλεσμα σε διάφορα σημεία να παρεμποδίζονται οι ποτάμιες μεταφορές»
Η περίπτωση της Ινδονησίας προσέλκυσε την προσοχή των στόμων και των θεσμικών φορέων που συνωμοτούσαν στην Ουάσινγκτον και στο Σαντιάγο για να ανατρέψουν τον Σαλβαδόρ Αλιέντε. Δεν τους ενδιέφερε μόνο η βαναυσότητα του Σουχάρτο, αλλά και ο ιδιαίτερος ρόλος που είχε διαδραµατίσει µια οµάδα lνδονήσιων οικονοµολόγων οι οποίοι είχαν σπουδάσει στο Πανεπιστήµιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεί και ήταν γνωστοί ως «Μαφία του Μπέρκλεί». Ο Σουχάρτο είχε καταφέρει να εξολοθρεύσει την Αριστερά, αλλά ήταν η Μαφία του Μπέρκλεί που ετοίµασε το οικονοµικό προσχέδιο για το µέλλον της χώρας.
*Ο χαιρετισμός της Δύσης
Ο Δυτικός κόσμος δεν μπορούσε να κρύψει εύκολα την χαρά του. Τα πάντα πήγαν όπως ακριβώς τα ήθελαν και η Ινδονησία δεν αποτελούσε πια απειλή για την καπιταλιστική δύση… Ιδίως τη στιγμή που το Βιετνάμ αντιστεκόταν ακόμα. Αυτή η έκδηλη χαρά τους δεν ήταν δυνατό να κρυφτεί ούτε καν για τα προσχήματα.
Ο Αυστραλός πρωθυπουργός Holt, επισκεπτόμενος τις ΗΠΑ, δήλωνε στους δημοσιογράφους: “με το ξεπάστρεμα 500.000 έως 1.000.000 συμπαθούντων κομμουνιστών μπορούμε τώρα να περιμένουμε αναπροσανατολισμό της πολιτικής της Ινδονησίας” (New York Times 6/7/66), ενώ το περιοδικό TIME περιέγραφε τις σφαγές ως “τα καλύτερα νέα για τη Δύση σε ό,τι αφορά την Ασία” (15/7/66).
Εξάντας
Ο παραλληλισµός µε τα Παιδιά του Σικάγου ήταν εντυπωσιακός. Τα µέλη της Μαφίας του Μπέρκλεί είχαν σπουδάσει στις ΗΠΑ στο πλαίσιο ενός προγράµµατος που είχε εγκαινιαστεί το 1956 και το χρηµατοδοτούσε το Ίδρυµα Φορντ. Είχαν επιστρέψει στην πατρίδα τους για να φτιάξουν ένα πιστό αντίγραφο των Δυτικών ακαδηµαϊκών τµηµάτων οικονοµικών, το Τµήµα Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου της Ινδονησίας. Το Ίδρυµα Φορντ έστειλε Αµερικανούς καθηγητές στην Τζακάρτα για να τους βοηθήσουν, όπως ακριβώς οι καθηγητές του Σικάγου είχαν πάει στο Σαντιάγο για να βοηθήσουν στην ίδρυση του νέου τµήµατος οικονοµικών. «Οι υπεύθυνοι του Ιδρύµατος Φορντ είχαν την αίσθηση ότι εκπαίδευαν τους ανθρώπους που θα ηγούνταν της χώρας όταν θα ανατρεπόταν ο Σουκάρνο», έχει εξηγήσει µε ωµό τρόπο ο Τζον Χάουαρντ, διευθυντής τότε του Διεθνούς Προγράµµατος Εκπαίδευσης και Ερευνών του Ιδρύµατος Φορντ.
Οι χρηµατοδοτούµενοι από το Ίδρυµα Φορντ φοιτητές τέθηκαν επικεφαλής των φοιτητικών οµάδων που συµµετείχαν στην ανατροπή του Σουκάρνο και η Μαφία του Μπέρκλεί συνεργάστηκε στενά µε το στρατό στην προετοιµασία του πραξικοπήµατος, επεξεργαζόµενη «δυνητικά σχέδια» για την περίπτωση που θα έπεφτε ξαφνικά η κυβέρνηση. *Οι νεαροί αυτοί οικονοµολόγοι ασκούσαν τεράστια επιρροή στο στρατηγό Σουχάρτο, που δε γνώριζε τίποτα για χρηµατοοικονοµική διαχείριση.
Σύµφωνα µε το περιοδικό Fortune, η Μαφία του Μπέρκλεί ηχογραφούσε οικονοµικά µαθήµατα σε µαγνητοταινίες για να τις ακούει στο σπίτι του ο Σουχάρτο. Στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις τους «ο Πρόεδρος Σουχάρτο δεν άκουγε µόνο αλλά κρατούσε και σηµειώσεις», θυµάται µε υπερηφάνεια ένα από τα µέλη της οµάδος. Ένας άλλος απόφοιτος του Μπέρκλεί έχει περιγράψει τη σχέση ως εξής: «Παρουσιάσαμε στην ηγεσία του στρατού, τον καθοριστικό παράγοντα στη νέα τάξη πραγμάτων, ένα «βιβλίo συνταγών” για να αντιμετωπιστούν τα οικονομικά προβλήματα της Ινδονησίας. Ο στρατηγός Σουχάρτο, που ήταν ο ανώτατος διοικητής του στρατού, όχι μόνο αποδέχτηκε το “βιβλίο συνταγών“, αλλά ζήτησε επίσης από τους συγγραψείς του να γίνουν οι οικονομικοί του συμβουλοι». Και πράγματι έγιναν. Ο Σουχάρτο στελέχωσε το υπουργικό του συμβούλιο με μέλη της Μαφίας του Μπέρκλεί, αναθέτοντάς τους κομβικά οικονομικά αξιώματα, όπως αυτά του υπουργού Εμπορίου και του πρέσβη στην Ουάσινγκτον.
­­­­­­­­­­­­­­
* Δεν αισθάνονταν άνετα µε το ρόλο τους όλοι οι Αµερικανοί καθηγητές που στάλθηκαν στο πλαίσιο του προγράµµατος. «Ενιωθα ότι το πανεπιστήµιο δεν έπρεπε να αναµειχθεί σε αυτό που ουσιαστικά ήταν µια εξέγερση εναντίον της κυβέρνησης», έχει δηλώσει ο Λεν Ντόιλ, καθηγητής του Μπέρκλεί που είχε διοριστεί από το Ίδρυµα Φορντ επικεφαλής του οικονοµικού προγράµµατος για την Ινδονησία. Οι απόψεις του Ντόιλ είχαν ως αποτέλεσµα να ανακληθεί στην Καλιφόρνια και να αντικατασταθεί. (Σ.τ.Σ.)
Καθώς οι συγκριμένοι οικονομολόγοι είχαν σπουδάσει σε μια λιγότερο χρωματισμένη ιδεολογικά σχολή, δεν ήταν τόσο ριζικά αντικρατιστές όσο τα Παιδιά του Σικάγου. Πίστευαν ότι η κυβέρνηση όφειλε να διαδραματίζει ένα ρόλο στη διαχείριση της εγχώριας οικονομίας της Ινδονησίας και να διασφαλίζει πως βασικά αγαθά, όπως το ρύζι, θα ήταν οικονομικά προσιτά. Ωστόσο η Μαφία του Μπέρκλεί ήταν εξαιρετικά φιλόξενη προς τους επενδυτές που ήθελαν να εκμεταλλευτούν τον τεράστιο ορυκτό και πετρελαίκό πλούτο της Ινδονησίας, τον οποίο ο Ρίτσαρντ Νίξον είχε χαρακτηρίσει «το μεγαλύτερο έπαθλο στην περιοχή της Νότιας Ασίας». * Θέσπισαν νόμους που επέτρεπαν σε ξένες εταιρείες να κατέχουν το 100% αυτών των πόρων, προέβησαν σε «φοροαπαλλαγές», με αποτέλεσμα μέσα σε δύο χρόνια ο φυσικός πλούτος της Ινδονησίας (χαλκός, νικέλιο, ξυλεία, καουτσούκ και πετρέλαιο) να έχει διαμοιραστεί ανάμεσα στις μεγαλύτερες διεθνείς εξορυκτικές και ενεργειακές εταιρείες.
Ενώ είχε ήδη αρχίσει η επιβολή του προγράμματος του Σουχάρτο, οι περιστώσειςτης Βραζιλίας και της Ινδονησίας αποτέλεσαν, εξαιτίας των διαφορών τους, δύο χρήσιμα παραδείγματα προς μελέτη για εκείνους που συνωμοτούσαν για να ανατρέψουν τον Αλιέντε. Οι Βραζιλιάνοι είχαν χρησιμοποιήσει ελάχιστα τη δύναμη του σοκ, περιμένοντας χρόνια για να εκδηλώσουν στην πράζη την όρεξή τους για βία. Ήταν ένα σχεδόν μοιραίο λάθος, καθώς έδωσε στους αντιπάλους τους την ευκαιρία να ανασυγκροτηθούν και μερικοί από αυτούς να συγκροτήσουν αριστερές αντάρτικες ομάδες. Παρόλο που η χούντα κατάφερε να καθαρίσει τους δρόμους από τους διαδηλωτές, η διογκούμενη αντίσταση την υποχρέωσε να επιβραδύνει τα οικονομικά σχέδιά της.
­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­
* Είναι ενδιαφέρον ότι το 1975 ο Άρνολντ Χάρμπεργκερ προσλήφθηκε ως σύμβουλος στο Υπουργείο Οικονομικών του Σουχάρτο. (Σ.τ.Σ.)
Από την άλλη, με τη μαζική καταστολή την οποία είχε χρησιμοποιήσει προληπτικά, ο Σουχάρτο είχε αποδείξει ότι ήταν εφικτό να προκληθεί ένα είδος σοκ σε μια χώρα και η αντίσταση να σαρωθεί πριν καν ακόμα αρχίσει να εκδηλώνεται. Η χρήση της τρομοκρατίας ήταν τόσο ανελέητη, ξεπερνούσε τόσο πολύ ακόμα και τους χειρότερους εφιάλτες, ώστε ένας ολόκληρος λαός που μερικά βδομάδες πριν αγωνιζόταν συλλογικά για να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία της χώρας του να είναι πλέον τόσο τρομοκρατημένος, ώστε να παραχωρήσει τον απόλυτο έλεγχο της εξουσίας στον Σουχάρτο και στους μπράβους του. Ο Ραλφ Μακγκίχι, υψηλόβαθμος αξιωματούχος του τμήματος επιχειρήσεων της CIΑ κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος, έχει δηλώσει ότι η Ινδονησία ήταν μια «υποδειγματική επιχείρηση. [ ... ] Αν ακολουθήσει κανείς τα ίχνη των αιματηρών γεγονότων που έφεραν τον Σουχάρτο στην εξουσία, αυτά ξεκινούν από την Ουάσινγκτον. Η επιτυχία αυτή σήμαινε ότι μπορούσε να επαναληφθεί ξανά και ξανά».
Το άλλο καθοριστικής σημασίας μάθημα από την περίπτωση της Ινδονησίας αφορούσε τη σχέση που υπήρχε ανάμεσα στον Σουχάρτο και στη Μαφία του Μπέρκλεί πριν από το πραξικόπημα. Καθώς ήταν πρόθυμοι να αναλάβουν «τεχνοκρατικες» θέσεις στη νέα κυβέρνηση και είχαν ήδη προσηλυτίσει τον Σουχάρτο στην κοσμοαντίληψή τους, το πραξικόπημα δεν εξάλειψε μόνο την εθνικιστική απειλή, αλλά και μεταμόρφωσε την Ινδονησία σε ένα από τα φιλικότερα περιβάλλοντα σε ολόκληρο τον κόσμο για τις ξένες πολυεθνικές.
Καθώς άρχιζε να ισχυροποιείται το ρεύμα για την ανατροπή του Αλιέντε, μια ανατριχιαστική προειδοποίηση εμφανίστηκε με κόκκινα γράμματα στους τοίχους του Σαντιάγο: «Η Τζακάρτα έρχεται».
Λίγο μετά την εκλογή του Αλιέντε οι αντίπαλοί του στη Χιλή άρχισαν να μιμούνται με τρομακτική ακρίβεια την ινδονησιακή μεθοδολογία. Το Καθολικό Πανεπιστήμιο, η «στέγη» των Παιδιών του Σικάγου, αποτέλεσε το επίκεντρο για τη δημιουργία αυτού που η CIΑ αποκαλούσε «κλίμα πραξικοπήματος». Πολλοί φοιτητές έγιναν μέλη της φασιστικής οργάνωσης Πατρίδα και Ελευθερία (Patria Υ Libertad), παρελαύνοντας στους δρόμους με το βήμα της χήνας, μιμούμενοι απροκάλυπτα τη χιτλερική Νεολαία. Τον Σεπτέμβριο του 1971, με τη συμπλήρωση ενός έτους θητείας του Αλιέντε, οι κορυφαίοι επιχειρηματίες της Χιλής συναντήθηκαν επειγόντως στην παραθαλάσσια πόλη Βίνια δελ Μαρ προκειμένου να χαράξουν μια συνεκτική στρατηγική για την αλλαγή του καθεστώτος. Σύμφωνα με τον Ορλάντο Σάενς, πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Κατασκευαστών (που τη χρηματοδοτούσαν γενναιόδωρα η CIΑ και πολλές από τις ξένες πολυεθνικές που επεξεργάζονταν τα δικά τους συνωμοτικά σχέδια στην Ουάσινγκτον), στη συνάντηση αποφασίστηκε ότι «η κυβέρνηση του Αλιέντε δε συνάδει με την ελευθερία στη Χιλή και με την ύπαρξη των ιδιωτικών επιχειρήσεων, και ο μόνος τρόπος για να αποτραπεί το τέλος είναι η ανατροπή τηςκυβέρνησης». Οι επιχειρηματίες συγκροτήθηκαν σε μια «πολεμικά διαρθρωμένη οργάνωση». Κάποιοι θα δρούσαν ως σύνδεσμοι με το στρατό, ενώ άλλοι, σύμφωνα με τον Σάενς, «θα προετοίμαζαν συγκεκριμένα προγράμματα που θα αντικαθιστούσαν τα κυβερνητικά και για τα οποία θα ενημερώνονταν συστηματικά οι ένοπλες δυνάμεις».
Ο Σάενς στρατολόγησε αρκετά Παιδιά του Σικάγου για να επεξεργαστούν αυτά τα εναλλακτικά προγράμματα και τους εγκατέστησε σε ένα νέο γραφείο κοντά στο Προεδρικό Μέγαρο στο Σαντιάγο. Η ομάδα, με επικεφαλής τον απόφοιτο του Πανεπιστημίου του Σικάγου Σέρχιο δε Κάστρο και τον Σέρχιο Ουντουράγα, συνάδελφο του Σέρχιο δε Κάστρο στο Καθολικό Πανεπιστήμιο, πραγματοποιούσε μυστικές εβδομαδιαίες συνεδριάσεις στη διάρκεια των οποίων διατυπώνονταν λεπτομερείς προτάσεις για το πώς θα ανοικοδομούσαν τη χώρα βάσει των νεοφιλελεύθερων αρχων. Σύμφωνα με μια μεταγενέστερη έρευνα της Γερουσίας των ΗΠΑ, «πάνω από 75%» της χρηματοδότησης αυτής της «αντιπολιτευτικής ερευνητικής οργάνωσης» προερχόταν απευθείας από τη ClA.
Για ένα διάστημα υπήρχαν δύο διακριτοί πόλοι στην προετοιμασία του πραξικοπήματος: Ο στρατός συνωμοτούσε για να εξοντωθούν ο Αλιέντε και οι υποστηρικτές του, ενώ οι οικονομολόγοι συνωμοτούσαν για να εξαλείψουν τις ιδέες τους. Καθώς το ρεύμα άρχισε να ευνοεί τη βίαιη λύση, ξεκίνησε ένας διάλογος ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, με τον Ρομπέρτο Κέλι, επιχειρηματία ο οποίος είχε σχέσεις με την εφημερίδα ΕΙ Mercurio, που τη χρηματοδοτούσε η CΙA, να ενεργεί ως ενδιάμεσος. Μέσω του Κέλι, τα Παιδιά του Σικάγου έστειλαν μια πεντασέλιδη σύνοψη του οικονομικού τους προγράμματος στο ναύαρχο που ήταν ο αρχηγός του ναυτικού. Το ναυτικό έδωσε τη συγκατάθεσή του και τα Παιδιά του Σικάγου άρχισαν να εργάζονται πυρετωδώς για να έχουν έτοιμο το πρόγραμμά τους όταν θα γινόταν το πραξικόπημα.
Η έκτασης 500 σελίδων βίβλος τους, ένα λεπτομερές οικονομικό πρόγραμμα που θα καθοδηγούσε τη χούντα από τις πρώτες μέρες της, έγινε γνωστή στη Χιλή ως «Το Τούβλο». Σύμφωνα με μια μεταγενέστερη επιτροπή της Γερουσίας των ΗΠΑ, «συνεργάτες της CIΑ είχαν αναμειχθεί στην επεξεργασία του αρχικού συνολικού οικονοµικού σχεδίου, το οποίο θα χρησίµευε ως η βάση για τις πιο σηµαντικές οικονοµικές αποφάσεις της χούντας». Οχτώ από τους δέκα συγγραφείς του «Τούβλου» είχαν σπουδάσει οικονοµικά στο Πανεπιστήµιο του Σικάγου.
Παρόλο που το πραξικόπηµα για την ανατροπή του Αλιέντε περιγράφεται γενικά ως «στρατιωτικό», ο Ορλάντο Λετελιέ, ο πρέσβης του Αλιέντε στην Ουάσινγκτον, θεωρεί ότι ήταν το αποτέλεσµα µιας ισότιµης συνεργασίας ανάµεσα στο στρατό και στους οικονοµολόγους. «Τα Παιδιά του Σικάγου, όπως είναι γνωστοί στη Χιλή», έχει γράψει ο Λετελιέ, «έπεισαν τους στρατηγούς ότι ήταν έτοιµοι να συµπληρώσουν τη βαναυσότητα την οποία ήταν πρόθυµος να επιδείξει ο στρατός µε τα διανοητικά εφόδια που της έλειπαν».
Όταν τελικά έγινε το πραξικόπηµα στη Χιλή, συνοδευόταν από τρείς διαφορετικές µορφές σοκ, µια συνταγή που θα επαναλαµβανόταν σε γειτονικές χώρες και θα επανεµφανιζόταν τρεις δεκαετίες µετά στο Ιράκ.
Το σοκ που προκάλεσε το ίδιο το πραξικόπηµα ακολούθησαν αµέσως δύο επιπρόσθετες µορφές κλονισµού: Η µια ήταν η καπιταλιστική «θεραπεία σοκ» του Μίλτον Φρίντµαν, µια τεχνική στην οποία εκατοντάδες Λατινοαµερικανοί οικονοµολόγοι είχαν εκπαιδευτεί στο Πανεπιστήµιο του Σικάγου και στα διάφορα ακαδηµαίκά παραρτήµατά του. Η άλλη ήταν το σοκ που προκαλούσαν τα ναρκωτικά και η αισθητηριακή αποστέρηση του Γιούεν Κάµερον, µέθοδοι που είχαν κωδικοποιηθεί ως τεχνικές βασανισµού στο εγχειρίδιο Kubαrk και εφαρµόζονταν σε ολόκληρη τη Λατινική Αµερική µέσω των εκπαιδευτικών προγραµµάτων της CIA για την αστυνοµία και το στρατό.
Αυτές οι τρεις µορφές σοκ συνέκλιναν πάνω από τα σώµατα των Λατινοαµερικανών και το πολιτικό σώµα της περιοχής, δηµιουργώντας έναν τυφώνα αµοιβαία ενισχυόµενης ισοπέδωσης και ανάπλασης, καταστροφής και δηµιουργίας. Το σοκ του πραξικοπήµατος προετοίµασε το έδαφος για την οικονοµική θεραπεία-σοκ: το σοκ των βασανιστηρίων έσπειρε τον τρόµο σε οποιονδήποτε διανοούνταν να σταθεί εµπόδιο στο οικονοµικό σοκ.
Από αυτό το σε συνθήκες πραγµατικότητας πειραµατικό εργαστήριο αναδύθηκαν το πρώτο κράτος της Σχολής του Σικάγου και η πρώτη νίκη της στο πλαίσιο της παγκόσµιας αντεπανάστασής της.
Κεφάλαιο
NΑΟΜΙ KLEIN
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΤΟ ΠΡΩTO ΤΕΣT
ΟΙ ΩΔΙΝΕΣ ΤΟΥ ΤΟΚΕΤΟΥ`
«Οι θεωρίες του Μίλτον Φρίντµαν
τού έδωσαν το βραβείο Νοµπέλ·
στη Χιλή έδωσαν τον Πινοτσετ».
Εδουάρδο Γκαλεάνο, Dias Υ Noches
de Amor Υ de Guerra
[Μέρες και Νύχτες Αγάπης και
Πολέµου, Εξάντας, 1978]
`
`
«Δε νοµίζω ότι µε θεώρησαν
ποτέ ”διαβολικό”».
Μιλτον Φριντµαν, Wall Street
Κεφάλαιο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
ΞΕΚΑΘΑΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΤΟΠΙΟ
Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΦΕΡΝΕΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
«Η εξολόθρευση στην Αργεντινή
δεν είναι αυθόρµητη, δεν είναι τυχαία,
δεν είναι ανορθολογική: Πρόκειται
για τη συστηµατική καταστροφή ενός
“σηµαντικού τµήµατος” της εθνικής
οµάδας των Αργεντινών, η οποία αποσκοπεί
στο να µεταµορφώσει αυτή την εθνική
οµάδα, να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο
ύπαρξής της, τις κοινωνικές της σχέσεις,
τη µοίρα της, το µέλλον της».
`
Ντάνιελ Φέιερσταϊν, Αργεντινός οικονοµολόγος, 2004
`
«Είχα ένα µόνο στόχο: να µείνω ζωντανός
µέχρι την επόµενη μέρα. [ ... ] Όµως το
ζήτηµα δεν ήταν µόνο να επιβιώσω, αλλά
να επιβιώσω ως ο εαυτός µου».
`
Μάριο Βιγιάνι, επιζήσας τεσσάρων χρόνων
βασανιστηρίων στα στρατόπεδα της Αργεντινής
Ορλάντο Λετελιέ, Υπουργός Οικονομικών στην Κυβέρνηση Σαλβαντόρ Αλλιέντε, που δολοφονήκε με ανατίναξη του αυτοκινήτου στη Ν. Υόρκη, από πράκτορα του Πινοτσέτ
Το 1976 ο Ορλάντο Λετελιέ επέστρεψε στην Ουάσινγκτον όχι ως πρέσβης αλλά ως ακτιβιστής συνεργαζόµενος µε µια προοδευτική «δεξαµενή σκέψη», το Institute for Policy Studies. Χωρίς να ξεχνάει ούτε για µια στιγµή τους συναδέλφους και τους φίλους του που βασανίζονταν στα στρατόπεδα της χούντας, ο Λετελιέ χρησιµοποίησε την πρόσφατα αποκτηθείσα ελευθερία του για να αποκαλύψει τα εγκλήµατα του Πινοτσέτ, αλλά και για να υπερασπίσει το έργο του Υπουργός Οικονομικών Κυβέρνησης Αλιέντε Αλιέντε από τον προπαγανδιστικό µηχανισµό της CIA.
Η δράση του υπήρξε αποτελεσµατική και ο Πινοτσέτ αντιµετώπισε την παγκόσµια καταδίκη για το ιστορικό του όσον αφορά την παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αυτό που απογοήτευε τον Λετελιέ, ο οποίος είχε σπουδάσει οικονομικά, ήταν ότι, ενώ όλοι έμεναν άφωνοι από τη φρίκη όταν μάθαιναν για τις εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες και για τα ηλεκτροσόκ στις φυλακές, οι περισσότεροι δεν έλεγαν τίποτα για την οικονομική θεραπεία-σοκ ή για το ότι διεθνείς τράπεζες χορηγούσαν αφειδώς δάνεια στη χούντα, ενθουσιασμένες από το γεγονός ότι ο Πινοτσέτ είχε ασπαστεί τις «θεμελιώδεις αρχές της ελεύθερης αγοράς. Ο Λετελιέ απέρριπτε την πεποίθηση που διατυπωνόταν συχνά ότι η χούντα είχε δύο ξεχωριστά, παντελώς άσχετα μεταξύ τους σχέδια: Το ένα προωθούσε ένα τολμηρό πείραμα οικονομικού μετασχηματισμού και το άλλο αποσκοπούσε στην εδραίωση ενός σατανικού συστήματος βασανιστηρίων και τρομοκρατίας. Υπήρχε ένα μόνο σχέδιο, επέμενε ο πρώην πρέσβης, στο πλαίσιο του οποίου η τρομοκρατία αποσκοπούσε το βασικό εργαλείο για το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μετασχημασμό.
«Η παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, το σύστημα της θεσμοποιημένης βαναυσότητας, ο δραστικός έλεγχος και η καταστολή κάθε μορφής διαφωνίας αντιμετωπίζονται (και συχνά καταδικάζονται) ως ένα φαινόμενο που συνδέεται έμμεσα μόνο ή δεν έχει καμία σχέση με τις κλασικές αχαλίνωτες πολιτικές της “ελεύθερης αγοράς” που επιβλήθηκαν από τη στρατιωτική χούντα», έγραφε ο Λετελιέ σε ένα καυστικό άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Nation. Και επεσήμαινε ότι «η ιδιαίτερα βολική ιδέα πως υπάρχει ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο η “οικονομική ελευθερία” και η πολιτική τρομοκρατία συνυπάρχουν χωρίς η μια να έχει την παραμικρή σχέση με την άλλη επιτρέπει στους εκπροσώπους των χρηματοοικονομικών συμφερόντων να προωθούν την αντίληψή τους για την “ελευθερία” κουράζοντας ταυτόχρονα τις φωνητικές τους χορδές με κραυγές υπέρ των ανθρώπινων δικαιωμάτων».
Ο Λετελιέ έφτασε μέχρι το σημείο να γράψει ότι ο Μίλτον Φρίντμαν, ως «Ο πνευματικός αρχιτέκτονας και ο ανεπίσημος σύμβουλος της ομάδας των οικονομολόγων που καθοδηγούν σήμερα την οικονομία της Χιλη;», ήταν συνυπεύθυνος για τα εγκλήματα του Πινοτσέτ. Απέρριπτε τη δικαιολογία του Φρίντμαν ότι υποστηρίζοντας τη θεραπεία-σοκ πρόσφερε απλώς «τεχνικές» συμβουλές. ) Ο Λετελιέ υποστήριζε ότι «η εδραίωση μιας ελεύθερης “ιδιωτικής” οικονομίας και ο έλεγχος του πληθωρισμού με τις συνταγές του Φρίντμαν» δεν μπορούν να γίνουν με ειρηνικό τρόπο. «Το οικονομικό σχέδιο πρέπει να επιβληθεί διά της βίας, και στη Χιλή αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με χιλιάδες εκτελέσεις, µε τη δηµιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης σε όλη τη χώρα, µε τη φυλάκιση άνω των 100.000 ανθρώπων µέσα σε τρία χρόνια. [ ... ] Η ύφεση για την πλειοψηφία και η “οικονοµική ελευθερία” για µικρές προνοµιούχες οµάδες είναι στη Χιλή οι δύο όψεις του ίδιου νοµίσµατος. Και πρόσθετε ότι υπάρχει «μια εσωτερική αρµονία» ανάµεσα στην «ελεύθερη αγορά» και στην απεριόριστη τροµοκρατία.
Το αµφιλεγόµενο άρθρο του Λετελιέ δηµοσιεύτηκε στα τέλη του Αυγούστου του 1976. Λιγότερο από ένα µήνα µετά, στις 21 Σεπτεµβρίου, ο σαραντατετράχρονος
οικονοµολόγος κατευθυνόταν µε το αυτοκίνητό του προς το κέντρο της Ουάσινγκτον για να πάει στη δουλειά του. Καθώς διέσχιζε την καρδιά της συνοικίας όπου βρίσκονται οι πρεσβείες, µια τηλεχειριζόµενη βόµβα που ήταν τοποθετηµένη κάτω από τη θέση του οδηγού εξερράγη, διαλύοντας το αυτοκίνητο και ακρωτηριάζοντας και τα δύο πόδια του Λετελιέ. Τον µετέφεραν εσπευσµένα στο νοσοκοµείο Τζορτζ Ουάσινγκτον, αλλά πέθανε πριν φτάσουν. Μαζί µε τον πρώην πρέσβη ήταν και µια εικοσιπεντάχρονη Αµερικανίδα συνάδελφός του, η Ρόνι Μόφιτ, η οποία επίσης έχασε τη ζωή της. Επρόκειτο για το πιο σκανδαλώδες και προκλητικό έγκληµα του Πινοτσέτ µετά το ίδιο το πραξικόπηµα.
Η έρευνα που διεξήγαγε το FBI αποκάλυψε ότι επικεφαλής της οµάδας που πραγµατοποίησε τη βοµβιστική επίθεση ήταν ο Μάικλ Τάουνλι, υψηλόβαθµος αξιωµατικός της µυστικής αστυνοµίας του Πινοτσέτ, ο οποίος αργότερα καταδικάστηκε από το Οµοσπονδιακό Δικαστήριο των ΗΠΑ για το έγκληµα. Οι δολοφόνοι είχαν έρθει στις ΗΠΑ χρησιµοποιώντας πλαστά διαβατήρια, εν γνώσει της CIA.
Μέχρι να πεθάνει ο Πινοτσέτ, τον Δεκέµβριο του 2006, σε ηλικία ενενήντα ενός ετών, είχε καταφέρει να γλιτώσει από πολλές προσπάθειες να οδηγηθεί στα εδώλιο για τα εγκλήµατα που είχε διαπράξει κατά τη διάρκεια της εξουσίας του: από δολοφονίες, απαγωγές και βασανιστήρια µέχρι διαφθορά και φοροδιαφυγή. Η οικογένεια του Ορλάντο Λετελιέ προσπαθούσε επί δεκαετίες να οδηγήσει τον Πινοτσέτ ενώπιον της δικαιοσύνης για τη βοµβιστική επίθεση στην Ουάσινγκτον, αλλά και να αποκτήσει πρόσβαση στο φάκελο που διατηρούσαν οι Αρχές των ΗΠΑ για το συµβάν. Όµως ο δικτάτορας είπε την τελευταία του λέξη µε το θάνατό του, καθώς κατάφερε να αποφύγει όλες τις δικαστικές διώξεις και να δηµοσιευτεί µετά θάνατον µια επιστολή του στην οποία υπερασπιζόταν το πραξικόπημα και τη χρησιμοποίηση «της μέγιστης αυστηρότητας» προκειμένου να αποφευχθεί μια «δικτατορία του προλεταριάτου» . Πόσο θα ήθελα να μην ήταν αναγκαία η στρατιωτική δράση στις 11 Σεπτεμβρίoυ 1973!» έγραφε ο Πινοτσέτ. «Πόσο θα ήθελα η μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία να μην είχε εισβάλει στην πατρίδα μας!».
Δεν ήταν εξίσου τυχεροί όλοι όσοι διέπραξαν εγκλήματα κατά τα χρόνια της τρομοκρατίας στη Λατινική Αμερική. Τον Σεπτέμβριο του 2006, είκοσι τρία χρόνια μετά το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας στην Αργεντινή, ένας από τους βασικούς υπεύθυνους για την τρομοκρατία καταδικάστηκε σε ισόβια. Ήταν ο Μιγέλ Οβάλδο Ετσεκολάζ, που στα χρόνια της χούντας είχε υπηρετήσει ως αστυνομικός διευθυντής της περιφέρειας του Μπουένος Άιρες.
Στη διάρκεια της ιστορικής αυτής δίκης ο Χόρχε Χούλιο Λόπες, ένας κομβικός μάρτυρας, εξαφανίστηκε. Ο Λόπες είχε εξαφανιστεί τη δεκαετία του 1970, τον είχαν βασανίσει βάναυσα και τελικά τον είχαν αφήσει ελεύθερο και να που ξαναζούσε την ίδια περιπέτεια. Ο Λόπες έγινε γνωστός στην Αργεντινή ως ο πρώτος άνθρωπος που «εξαφανίστηκε δύο φορές». Μέχρι τα μέσα του 2007 δεν είχε δώσει σημεία ζωής και η αστυνομία ήταν σχεδόν βέβαιη ότι τον είχαν απαγάγει ως μια προειδοποίηση για άλλους πιθανούς μάρτυρες οι ίδιες, παλιές τακτικές των ετών της τρομοκρατίας.
Ο δικαστής που είχε αναλάβει την υπόθεση, ο πενηνταπεντάχρονος Κάρλος Ροσάνσκι του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Αργεντινής, κήρυξε τον Ετσεκολάζ ένοχο για έξι περιπτώσεις ανθρωποκτονίας, έξι περιπτώσεις παράνομης φυλάκισης και εφτά περιπτώσεις βασανιστηρίων. Ανακοινώνοντας την ετυμηγορία, προέβη σε μια ασυνήθιστη ενέργεια. Δήλωσε ότι η καταδίκη δεν απέδιδε δικαιοσύνη ως προς την πραγματική φύση των εγκλημάτων και ότι, προς όφελος της «συλλογικής μνήμης», έπρεπε να προσθέσει πως όλα αυτά τα εγκλήματα ήταν «εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας γενοκτονίας που συντελέστηκε στη Δημοκρατία της Αργεντινής μεταξύ 1976 και 1983».
Με την απόφασή του ο δικαστής συνέβαλε σημαντικά στο να ξαναγραφτεί η ιστορία της Αργεντινής: Οι δολοφονίες των αριστερών τη δεκαετία του 1970 δεν έγιναν στο πλαίσιο ενός «βρώμικου πολέμου» κατά τη διάρκεια του οποίου δύο αντιμαχόμενα μέρη συγκρούστηκαν και διέπραξαν εγκλήματα, όπως επί δεκαετίες ισχυριζόταν η επίσημη ιστορία. Ούτε οι εξαφανισμένοι ήταν θύματα παρανοϊκών δικτατόρων οι οποίοι είχαν ενδώσει στα σαδιστικά ένστικτά τους, μεθυσμένοι από την τεράστια προσωπική εξουσία που είχαν αποκτήσει.Τα όσα είχαν συµβεί ήταν πιο «επιστηµονικά», πιο τροµακτικά ορθολογικά. Σύµφωνα µε το δικαστή, είχε υπάρξει ένα «σχέδιο εξολόθρευσης το οποίο εφάρµοσαν αυτοί που κυβερνούσαν τη χώρα».
Ο δικαστής Ροσάνσκι εξήγησε ότι οι δολοφονίες έγιναν στο πλαίσιο ενός συστήµατος, ήταν προσχεδιασµένες και διαπράχθηκαν µε πανοµοιότυπο τρόπο σε ολόκληρη τη χώρα, αποσκοπώντας όχι απλώς στη θανάτωση µεµονωµένων ατόµων, αλλά στην εξάλειψη των τµηµάτων της κοινωνίας που τα άτοµα αυτά αντιπροσώπευαν. Κατά συνέπεια, υποστήριξε ο δικαστής, επρόκειτο για µια γενοκτονία, καθώς η γενοκτονία είναι η απόπειρα να εξοντωθεί µια οµάδα και όχι µια τυχαία σύνθεση µεµονωµένων ατόµων.
Ο Ροσάνσκι παραδέχτηκε ότι η χρησιµοποίηση της λέξης «γενοκτονία» ήταν αµφιλεγόµενη και συνέταξε ένα µακροσκελές αιτιολογικό για να υποστηρίξει την άποψή του. Εκεί αναγνώριζε ότι η Σύµβαση για τη Γενοκτονία του ΟΗΕ ορίζει το έγκληµα της γενοκτονίας ως την «πρόθεση να καταστραφεί, ολικά ή εν µέρει, µια εθνική, εθνοτική, θρησκευτική ή φυλετική οµάδα». Η Σύµβαση δε συµπεριλαµβάνει την εξολόθρευση µιας οµάδας εξαιτίας των πολιτικών πεποιθήσεων των µελών της, όπως συνέβη στην περίπτωση της Αργεντινής, όµως ο Ροσάνσκι δήλωνε ότι δε θεωρούσε νοµικά τεκµηριωµένη αυτή την εξαίρεση. Επισηµαίνοντας ένα ελάχιστα γνωστό κεφάλαιο της ιστορίας του ΟΗΕ, ο Ροσάνσκι εξηγούσε ότι στις 11 Δεκεµβρίου 1946, και ως άµεση αντίδραση στο ναζιστικό Ολοκαύτωµα, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ είχε υιοθετήσει οµόφωνα ένα ψήφισµα που καταδίκαζε ως γενοκτονία κάθε προσπάθεια «να καταστραφούν φυλετικές, θρησκευτικές, πολιτικές και άλλες οµάδες, ολικά ή εν µέρει». Η φράση «πολιτικές οµάδες είχε αφαιρεθεί δύο χρόνια αργότερα από τη Σύµβαση για τη Γενοκτονία, κατ’ απαίτηση του Στάλιν, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά ότι, αν η καταστροφή µιας «πολιτικής οµάδας» θεωρούνταν γενοκτονία, οι αιµατηρές εκκαθαρίσεις και οι µαζικές φυλακίσεις των πολιτικών του αντιπάλων θα πληρούσαν τα κριτήρια. Καθώς ο Στάλιν υποστηρίχτηκε και από άλλους ηγέτες που επίσης ήθελαν να διατηρούν το δικαίωµα να εξολοθρεύουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, η φράση «πολιτική οµάδα» δε συµπεριλήφθηκε στο τελικό κείµενο της Σύµβασης.
Ο Ροσάνσκι έγραφε ότι θεωρούσε πως ο αρχικός ορισµός που είχε δώσει ο ΟΗΕ στον όρο «γενοκτονία» ήταν περισσότερο νοµικά τεκµηριωµένος, καθώς δεν ήταν αποτέλεσµα ιδιοτελών συµβιβασµών. * Επιπλέον, επικαλούνταν την απόφαση ενός ισπανικού δικαστηρίου που είχε δικάσει το 1998 έναν από τους πλέον διαβόητους βασανιστές της Αργεντινής. Σύµφωνα µε την ετυµηγορία του ισπανικού δικαστηρίου, η χούντα της Αργεντινής είχε διαπράξει «το έγκληµα της γενοκτονίας». Όσο για την οµάδα που η χούντα προσπαθούσε να εξολοθρεύσει, την αποτελούσαν «εκείνοι οι πολίτες που δεν ταίριαζαν στo µοντέλο το οποίο οι καταπιεστές θεωρούσαν το πλέον κατάλληλο για τη νέα τάξη πραγµάτων που είχε εγκαθιδρυθεί στη χώρα».
Το επόµενο έτος, το 1999, ο Ισπανός δικαστής Μπαλτασάρ Γκαρθόν, που είχε γίνει διάσηµος όταν είχε εκδώσει ενταλµα σύλληψης για τον Αουγκούστο Πινοτσέτ, υπoστήριξε επίσης ότι στην Αργεντινή είχε συντελεστεί γενοκτονία. Και ο Γκαρθόν προσπάθησε να ορίσει ποια οµάδα είχε µπει στο στόχαστρο. Σκοπός της χούντας, έγραψε, ήταν «να εδραιώσει µια νέα τάξη πραγµάτων, σαν αυτή που ο Χίτλερ έλπιζε να επιβάλει στη Γερµανία, στην οποία δεν υπήρχε θέση για µερικές κατηγορίες ανθρώπων». Οι άνθρωποι που δε «χωρούσαν» στη νέα τάξη πραγµάτων ήταν «όσοι ανήκαν σε τµήµατα της κοινωνίας που εµπόδιζαν την ιδεώδη διαµόρφωση του νέου έθνους της Αργεντινής.
Φυσικά, δεν είναι δυνατόν να γίνει σύγκριση ως προς την κλίµακα ανάµεσα σε όσα διέπραξαν οι ναζί ή όσα συνέβησαν στη Ρουάντα το 1994 και στα εγκλήµατα των κορπορατικών δικτατοριών της Λατινικής Αµερικής τη δεκαετία του 1970. Αν µια γενοκτονία ισοδυναµεί µε ολοκαύτωµα, τότε τα εγκλήµατα των λατινοαµερικανικών δικτατοριών δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Όµως, αν δεχτούµε τη γενοκτονία όπως την ορίζουν αυτά τα δικαστήρια, ως την εσκεµµένη εξάλειψη των οµάδων που εµποδίζουν ένα πολιτικό σχέδιο, τότε η διαδικασία αυτή δεν εφαρµόστηκε µόνο στην Αργεντινή, αλλά, µε διαφορετικούς βαθµούς έντασης, σε ολόκληρη την περιοχή, που µετατράπηκε σε ένα πειραµατικό εργαστήρι της Σχολής του Σικάγου. Σε αυτές τις χώρες οι άνθρωποι που «εµπόδιζαν την πραγµάτωση του ιδεώδους» ήταν οι αριστεροί συλλήβδην: οικονοµολόγοι, εθελοντές σε συσσίτια απόρων, συνδικαλιστές, µουσικοί, πολιτικοί. Όσοι ήταν µέλη αυτών των οµάδων µπήκαν στο στόχαστρο µιας ξεκάθαρης και προσχεδιασµένης στρατηγικής που εφαρµόστηκε στην ευρύτερη περιοχή και συντονιζόταν διασυνοριακά µέσω της επιχείρησης «Κονδορας, επιδιώκοντας το ξερίζωµα και την εξάλειψη της Aριστεράς.
*Οι ποινικοί κώδικες πολλών χωρών (όπως της Πορτογαλίας, του Περού και της Κάστα Ρίκα),συµπεριλαµβάνουν ρητά σaν ορισµό της γενοκτονίας την καταστροφή πολιτικών ή κοινωνικών οµάδων. Ο γαλλικός νοµικός ορισµός της γενοκτονίας είναι πολύ ευρύτερος, καθώς γενοκτονία θεωρείται κάθε σχέδιο που αποσκοπεί στο να καταστρέψει, ολικά ή εν µέρει, «κάθε οµάδα για τον προσδιορισµό της οποίας χρησιµοποιούνται οποιαδήποτε αυθαίρετα κριτήρια». (Σ.τ.Σ.)
Μετά την κατάρρευση του κοµουνισµού η ελευθερία των αγορών και η ελευθερία των πολιτών συσκευάστηκαν σε µία ιδεολογία, που διατείνεται ότι είναι η µοναδική και καλύτερη άµυνα της ανθρωπότητας απέναντι στην επανάληψη µιας ιστορίας γεµάτης από οµαδικούς τάφους, µαζικές σφαγές και θαλάµους βασανιστηρίων. Ωστόσο η ιδεολογία αυτή δεν έφερε τη δηµοκρατία στις χώρες του Νότιου Κώνου, την πρώτη περιοχή του πλανήτη όπου η σηµερινή θρησκεία των αχαλίνωτων ελεύθερων αγορών βγήκε από τα υπόγεια εργαστήρια του Πανεπιστηµίου του Σικάγου και εφαρµόστηκε στον πραγµατικό κόσµο. Αντίθετα, βασίστηκε στην κατάργηση της δηµοκρατίας στη µια χώρα µετά την άλλη. Όχι µόνο δεν εξασφάλισε την ειρήνη, αλλά απαίτησε τη συστηµατική εξόντωση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων και το βασανισµό l00.000-150.000 ατόµων.
Όπως έχει γράψει ο Λετελιέ, υπάρχει µια «εσωτερική αρµονία» ανάµεσα στην τάση εκκαθάρισης τµηµάτων της κοινωνίας και στην ιδεολογία που βρίσκεται στην καρδιά του σχεδίου. Τα Παιδιά του Σικάγου και οι καθηγητές τους, που παρείχαν συµβουλές και κατέλαβαν αξιώµατα στα στρατιωτικά καθεστώτα των χωρών του Νότιου Κώνου, πρέσβευαν µια µορφή καπιταλισµού που είναι εγγενώς αµόλυντος. Το σύστηµά τους βασιζόταν εξολοκλήρου στην πίστη στην «ισορροπία» και στην «τάξη», καθώς και στην αναγκαιότητα να απαλλαγεί ο καπιταλισµός από τις παρεµβάσεις και τις «στρεβλώσει», ώστε να µπορέσει να πετύχει. Εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών αυτού του ιδεώδους, ένα καθεστώς προσηλωµένο στην πιστή υλοποίησή του δε θα µπορούσε ποτέ να αποδεχτεί την ύπαρξη ανταγωνιστικών ή µετριοπαθέστερων κοσµοαντιλήψεων. Προκειµένου να επιτευχθεί αυτό το ιδεώδες, πρέπει να έχει το ιδεολογικό µονοπώλιο. Διαφορετικά, σύµφωνα µε τον πυρήνα της συγκεκριµένης ιδεολογίας, τα σήµατα που στέλνει η οικονοµία διαστρεβλώνονται και ολόκληρο το σύστηµα χάνει την ισορροπία του.
Τη δεκαετία του 1970 οι χώρες του Νότιου Κώνου της Λατινικής Αµερικής ήταν η πιο αφιλόξενη περιοχή του πλανήτη που θα µπορούσαν να επιλέξουν τα Παιδιά του Σικάγου για το απολυταρχικό πείραµά τους. Η εξαιρετική επιτυχία της οικονοµικής της ανάπτυξης σήµαινε ότι στην περιοχή κυριαρχούσε µια κακοφωνία από εκείνες ακριβώς τις πολιτικές που η Σχολή του Σικάγου θεωρούσε στρεβλώσεις ή «αντιοικονοµικές ιδέες». Ακόµα πιο σηµαντικό, αφθονούσαν λαϊκά και πνευµατικά κινήµατα που είχαν αναδυθεί ακριβώς για να έρθουν σε κατά µέτωπο αντιπαράθεση µε τον καπιταλισµό των ελεύθερων συναλλαγών. Οι ιδέες αυτές δεν ήταν περιθωριακές, αλλά τις ασπαζόταν η πλειονότητα των πολιτών, όπως αντικατοπτριζόταν στις εκλογές στη µια χώρα µετά την άλλη. Στις χώρες του Νότιου Κώνου ένας µετασχηµατισµός της οικονοµίας σύµφωνα µε τις αρχές της Σχολής του Σικάγου θα ήταν εξίσου ευπρόσδεκτη, όσο µια προλεταριακή επανάσταση στο Μπέβερλι Χιλς.
Πριν ξεκινήσει η εκστρατεία του τρόµου στην Αργεντινή, ο Ροδόλφο Γουόλς είχε γράψει: «Τίποτα δεν µπορεί να µας σταµατήσει, ούτε η φυλακή ούτε ο θάνατος. Επειδή δεν µπορούν να φυλακίσουν ή να σκοτώσουν έναν ολόκληρο λαό, αλλά και επειδή στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι Αργεντινοί [ ... ] γνωρίζουν ότι µόνο ο λαός µπορεί να σώσει το λαό». Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε, ενώ έβλεπε τα άρµατα µάχης να περικυκλώνουν το Προεδρικό Μέγαρο, απηύθυνε ένα τελευταίο ραδιοφωνικό διάγγελµα, στο οποίο ήταν διάχυτη η ίδια περιφρόνηση προς τους στρατιωτικούς: «Είµαι βέβαιος ότι ο σπόρος που φυτέψαµε στην έντιµη συνείδηση εκατοντάδων χιλιάδων Χιλιανών δεν είναι δυνατόν να ξεριζωθεί oριστικά [ ... ] Έχουν την ισχύ, µπορούν να µας υποτάξουν, αλλά δεν µπορούν να σταµατήσουν τις κοινωνικές διαδικασίες µε εγκλήµατα και µε επίδειξη η δύναµης. Η ιστορία είναι µε το µέρος µας και τη γράφει ο λαός», ήταν τα τελευταία δηµόσια λόγια του.
Οι επικεφαλής των στρατιωτικών καθεστώτων σε ολόκληρη την περιοχή και οι οικονοµικοί συνένοχοί τους γνώριζαν πολύ καλά αυτές τις αλήθειες. Ένας βετεράνος αρκετών στρατιωτικών πραξικοπηµάτων στην Αργεντινή εξήγησε τη συλλογιστική που επικρατούσε στο στρατό: «Το 1955 πιστεύαµε ότι το πρόβληµα ήταν ο [Χουάν] Περόν, κι έτσι τον ανατρέψαµε. Όµως το 1976 γνωρίζαµε πλέον ότι το πρόβληµα ήταν η εργατική τάξη».Το ίδιο ίσχυε σε ολόκληρη την περιοχή: Το πρόβληµα ήταν ευρύτατο και βαθύ. Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος σήµαινε ότι, για να πετύχει η νεοφιλελεύθερη επανάσταση, οι χούντες έπρεπε να κάνουν αυτό που ο Αλιέντε θεωρούσε αδύνατον: να ξεριζώσουν οριστικά το σπόρο που είχε φυτευτεί στα χρόνια της ανόδου της Αριστεράς στη Λατινική Αµερική. Στη Διακήρυξη Αρχών που δηµοσίευσε µετά το πραξικόπηµα ο δικτάτορας Πινοτσέτ περιέγραφε την αποστολή του ως μια παρατεταµένη και εις βάθος επιχείρηση για να αλλάξει η νοοτροπία των Χιιανών» -ηχώ της δήλωσης που είχε κάνει είκοσι χρόνια πριν ο Άλµπιον Πάτερσον της USAlD, ο «νονός του «Χιλιανού Σχεδίου»: «Αυτό που χρειάζεται είναι να αλλάξουµε τον τρόπο ανατροφής των ανθρώπων».
Πώς όµως θα το έκαναν; Ο σπόρος στον οποίο είχε αναφερθεί ο Αλιέντε δεν ήταν µια απλή ιδέα ή ένα πλέγµα πολιτικών κοµµάτων και συνδικάτων. Τη δεκαετία του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 η Αριστερά ήταν η κυρίαρχη µαζική κουλτούρα στη Λατινική Αµερική: Ήταν η ποίηση του Πάµπλο Νερούδα, η λαϊκή µουσική του Βίκτορ Χάρα και της Μερσέδες Σόσα, η θεολογία της απελευθέρωσης των κληρικών του Τρίτου Κόσµου, το θέατρο του Αουγκούστο Μποάλ, η ριζοσπαστική παιδαγωγική του Πάουλο Φρειρε, η επαναστατική δηµοσιογραφία του Εδουάρδο Γκαλεάνο και του Γουόλς. Ήταν οι θρυλικοί ήρωες και µάρτυρες της παλαιότερης και της πρόσφατης ιστορίας, από τον Χοσέ Χερβάσιο Αρτίγας και τον Σιµόν Μπολίβαρ µέχρι τον Τσε Γκεβάρα. Όταν οι χούντες αποφάσισαν να διαψεύσουν την προφητεία του Αλιέντε και να ξεριζώσουν το σοσιαλισµό, κήρυξαν τον πόλεµο εναντίον µιας ολόκληρης κουλτούρας.
Το πόσο επιτακτικό θεωρούσαν αυτόν το στόχο αντικατοπτρίζεται στις κυρίαρχες µεταφορές που χρησιµοποιούσαν τα στρατιωτικά καθεστώτα της Βραζιλίας, της Χιλής, της Ουρουγουάης και της Αργεντινής: Επρόκειτο για τη γνωστή φασιστική φρασεολογία περί «εκκαθάρισης», «κάθαρσης», «ξεριζώµατος» και «θεραπείας». Στη Βραζιλία οι συλλήψεις των αριστερών από τη χούντα είχαν την κωδική ονοµασία «Οperation Limpeza», «Επιχείρηση Κάθαρση». Τη µέρα του πραξικοπήµατος ο Πινοτσέτ χαρακτήρισε τον Αλιέντε και το υπουργικό του συµβούλιο «βρωµιάρηδες» που έχουν βαλθεί να καταστρέψουν τη χώρα». Ένα µήνα µετά δεσµεύτηκε ότι «θα ξεριζώσω τη ρίζα του κακού από τη Χιλή», προβαίνοντας σε «ηθική κάθαρση» του έθνους, ώστε να «εξαγνιοτεί από κάθε διαφθορά»µια ηχώ της έκκλησης για μια ανελέητη εκκαθάριση µε σιδερένια σκούπα» που είχε απευθύνει ο Άλφρεντ Ρόζενµπεργκ, ο θεωρητικός του Τρίτου Ράιχ.
Εκκαθαρίζοντας κουλτούρες
Στη Χιλή, στην Αργεντινή και στην Ουρουγουάη οι χούντες οργάνωσαν µαζικές επιχειρήσεις ιδεολογικής εκκαθάρισης, καίγοντας βιβλία του Φρόιντ, του Μαρξ και του Νερούδα, κλείνοντας εκατοντάδες εφηµερίδες και περιοδικά, καταλαµβάνοντας τα πανεπιστήµια, απαγορεύοντας τις απεργίες και τις πολιτικές συγκεντρώσεις.
Μερικές από τις πιο βίαιες επιθέσεις έγιναν εναντίον των «ροζ» οικονοµολόγων που τα Παιδιά του Σικάγου δεν είχαν καταφέρει να νικήσουν στις ιδεολογικές µάχες πριν από τα πραξικοπήµατα. Εκατοντάδες καθηγητές (ανάµεσά τους και ο Αντρέ Γκούντερ Φρανκ, ο «αποστάτης» του Πανεπιστηµίου του Σικάγου, ο οποίος είχε στείλει στους πρώην καθηγητές του επιστολές που ξεχείλιζαν από οργή) απολύθηκαν µε την κατηγορία της «παράβασης ηθικού καθήκoντoς» από το Πανεπιστήµιο της Χιλής, το οποίο ήταν το αντίπαλο δέος προς το Καθολικό Πανεπιστήµιο, τη «βάση» των Παιδιών του Σικάγου.”
Ο Γκούντερ Φρανκ ανέφερε ότι, όταν έγινε το πραξικόπηµα, «έξι φοιτητές πυροβολήθηκαν σε κοινή θέα στην κεντρική είσοδο του Τµήµατος Οικονοµικών για να παραδειγµατιστούν οι υπόλοιποι». Όταν η χούντα κατέλαβε την εξουσία στην Αργεντινή, στρατιώτες εισέβαλαν στο Πανεπιστήµιο του Νότου στην Μπαια Μπλάνκα και συνέλαβαν έντεκα ακαδηµαϊκούς µε την κατηγορία της υπονοµευτικής διδασκαλίας». Και σε αυτή την περίπτωση οι περισσότεροι προέρχονταν από το Τµήµα Οικονοµικών. «Είναι αναγκαίο να καταστραφούν οι πηγές τροφοδοσίας, διαµόρφωσης και πολιτικής κατήχησης των εγκληµατιών υπονοµευτών», ανακοίνωσε σε µια συνέντευξη Τύπου ένας από τους στρατηγούς. Συνολικά 8.000 «ιδεολογικά ύποπτοι» αριστεροί εκπαιδευτικοί εκδιώχθηκαν από τις θέσεις τους στο πλαίσιο της επιχείρησης «Κάθαρση». Στη δευτεροβάθµια εκπαίδευση απαγορεύτηκαν οι οµαδικές εργασίες των µαθητών, ως ένδειξη ενός λανθάνοντος συλλογικού πνεύµατος, επικίνδυνου για την «ατοµική ελευθερία».
Στο Σαντιάγο ο διάσηµος αριστερός λαϊκός τραγουδιστής Βίκτορ Χάρα ήταν ανάµεσα σε αυτούς που οδηγήθηκαν στο Στάδιο της Χιλής. Ο τρόπος που τον µεταχειρίστηκαν αποτυπώνει τη θηριώδη αποφασιστικότητα της χούντας να σιγήσει µια ολόκληρη κουλτούρα. Στην αρχή οι στρατιώτες τού έσπασαν και τα δύο χέρια, για να µην µπορεί να παίζει κιθάρα, και τελικά τον πυροβόλησαν σαράντα τέσσερις φορές, σύµφωνα µε την Επιτροπή για την Αλήθεια και τη Συµφιλίωση της Χιλής. Για να διασφαλίσει ότι δε θα συνέχιζε να εµπνέει τους Χιλιανούς µετά το θάνατό του, το καθεστώς κατέστρεψε τις αρχικές ηχογραφήσεις των τραγουδιών του. Η Μερσέδες Σόσα, επίσης µουσικός, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Αργεντινή. Ο επαναστάτης δραµατουργός Αουγκούστο Μποάλ βασανίστηκε και εξορίστηκε από τη Βραζιλία. Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο εξαναγκάστηκε σε φυγή από την Ουρουγουάη. Και ο Γουόλς δολοφονήθηκε στους δρόµους του Μπουένος Άιρες. Μια ολόκληρη κουλτούρα αφανίστηκε εσκεµµένα.
Εν τω µεταξύ, µια άλλη, εξυγιασµένη, εξαγνισµένη κουλτούρα την αντικαθιστούσε. Από τις πρώτες µέρες των δικτατοριών στη Χιλή, στην Αργεντινή και στην Ουρουγουάη οι µοναδικές δηµόσιες συγκεντρώσεις που επιτρέπονταν ήταν στρατιωτικές παρελάσεις και ποδοσφαιρικοί αγώνες. Στη Χιλή αρκούσε µια γυναίκα να φοράει παντελόνια ή ένας άντρας να έχει µακριά µαλλιά για να συλληφθεί. «Σε ολόκληρη τη Δηµοκρατία έχει ξεκινήσει µια προσεκτική εκκαθάριση», έγραφε στο κύριο άρθρο της µια ελεγχόµενη από τη χούντα εφηµερίδα της Αργεντινής. Και καλούσε να καθαριστούν οι τοίχοι από τα αριστερά συνθήµατα: «Σύντοµα οι επιφάνειες των τοίχων θα λάµπουν, απαλλαγµένες από τον εφιάλτη χάρη στο σαπούνι και στο νερό».
Στη Χιλή ο Πινοτσέτ ήταν αποφασισµένος να βάλει τέλος στη συνήθεια των Χιλιανών να συζητούν στους.δροµους. Ακόµα και οι πιο µικρές συναθροίσεις διαλύονταν µε µάνικες εκτόξευσης νερού, το αγαπηµένο όπλο του Πινοτσέτ για τον έλεγχο του πλήθους. Η χούντα διέθετε εκατοντάδες τέτοιες µάνικες, αρκετά µικρές ώστε να εισέρχονται στα σοκάκια και να καταβρέχουν οµάδες µαθητών που µοίραζαν προκηρύξεις. Ακόµα και οι κηδείες διαλύονταν µε βαναυσότητα όταν κρινόταν πως οι παριστάµενοι θρηνούσαν πολύ έντονα. Με το παρατσούκλι guαnαcos, από το όνοµα ενός είδους λάµα γνωστού για τη συνήθειά του να φτύνει, οι πανταχού παρούσες µάνικες διέλυαν τις συναθροίσεις σαν να ήταν οι άνθρωποι σκουπίδια, αφήνοντας τους δρόµους γυαλιστερούς, καθαρούς και άδειους.
Λίγο µετά το πραξικόπηµα η χούντα της Χιλής εξέδωσε ένα διάταγµα που παρότρυνε τους πολίτες «να συµβάλουν στην εκκαθάριση της πατρίδας από τους ξένους «εξτρεµιστες και τους «φανατισµένους Χιλιανούς».
Ποιοι δολοφονούντανκαι γιατί
Η πλειονότητα των ανθρώπων που έπεσαν θύµατα των επιδροµών δεν ήταν «τροµοκράτες, όπως ισχυριζόταν η καθεστωτική ρητορική, αλλά άτοµα τα οποία οι χούντες θεωρούσαν σοβαρά εµπόδια στα οικονοµικά τους προγράµµατα. Μερικοί αγωνίζονταν όντως εναντίον των στρατιωτικών καθεστώτων, όµως οι περισσότεροι πίστευαν απλώς σε αξίες που ήταν αντίθετες µε εκείνες της νεοφιλελεύθερης επανάστασης.
Η συστηµατική φύση αυτής της εκστρατείας εκκαθαρίσεων επιβεβαιώνεται από την αντιπαραβολή των ηµεροµηνιών κατά τις οποίες συνέβησαν οι εξαφανίσεις, όπως τεκµηριώνονται στις εκθέσεις των επιτροπών για τα ανθρώπινα δικαιώµατα και την αλήθεια.
Στη Βραζιλία η χούντα ξεκίνησε τη µαζική καταστολή µετά τα τέλη της δεκαετίας του 1960, µε µία εξαίρεση: Μόλις έγινε το πραξικόπηµα, στρατιώτες συνέλαβαν τους ηγέτες των συνδικάτων στα εργοστάσια και στα µεγάλα αγροκτήµατα. Σύµφωνα µε την έκθεση Brasil: Nunca Mais, φυλακίστηκαν και πολλοί από αυτούς βασανίστηκαν «για τον απλό λόγο ότι διαπνέονταν από µια πολιτική φιλοσοφία αντίθετη µε εκείνη των Αρχών». Στην έκθεση, που βασίζεται στα πρακτικά των στρατοδικείων, επισηµαίνεται ότι η Γενική Διοίκηση Εργατών, η κυριότερη συνοµοσπονδία συνδικαλιστικών οργανώσεων, παρουσιάζεται στις αποφάσεις των στρατοδικείων ως «ένας πανταχού παρών δαίµονας που πρέπει να εξορκιστεί». Και η έκθεση καταλήγει στο συµπέρασµα ότι ο λόγος «για τον οποίο οι Αρχές που κατέλαβαν την εξουσία το 1964 έδωσαν ιδιαίτερη σηµασία στην “εκκαθάριση” αυτού του τοµέα» ήταν επειδή «φοβούνταν την εξάπλωση της [ ... ] αντίστασης των εργατικών συνδικάτων κατά των οικονοµικών προγραµµάτων, τα οποία βασίζονταν στη συρρίκνωση των µισθών και στην αποεθνικοποίηση της οικονοµίας».
Τόσο στη Χιλή όσο και στην Αργεντινή οι στρατιωτικές κυβερνήσεις εκµεταλλεύτηκαν το αρχικό χάος των πραξικοπηµάτων για να εξαπολύσουν βίαιες επιθέσεις εναντίον των συνδικαλιστικών κινηµάτων. Δεν υπάρχει καµία αµφιβολία ότι οι επιθέσεις αυτές ήταν προσχεδιασµένες, καθώς οι επιδροµές άρχισαν την ίδια κιόλας µέρα που έγιναν τα πραξικοπήµατα. Στη Χιλή, και ενώ τα βλέµµατα όλων ήταν στραµµένα στο πολιορκηµένο Προεδρικό Μέγαρο, στρατιωτικές µονάδες στάλθηκαν «στα εργοστάσια που βρίσκονταν στη λεγόµενη “βισμηχανική ζώνη”, όπου οι στρατιώτες πραγµατοποίησαν επιδροµές και συλλήψεις». Όπως επισηµαίνει η Επιτροπή για την Αλήθεια και τη Συµφιλίωση, τις επόµενες µέρες έγιναν επιδροµές σε αρκετά ακόµα εργοστάσια, «µε συνέπεια να πραγµατοποιηθούν πολλές συλλήψεις πολιτών, µερικοί από τους οποίους δολοφονήθηκαν ή εξαφανίστηκαν στη συνέχεια».
Το 1976 το 80% των πολιτικών κρατουµένων στη Χιλή ήταν εργάτες και αγρότες.
Η έκθεση της Επιτροπής για την Αλήθεια της Αργεντινής, που τιτλοφορείται Νuncα Μας [Ποτέ Ξανά], τεκµηριώνει την πραγµατοποίηση ενός ανάλογου χειρουργικού πλήγµατος σε βάρος των συνδικάτων: «Υπέπεσε στην αντίληψή µας ότι ένα µεγάλο µέρος των επιχειρήσεων που πραγµατοποιήθηκαν [έναντί αν των εργατών] έγιναν την ίδια µέρα του πραξικοπήµατος ή αµέσως µετά».Από τον κατάλογο των µαρτυριών για τις επιδροµές στα εργοστάσια µία είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική για το πώς χρησιµοποιήθηκε η πρόφαση της «τροµοκρατίας» ως προπέτασµα καπνού για να διωχθούν ειρηνικοί ακτιβιστές εργάτες. Η Γκρασιέλα Χέουνα, πολιτική κρατούµενη στο στρατόπεδο βασανιστηρίων που έγινε γνωστό ως «Λα Πέρλα», «το Μαργαριτάρι», αφηγείται πόσο πολύ είχαν αναστατωθεί οι αξιωµατικοί και οι στρατιώτες της φρουράς του στρατοπέδου όταν πληροφορήθηκαν ότι επρόκειτο να ξεσπάσει απεργία σε ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύµατος.
Ο σκοπός της απεργίας ήταν να λειτουργήσει ως «σηµαντικό παράδειγµα αντίστασης στη στρατιωτική δικτατορία», κάτι που η χούντα δεν ήθελε να συµβεί. Η Χέουνα θυµάται ότι «οι αξιωµατικοί αποφάσισαν να την κηρύξουν παράνοµη, ή, όπως χαρακτηριοτικά είπαν, να τη “µοντονεροποιήσουν“» (παρόλο που ο στρατό; είχε ήδη καταφέρει να εξουδετερώσει την αντάρτικη οργάνωση των Μοντονέρος). Οι απεργοί δεν είχαν καµία σχέση µε τους Μοντονέρος, αλλά αυτό δεν είχε καµία σηµασία. Οι στρατιώτες που υπηρετούσαν στο στρατοαεδο Λα Πέρλα διατάχτηκαν «να τυπώσουν πλαστές προκηρύξεις µε την υπογραφή των Μοντονέρος, οι οποίες καλούσαν τους εργάτες του εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικού ρεύµατος να απεργήσουν». Οι προκηρύξεις αποτέλεσαν την αναγκαία «απόδειξη» για να απαχθούν και να δολοφονηθούν οι ηγέτες του συνδικάτου.
Bασανιστήρια µε σπόνσορεs εταιρείες.
Οι επιθέσεις εναντίον των ηγετών των συνδικάτων πραγµατοποιούνταν συχνά σε στενή συνεργασία µε τους εργοδότες, και µερικές από τις υποθέσεις που διερεύνησε τα τελευταία χρόνια η δικαιοσύνη αποτελούν τα πιο καλά τεκµηριωµένα παραδείγµατα της άµεσης ανάµειξης τοπικών θυγατρικών των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών.
Στα χρόνια που προηγήθηκαν του πραξικοπήµατος στην Αργεντινή η ένοπλη δράση της Aριστεράς είχε ζηµιώσει τις ξένες εταιρείες τόσο οικονοµικά όσο και σε επίπεδο στελεχιακού δυναµικού: Μεταξύ 1972 και 1976 δολοφονήθηκαν πέντε στελέχη της αυτοκινητοβισμηχανίας Fiat. Οι προοπτικές αυτών των πολυεθνικών εταιρειών άλλαξαν δραµατικά όταν η χούντα κατέλαβε την εξουσία και εφάρµοσε τις πολιτικές της Σχολής του Σικάγου. Μπορούσαν πλέον να κατακλύζουν την εγχώρια αγορά µε εισαγόµενα προϊόντα, να πληρώνουν χαµηλότερους µισθούς, να απολύουν εργάτες κατά το δοκούν και να επαναπατρίζουν τα κέρδη χωρίς να υπόκεινται σε καµία ρύθµιση.
Αρκετές πολυεθνικές εκδήλωσαν µε θέρµη την ευγνωµοσύνη τους. Την πρώτη Πρωτοχρονιά µετά την επιβολή της στρατιωτικής χούντας στην Αργεντινή η Ford Motor Company καταχώρισε στις εφηµερίδες µια ανακοίνωση στην οποία ταυτιζόταν απροκάλυπτα µε το καθεστώς: «1976: Για µία ακόµα φορά η Αργεντινή βρίσκει το δρόµο της. 1977: Ένα Νέο Έτος πίστης και ελπίδας για όλους τους καλοπροαίρετους Αργεντινούς. Η Ford Motor της Αργεντινής και οι άνθρωποί της δεσµεύονται να αγωνιστούν προκειµένου να εκπληρωθεί το µεγαλειώδες πεπρωµένο της Πατρίδας.
Οι ξένες εταιρείες δεν περιορίστηκαν στο να ευχαριστήσουν απλώς τη χούντα για το εξαίρετο έργο της. Μερικές συµµετείχαν ενεργά στις εκστρατείες τρόµου. Στη Βραζιλία αρκετές πολυεθνικές συνασπίστηκαν και χρηµατοδότησαν από κοινού τα δικά τους, ιδιωτικά αποσπάσµατα βασανιστών. Στα µέσα του 1969, µε την έναρξη της πιο βίαιης περιόδου της χούντας, δηµιουργήθηκε µια υπεράνω του νόµου αστυνοµική δύναµη στο πλαίσιο της επιχείρησης «Μπαντεϊράντες», ευρύτερα γνωστής ως ΟΒΑΝ.* Στελεχωµένη µε αξιωµατικούς του στρατού, η ΟΒΑΝ, σύµφωνα µε την έκθεση Brαsil: Nuncα Mαis, χρηµατοδοτούνταν «από εισφορές διαφόρων πολυεθνικών εταιρειών, συµπεριλαµβανοµένων της Ford και της General Μοtors». Καθώς δρούσε εκτός των επίσηµων αστυνοµικών και στρατιωτικών ιεραρχικών δοµών, η ΟΒΑΝ απολάµβανε «µια ελαστικότητα και µια ατιµωρησία σε ό,τι αφορούσε τις ανακριτικές µεθόδους της», αναφέρει η έκθεση, ενώ πολύ σύντοµα έγινε διάσηµη για τις άνευ προηγουµένου σαδιστικές πρακτικές της.
Ωστόσο ήταν στην Αργεντινή όπου η ανάµειξη της τοπικής θυγατρικής της Ford µε τον τροµοκρατικό µηχανισµό ήταν περισσότερο απροκάλυπτη. Η εταιρεία προµήθευε µε οχήµατα το στρατό, τα δε πράσινα σεντάν Ford Falcon ήταν τα αυτοκίνητα που χρησιµοποιήθηκαν σε χιλιάδες απαγωγές και εξαφανίσεις. Ο Αργεντινός ψυχολόγος και θεατρικός συγγραφέας Εδουάρδο Παουλόσκι περιγράφει το συγκεκριµένο µοντέλο ως «τη συµβολική έκφραση της τροµοκρατίας: Ήταν το αυτοκίνητο του θανάτου».*
*Το δέκατο έβδοµο αιώνα τυχοδιώκτες εξερευνητές από το κυβερνείο του Σάο Πάουλο, γνωστοί σήµερα ως «Μπαντεϊράντες», που σηµαίνει «ακόλουθοι του λάβαρου», εξερεύνησαν την ενδοχώρα και επεξέτειναν τα σύνορα της Βραζιλίας, κυρίως µε επιδροµές και υποδούλωση των ιθαγενών φυλών των δασών. Παρότι η αρχική αποστολή τους ήταν η αιχµαλώτιση ιθαγενών και η χρησιµοποίησή τους ως δούλων, το δέκατο όγδοο αιώνα οι Μπαντεϊράντες ανακάλυψαν κοιτάσµατα χρυσού και διαµαντιών στη σηµερινή Πολιτεία Μίνας Ζεράις. Τα κέρδη από την εκµετάλλευση αυτών των κοιτασµάτων χρησιµοποιήθηκαν για να χρηµατοδοτήσουν τα έξοδα της βασιλικής Αυλής και να διατηρήσουν τον παγκόσµιο χαρακτήρα της πορτογαλικής αυτοκρατορίας και την πολυτελή ζωή της αριστοκρατίας. Ο τρόπος εκµετάλλευσης από το Στέµµα και την τοπική ελίτ επιβάρυνε την τοπική κοινωνία µε υπερβολική φορολογία και προκάλεσε αρκετά δηµοφιλή κινήµατα ανεξαρτησίας. (Σ.τ.Ε.)
Ενώ η Ford προµήθευε τη χούντα µε αυτοκίνητα, η χούντα πρόσφερε στη Ford µια σηµαντική εκδούλευση: Απάλλαξε τις γραµµές παραγωγής της από τους ενοχλητικούς συνδικαλιστές. Πριν από το πραξικόπηµα η Ford είχε υποχρεωθεί να κάνει σηµαντικές παραχωρήσεις: µία ώρα διάλειµµα για φαγητό αντί για είκοσι λεπτά, ενώ το 1% του ποσού από την πώληση κάθε αυτοκινήτου έπρεπε να διοχετεύεται σε προγράµµατα κοινωνικών υπηρεσιών. Όλα αυτά άλλαξαν απότοµα τη µέρα του πραξικοπήµατος, όταν ξεκίνησε η αντεπανάσταση. Το εργοστάσιο της Ford, που βρισκόταν στα προάστια του Μπουένος Άιρες, µετατράπηκε σε στρατόπεδο: Τις βδοµάδες που ακολούθησαν ήταν γεµάτο στρατιωτικά οχήµατα και άρµατα µάχης, ενώ από πάνω πετούσαν ελικόπτερα. Εργάτες έχουν καταθέσει ότι µια δύναµη εκατό στρατιωτών ήταν µόνιµα εγκατεστηµένη στο εργοστάσιο. «’Ηταν σαν να διεξαγόταν µια µάχη µέσα στο εργοστάσιο της Ford, µια µάχη εναντίον των εργαζοµένων», θυµάται ο Πέδρο Τροϊάνι, ένας από τους ουνδικαλιστέ».
Στρατιώτες περιφέρονταν στις εγκαταστάσεις, συνελάµβαναν τους πιο δραστήριους συνδικαλιστές κατόπιν υποδείξεως του επιστάτη του εργοστασίου και τους φορούσαν κουκούλες. Ο Τροϊάνι ήταν ένας από αυτούς. Θυµάται: «Πριν µε συλλάβουν, µε περιέφεραν σε ολόκληρο το εργοστάσιο, ώστε να µε δουν όλοι. Η Ford χρησιµοποιούσε αυτή την πρακτική για να εξαλείψει το συνδικαλισµό στο εργοστάσιο». Ακόµα πιο εκπληκτικό ήταν αυτό που έγινε στη συνέχεια: Αντί να τους οδηγήσουν σε κάποια κοντινή φυλακή, ο Τροϊάνι και άλλοι συλληφθέντες ισχυρίζονται ότι οι στρατιώτες τους πήγαν σε ένα χώρο κράτησης που βρισκόταν µiσα στον περίβολο του εργοστασίου. Στο χώρο εργασίας τους, όπου πριν από µερικές µέρες διαπραγµατεύονταν µια εργασιακή σύµβαση, εργάτες ξυλοκοπήθηκαν και δύο από αυτούς βασανίστηκαν µε ηλεκτρο σοκ.Έπειτα τους µετέφεραν σε φυλακές, όπου τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν για βδοµάδες και, σε µερικές περιπτώσεις, για µήνες.Σύµφωνα µε τους δικηγόρους των εργατών της Ford, τουλάχιστον είκοσι πέντε συνδικαλιστές απήχθησαν, και οι µισοί από αυτούς φυλακίστηκαν σε χώρους του εργοστασίου. Για αυτόν ακριβώς το λόγο οµάδες υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωµάτων στην Αργεντινή ασκούν πιέσεις ώστε το εργοστάσιο της Ford να συµπεριληφθεί στον επίσηµο κατάλογο των παράνοµων χώρων φυλάκισης.
Το 2002 οµοσπονδιακοί εισαγγελείς άσκησαν δίωξη εναντίον της Ford Argentina έπειτα από καταγγελίες του Τροϊάνι και δεκατεσσάρων ακόµα εργατών, που υποστήριζαν ότι η εταιρεία ήταν νοµικά υπόλογη για τη βία και την καταστολή στις εγκαταστάσεις που αποτελούσαν ιδιοκτησία της. «Η Ford και τα στελέχη της συνήργησαν στην απαγωγή εργατών τους και πιστεύω ότι πρέπει να τους αποδοθούν ευθύνες, έχει δηλώσει ο Τροϊάνι. Η Mercedes Benz (θυγατρική της Daimler Chrysler) βρέθηκε αντιµέτωπη µε µια παρόµοια έρευνα εξαιτίας των καταγγελιών ότι η εταιρεία συνεργάστηκε µε το στρατό κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 για να εκκαθαριστούν τα εργοστάσιά της από τους συνδικαλιστές. Σύµφωνα µε τις καταγγελίες, η εταιρεία έδωσε τα ονόµατα και τις διευθύνσεις δεκαέξι εργατών, οι οποίοι στη συνέχεια εξαφανίσιηκαν, οι δεκατέσσερις από αυτούς για πάντα.
Σύµφωνα µε την ιστορικό Κάρεν Ρόµπερτ, όταν έπεσε η δικτατορία «σχεδόν όλοι οι αντιπρόσωποι των εργατών είχαν εξαφανιστεί από τις µεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας, [ ... ] όπως οι Mercedes Benz, Chrysler και Fiat Concord».Τόσο η Ford όσο και η Mercedes Benz αρνούνται ότι στελέχη τους διαδραµάτισαν οποιονδήποτε ρόλο στην καταστολή. Η δικαστική διερεύνηση των υποθέσεων συνεχίζεται.
Δεν ήταν µόνο οι συνδικαλιστές που δέχτηκαν προειδοποιητικές επιθέσεις, αλλά όλοι όσοι εκπροσωπούσαν ένα όραµα για την κοινωνία που βασιζόταν σε αξίες διαφορετικές από το καθαρό κέρδος. Ιδιαίτερα βίαιες σε ολόκληρη την περιοχή ήταν οι επιθέσεις εναντίον των αγροτών που είχαν αγωνιστεί για την αναδιανοµή της γης. Οι ηγέτες των Αγροτικών Ενώσεων της Αργεντινής, που διέδιδαν εµπρηστικές ιδέες για το δικαίωµα των χωρικών να κατέχουν γη, διώχτηκαν και βασανίστηκαν, συχνά στους αγρούς όπου δούλευαν και σε κοινή θέα. Οι στρατιώτες χρησιµοποιούσαν τις µπαταρίες των καµιονιών για να τροφοδοτούν µε ηλεκτρικό ρεύµα τις picαnαs, µετατρέποντας αυτό το διαδεδοµένο κτηνοτροφικό εργαλείο σε όργανο βασανιστηρίων. Εν τω µεταξύ, οι οικονοµικές πολιτικές της χούντας ήταν πραγµατικό µάννα εξ ουρανού για τους µεγάλους γαιοκτήµονες και κτηνοτρόφους. Στην Αργεντινή ο Μαρτίνες δε Χος κατήργησε τη διατίµηση στην τιµή του κρέατος και το κόστος του εκτοξεύτηκε πάνω από 700%, µε αποτέλεσµα τα κέρδη να φτάσουν σε επίπεδα ρεκόρ.
Στις φτωχογειτονιές στόχος των προειδοποιητικών επιθέσεων ήταν όσοι πρόσφεραν κοινωνικό έργο (πολλοί από τους οποίους συνεργάζονταν µε την εκκλησία) και οργάνωναν τα πιο φτωχά στρώµατα της κοινωνίας προκειµένου ια διεκδικήσουν δωρεάν ιατροφαρµακευτική περίθαλψη, στέγη και παιδεία µε άλλα λόγια, τις παροχές του «κράτους πρόνοιας το οποίο ήθελαν να κατεδαφίσουν τα Παιδιά του Σικάγου. «Οι φτωχοί δε θα έχουν πια ένα φύλακα άγγελο να τους φροντίζει!» έλεγαν στον Αργεντινό γιατρό Νορµπέρτο Λιούσκι οι βασανιστές του ενόσω «έκαναν ηλεκτροσόκ στα ούλα, στις ρώγες, στα γεννητικά µου όργανα, στην κοιλιά και στα αφτιά µου».
Ένας Αργεντινός ιερέας που συνεργαζόταν µε τη χούντα έχει εξηγήσει την υποκείµενη φιλοσοφία: «Ο εχθρός ήταν ο µαρξισµός ο µαρξισµός στους κόλπους της εκκλησίας και σε ολόκληρη την πατρίδα µας, ο κίνδυνος να γεννηθεί ένα νέο έθνος. Αυτός ο «κίνδυνος να γεννηθεί ένα νέο έθνος» εξηγεί για ποιο λόγο τόσα πολλά από τα θύµατα των δικτατορικών καθεστώτων ήταν νεαρής ηλικίας. Στην Αργεντινή το 81 % των 30.000 ανθρώπων που εξαφανίστηκαν ήταν µεταξύ δεκαέξι και τριάντα ετών.” «Δουλεύουµε για τα επόµενα είκοσι χρόνια», είχε δηλώσει ένας διαβόητος Αργεντινός βασανιστής σε κάποιο από τα θύµατά του.
Ανάµεσα στους νεαρότερους ήταν µια οµάδα µαθητών του λυκείου που τον Σεπτέµβριο του 1976 διεκδίκησαν φτηνότερα εισιτήρια για τις αστικές συγκοινωνίες. Για τη χούντα, η συλλογική δράση των συγκεκριµένων εφήβων αποδείκνυε ότι είχαν µολυνθεί από τον ιό του µαρξισµού, κι έτσι οι αξιωµατούχοι της αντέδρασαν µε µια σαρωτική µανία αφανισµού, βασανίζοντας και δολοφονώντας έξι από τους µαθητές που είχαν τολµήσει να διατυπώσουν αυτό το υπονοµευτικό αίτηµα. Ο Μιγέλ Οβάλδο Ετσεκολάζ, ο αστυνοµικός διευθυντής που καταδικάστηκε το 2006, ήταν ένας από τους βασικούς εµπλεκόµενους στη δολοφονία των µαθητών.
Ο σκοπός των εξαφανίσεων ήταν πρόδηλος: Ενώ οι οικονοµολόγοι που εφάρµοζαν τη θεραπεία-σοκ προσπαθούσαν να καθαρίσουν την οικονοµία από τα υπολείµµατα του κολεκτιβισµού, οι οµάδες κρούσης καθάριζαν τους δροµους, τα πανεπιστήµια και τα εργοστάσια από τους εκπροσώπους του κολεκτιβιστικού ήθους.
Σε στιγµές ειλικρίνειας, µερικοί από όσους βρέθηκαν στην πρώτη γραµµή του οικονοµικού µετασχηµατισµού παραδέχτηκαν ότι η επίτευξη των στόχων τους απαιτούσε µαζική καταστολή. Ο Βίκτορ Εµανουέλ, στέλεχος της εταιρείας δηµοσίων σχέσεων Burson Marsteller, που είχε αναλάβει να διαφηµίσει τη χούντα της Αργεντινής ως ένα φιλικό προς τις επιχειρήσεις καθεστώς, είπε σε έναν ερευνητή ότι η βία ήταν αναγκαία προκειµένου να ανοίξει η «προστατευτική, κρατικίστικη» οικονοµία της Αργεντινής. «Κανείς, µα κανείς δεν επενδύει σε µια χώρα όπου µαίνεται ένας εµφύλιος πόλεµος», δήλωσε, παραδέχτηκε όµως ότι δε σκοτώνονταν µόνο αντάρτες. «Πιθανότατα πέθαναν πολλοί αθώοι άνθρωποι», είπε στη συγγραφέα Μαργκερίτ Φέιτλοβιτς, «αλλά, δεδοµένης της κατάστασης, απαιτείται µια τεράστια επίδειξη ισχυος».
Ο Σέρχιο δε Κάστρο, το Παιδί του Σικάγου που έγινε υπουργός Οικονοµικών του Πινοτσέτ και επέβλεψε την εφαρµογή της θεραπείας-σοκ, έχει δηλώσει ότι δε θα µπορούσε ποτέ να τα καταφέρει χωρίς την υπoστήριξη της σιδερένιας πυγµής του Πινοτσέτ. «Η κοινή γνώµη ήταν σε πολύ µεγάλο βαθµό εναντίον µας, άρα χρειαζόµασταν µια ισχυρή προσωπικότητα για να συνεχιστεί η εφαρµογή της πολιτικής. Ήµασταν τυχεροί που ο Πρόεδρος Πινοτσέτ κατανοούσε και είχε αρκετά ισχυρό χαρακτήρα ώστε να αντέχει την κριτική». Έχει επίσης παρατηρήσει ότι µια «αυταρχική κυβέρνηση» είναι η πιο κατάλληλη για να προστατέψει την οικονοµική ελευθερία, επειδή χρησιµοποιεί «απρόσωπα» την ισχύ.
Όπως συµβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις κρατικής τροµοκρατίας, οι προσεκτικά σχεδιασµένες και στοχευµενες δολοφονίες εξυπηρετούσαν δύο σκοπούς: πρώτον, την εξολόθρευση όσων στέκονταν εµπόδιο στην υλοποίηση του σχεδίου, των ανθρώπων που ήταν περισσότερο πιθανό να αντιδράσουν, και, δεύτερον, την απoστoλή ενός ξεκάθαρου µηνύµατος σε όσους ίσως σκέφτονταν να αντισταθούν καθώς όλοι ήταν µάρτυρες της εξαφάνισης των «ταραχοποιών» και, κατά συνέπεια, την εξουδετέρωση µελλοντικών εµποδίων.
Η µέθοδος λειτούργησε. «Ζούσαµε σε µια κατάσταση σύγχυσης και άγχους, πειθήνιοι και πρόθυµοι να συµµορφωθούµε µε τις διαταγές. [ ... ] Οι άνθρωποι είχαν παλινδροµήσει σε πρoγενέστερα στάδια ύπαρξης, φοβούνταν και ήταν εξαρτηµένοι», θυµάται ο Χιλιανός ψυχίατρος Μάρκο Αντόνιο δε λα Πάρα. Με άλλα λόγια, βρίσκονταν σε κατάσταση σοκ. Έτσι, όταν τα οικονοµικά σοκ εκτόξευσαν στα ύψη τις τιµές και µείωσαν τους µισθούς, οι δρόµοι της Χιλής, της Αργεντινής και της Ουρουγουάης παρέµειναν άδειοι και ήρεµοι. Δεν έγιναν εξεγέρσεις, δεν κηρύχτηκαν γενικές απεργίες. Οι οικογένειες τα έβγαζαν πέρα περιορίζοντας τα γεύµατα, δίνοντας στα µωρά τους µάτε (ένα αφέψηµα που µειώνει το αίσθηµα της πείνας) και ξυπνώντας πριν από την αυγή για να πάνε µε τα πόδια στις δουλειές τους, ώστε να εξοικονοµούν χρήµατα από τα εισιτήρια των αστικών λεωφορείων. Όσοι πέθαιναν από υποσιτισµό ή τύφο ενταφιάζονταν όσο πιο αθόρυβα γινόταν.
Μόλις δέκα χρόνια πριν οι χώρες του Νότιου Κώνου, µε τους εκρηκτικά αναπτυσσόµενους δευτερογενείς τοµείς τους, τα ταχύτατα ανερχόµενα µεσαία στρώµατα και τα ισχυρά συστήµατα υγείας και παιδείας, ενσάρκωναν τις ελπίδες του αναπτυσσόµενου κόσµου. Τώρα πια πλούσιοι και φτωχοί ζούσαν σε διαφορετικά οικονοµικά σύµπαντα, µε τους πλούσιους να επισκέπτονται τόσο συχνά την Πολιτεία της Φλόριντα, ώστε να ανακηρύσσονται επίτιµοι πολίτες της, ενώ ο υπόλοιπος πληθυσµός ωθούνταν στην υπανάπτυξη, µια διαδικασία που θα βάθαινε εξαιτίας των νεοφιλελεύθερων «αναδοµήσεων» στη µεταδικτατορική εποχή. Από παραδείγµατα που ενέπνεαν οι χώρες του Νότιου Κώνου είχαν πλέον µετατραπεί σε µια τροµακτική προειδοποίηση για το τι συµβαίνει στα φτωχά έθνη όταν πιστεύουν ότι µπορούν να ξεφύγουν από τις τριτοκοσµικές συνθήκες. Επρόκειτο για µια µεταστροφή που θα µπορούσε να παραλληλιστεί µε τα όσα οι κρατούµενοι υφίσταντο στα κέντρα βασανιστηρίων των στρατιωτικών καθεστώτων: Δεν αρκούσε απλώς να µιλήσουν, έπρεπε να απαρνηθούν τις πεποιθήσεις τους, να προδώσουν τους αγαπηµένους τους και τα παι διά τους. Όσους δεν άντεχαν τους αποκαλούν quebrαdos, που σηµαίνει «αυτοί που έσπασαν». Αυτό ακριβώς συνέβη και στις χώρες του Νότιου Κώνου: Η περιοχή δε δέχτηκε απλώς ένα πλήγµα, αλλά «έσπασε», έγινε quebrαdo.
Τα Βασανιστήρια ως «ίαση»
Ενώ οι πολιτικές προσπαθούσαν να ξεριζώσουν τον κολεκτιβισµό από τη συλλογική κουλτούρα, τα βασανιστήρια στις φυλακές αποσκοπούσαν στο να τον ξεριζώσουν από το νου και το πνεύµα των ανθρώπων. Όπως έγραφε σε ένα κύριο άρθρο της το 1976 µια φιλική προς τη χούντα εφηµερίδα της Αργεντινής, «και ο νους των ανθρώπων πρέπει επίσης να καθαρθεί, επειδή εκεί γεννιέται το λάθος».
Πολλοί βασανιστές παρίσταναν ότι ήταν γιατροί ή χειρουργοί. Παρόµοια µε τους οικονοµολόγους της Σχολής του Σικάγου και την οδυνηρή αλλά αναγκαία θεραπεία-σοκ, οι ανακριτές φαντάζονταν ότι τα ηλεκτροσόκ και τα υπόλοιπα βασανιστήρια είχαν θεραπευτικές ιδιότητες και ότι οι ίδιοι επέβαλλαν ένα είδος φαρµακευτικής αγωγής στους κρατούµενους, τους οποίους αποκαλούσαν συχνά apestosos, δηλαδή «ακάθαρτους» ή «ασθενείς|. Θα τους γιάτρευαν από την ασθένεια του σοσιαλισµού, από την παρόρµηση προς τη συλλογική δράση.* Ασφαλώς, οι «θερατιείες» ήταν οδυνηρές, ενδεχοµένως και θανατη φόρες, όµως ήταν για το καλό των ασθενών. «Αν το ένα χέρι σου έχει πάθει γάγγραινα, δεν πρέπει να το κόψεις;» αναρωτιόταν ρητορικά ο Πινοτσέτ απα ντώντας στις κριτικές για τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωµάτων.
Σε καταθέσεις τους στις Επιτροπές για την Αλήθεια σε όλες τις χώρες της περιοχής πρώην κρατούµενοι έχουν µιλήσει για ένα σύστηµα που αποσκοπούσε στο να τους εξαναγκάσει να προδώσουν τις αρχές που ήταν ταυτόσηµες µε την ύπαρξή τους. Για τους Λατινοαµερικανούς, η υπέρτατη αξία ήταν αυτή που ο ριζοσπάστης ιστορικός Οβάλδο Μπάγερ αποκαλούσε «το µοναδικό υπερβατικό θεολογικό αξίωµα: η αλληλεγγύη». Οι βασανιστές γνώριζαν πολύ καλά τη σηµασία της αλληλεγγύης και προσπαθούσαν να ξεριζώσουν από τους κρατούµενους την παρόρµηση της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Φυσικά, ο σκοπός κάθε ανάκρισης είναι η απόσπαση πολύτιµων πληροφοριών, συνεπώς και η εξώθηση στην προδοσία, ωστόσο πολλοί πρώην κρατούµενοι αναφέρουν ότι οι βασανιστές τους δεν ενδιαφέρονταν τόσο να τους αποσπάσουν πληροφορίες (τις οποίες συνήθως ήδη γνώριζαν) όσο να τους εξαναγκάσουν να προδώσουν. Ο σκοπός των βασανιστηρίων ήταν να προκληθεί ανήκεστος βλάβη σε εκείνο το κοµµάτι της προσωπικότητας των κρατουµένων που τους έκανε να πιστεύουν ότι, πάνω από όλα, πρέπει να βοηθούν τους άλλους, σε εκείνο το κοµµάτι του εαυτού τους που τους έκανε ακτιβιστές, και να αντικατασταθεί µε ένα αίσθηµα ντροπής και ταπείνωσης.
* Αυτό είχε ως αποτέλεσµα να ολοκληρώσει τον ιστορικό της κύκλο η θεραπεία µε ηλεκτροσόκ, που είχε εφαρµοστεί για πρώτη φορά ως µια τεχνική εξορκισµού. Η πρώτη καταγεγραµµένη ιατρική χρησιµοποίηση της ηλεκτροπληξίας πραγµατοποιήθηκε από ένα Σουηδό γιατρό το δέκατο όγδοο αιώνα. Πιστεύοντας ότι οι ψυχικές διαταραχές προκαλούνται από το διάβολο, ανάγκαζε τους ασθενείς του να κρατούν την άκρη ενός σύρµατος στο οποίο διοχέτευε ηλεκτρικό ρεύµα µέσω µιας µηχανής στατικού ηλεκτρισµού. Για κάθε δαιµόνιο ο ασθενής δεχόταν µια ηλεκτρική εκκένωση, µέχρι να θεωρηθεί θεραπευµένος. (Σ.τ.Σ.)
Μερικές φορές οι κρατούµενοι πρόδιδαν χωρίς να το θέλουν. Για παράδειγµα, ο Αργεντινός κρατούµενος Μάριο Βιγιάνι είχε µαζί του την ατζέντα του όταν τον απήγαγαν. Σε αυτήν είχε γράψει την ακριβή ηµεροµηνία και το µέρος όπου σκόπευε να συναντήσει ένα φίλο του. Στη θέση του εµφανίστηκαν στρατιώτες και ένας ακόµα ακτιβιστής εξαφανίστηκε στα γρανάζια του µηχανισμού της τροµοκρατίας. Ενόσω τον βασάνιζαν, οι ανακριτές είπαν στον Βιγιάνι ότι «συνέλαβαν τον Χόρχε επειδή είχα γράψει στην ατζέντα την ακριβή ηµεροµηνία της συνάντησής µας. Γνώριζαν ότι το να γνωρίζω πως ήταν δική µου ευθύνη η σύλληψη του φίλου µου θα αποτελούσε πολύ χειρότερο βασανιστήριο από τα 220 βολτ. Είναι σχεδόν αδύνατον να αντέξεις τις τύψεις».Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η υπέρτατη πράξη εξέγερσης ήταν οι µικρές χειρονοµίες καλοσύνης ανάµεσα στους κρατούµενους, όπως το να περιποιούνται ο ένας τις πληγές του άλλου ή να µοιράζονται το λιγοστό φαγητό. Όταν οι βασανιστές ανακάλυmαν αυτές τις πράξεις αγάπης, τις τιµωρούσαν µε ιδιαίτερα σκληρό τρόπο. Οι κρατούµενοι έπρεπε να εξωθηθούν σε όσο το δυνατόν µεγαλύτερο ατοµικισµό, ενώ συνεχώς τους έφερναν αντιµέτωπους µε ανυπόφορα διλήµµατα, όπως το να υποστούν οι ίδιοι ακόµα πιο αφόρητα βασανιστήρια ή να βασανιστεί πιο σκληρά ένας συγκρατούµενός τους. Υπήρξαν µερικοί κρατούµενοι που «έσπασαν» σε τέτοιο βαθµό, ώστε να δέχονται να κρατούν την picαna µε την οποία βασανίζονταν οι συγκρατούµενοί τους ή να εµφανίζονται στην τηλεόραση και να αποκηρύσσουν δηµόσια τις προηγούµενες πεποιθήσεις τους. Στις περιπτώσεις αυτών των κρατουµένων οι βασανιστές είχαν επι τύχει τον απόλυτο θρίαµβο: Οι φυλακισµένοι όχι µόνο είχαν απορρίψει το ιδανικό της αλληλεγγύης, αλλά προκειµένου να επιβιώσουν είχαν υποκύψει στο ανηλεές ήθος που βρίσκεται στον πυρήνα του καπιταλισµού των ελεύθερων συναλλαγών: «το να φροντίζει κανείς για τον υπ’ αριθµόν ένα στόχο του», όπως το είχε θέσει το προαναφερθέν υψηλόβαθµο στέλεχος της ΙΤΤ.
Και οι δύο οµάδες των «ειδικών» του σοκ που εργάστηκαν στις χώρες του Νότιου Κώνου, οι στρατηγοί και οι οικονοµολόγοι, χρησιµοποιούσαν σχεδόν ταυτόσηµες µεταφορές για το έργο τους. Ο Φρίντµαν παροµοίαζε το ρόλο του στη Χιλή µε εκείνον ενός γιατρού που πρόσφερε «τεχνικές, ιατρικές συµβουλές στην κυβέρνηση της Χιλής για να τη βοηθήσει να βάλει τέλος σε µια πανώλη, την «πανώλη του πληθωρισµού».Ο Άρνολντ Χάρµπεργκερ, ο επικεφαλής του προγράµµατος για τη Λατινική Αµερική στο Πανεπιστήµιο του Σικάγου, προχώρησε ακόµα περισσότερο. Σε µια διάλεξή του σε νεαρούς οικονοµολόγους στην Αργεντινή πολλά χρόνια μετά το τέλος της δικτατορίας είπε ότι οι καλοί οικονομολόγοι αποτελούν οι ίδιοι τη θεραπεία, χρησιμεύοντας «ως αντισώματα στην καταπολέμηση των αντιοικονομικών ιδεών και πολιτικων». Ο Σέσαρ Aoυγoύστo Γκουσέτι, ο υπουργός Εξωτερικών της χούντας της Αργεντινής, έχει δηλώσει ότι «όταν το κοινωνικό σώμα μιας χώρας έχει μολυνθεί από μια ασθένεια που διαβρώνει τα σπλάχνα της, σχηματίζονται αντισώματα. Δεν μπορούμε vα αντιμετωπίζουμε τα αντισώματα αυτά με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα μικρόβια. Στο βαθμό που η κυβέρνηση καταφέρει να θέσει υπό έλεγχο και να αφανίσει τους αντάρτες, οι παρενέργειες των αντισωμάτων θα εξαφανιστoύν, όπως έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει. Πρόκειται για μια φυσική αντίδραση σε ένα άρρωστο σώμα».
* Η σηµερινή εκδοχή της διαδικασίας αποδόµησης της προσωπικότητας είναι ο τρόπος µε τον οποίο χρησιµοποιείται ο ισλαµισµός ως όπλο εναντίον των µουσουλµάνων κρατουµένων σε φυλακές που ελέγχονται από τις ΗΠΑ. Με βάση την πληθώρα των στοιχείων που έχουν διαρρεύσει σχετικά µε τα όσα συνέβησαν και συµβαίνουν στο Άµπου Γκράιµπ και στον κόλπο του Γκουαντάναµο, ξεχωρίζουν δύο µορφές κακοποίησης των κρατουµένων που επαναλαµβάνονται ξανά και ξανά: η γύµνια και η εσκεµµένη προσβολή των ισλαµικών θρησκευτικών πρακτικών, καθώς οι φυλακισµένοι εξαναγκάζονται να ξυρίζουν τα γένια τους και να κλοτσούν το Κοράνι, να τυλίγονται µε ισραηλινές σηµαίες, να παίρνουν πόζες οµοφυλόφιλων, ακόµα και να αγγίζουν υπο τιθέµενο αίµα από έµµηνορύση. Ο Μοαζάµ Μπεγκ, πρώην κρατούµενος στο Γκουαντάναµο, έχει αναφέρει ότι τον υποχρέωναν να ξυρίζεται συχνά, ενώ ένας φρουρός του έλεγε: «Αυτό ακριβώς δεν είναι που σας εξοργίζει εσάς τους µουσουλµάνους;». Η βεβήλωση των ισλαµικών θρησκευτικών πρακτικών δεν οφείλεται στο µίσος των φρουρών για τον ισλαµισµό (παρότι είναι πολύ πιθανό να συµβαίνει κι αυτό), αλλά στην πίστη των κρατουµένων σε αυτόν. Καθώς ο σκοπός των βασανιστηρίων είναι να αποδοµηθεί η προσωπικότητα των κρατουµένων, πρέπει να στερηθούν όλα όσα τη συγκροτούν: από τα ρούχα τους µέχρι τις πεποιθήσεις τους. Τη δεκαετία του 1970 αυτό σήµαινε επίθεση εναντίον του ιδανικού της κοινωνικής αλληλεγγύης σήµερα σηµαίνει επίθεση εναντίον του ισλαµισµού. (Σ.τ.Σ.)
Φυσικά, η γλώσσα αυτή δε διαφέρει σε τίποτα από το διανοητικό κατασκεύασμα που επέτρεπε στους ναζί να υποστηρίζουν ότι σκοτώνοντας τα «ασθενή» μέλη της κοινωνίας θεράπευαν το «εθνικό σώμα», όπως ισχυριζόταν ο ναζιστής γιατρός Φριτς Κλάιν: «Θέλω να διατηρήσω τη ζωή. Κι επειδή σέβομαι την ανθρώπινη ζωή, θα απομακρύνω μια γαγγραινώδη απόφυση από ένα άρρωστο σώμα. Οι εβραίοι είναι η γαγγραινώδης απόφυση στο σώμα της ανθρωπότητας» . Οι Ερυθροί Χμερ χρησιμοποιούσαν παρόμοια γλώσσα για να δικαιολογήσουν τις σφαγές στην Καμπότζη. «’Ο,τι είναι μολυσμένο, πρέπει να αποκοπεί».
«Φυσιολογικά» παιδιά
Τίποτα δεν είναι περισσότερο ανατριχιαστικό από τον τρόπο με τον οποίο η χούντα της Αργεντινής συμπεριφέρθηκε στα παιδιά που γεννήθηκαν στα κέντρα βασανιστηρίων. Η Σύμβαση για τη Γενοκτονία του ΟΗΕ αναφέρει ότι μια από τις πιο χαρακτηριστικές πρακτικές γενοκτονίας είναι «η επιβολή μέτρων που αποσκοπούν στην αποτροπή των γεννήσεων μέσα στην ομάδα» και «η διά της βίας μεταφορά των παιδιών από την ομάδα σε μια άλλη ομάδα».
Υπολογίζεται ότι πεντακόσια παιδιά γεννήθηκαν στα κέντρα βασανιστηρίων της Αργεντινής, για να ενταχθούν στη συνέχεια στο σχέδιο αναμόρφωσης της κοινωνίας και δημιουργίας μια νέας γενιάς υποδειγματικών πολιτών. Έπειτα από μια σύντομη περίοδο γαλουχίας, εκατοντάδες παιδιά πουλήθηκαν ή δόθηκαν σε ζευγάρια που στην πλειοψηφία τους συνδέονταν άμεσα με τη δικτατορία. Τα παιδιά ανατράφηκαν σύμφωνα με τις αξίες του καπιταλισμού και του χριστιανισµού, που θεωρούνταν «φυσιολογικές» και υγιείς από τη χούντα, ενώ δεν τους µίλησαν ποτέ για τους φυσικούς τους γονείς, σύµφωνα µε την οµάδα υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωµάτων Γιαγιάδες της Πλατείας Μαϊου, που µε πολλούς κόπους εντόπισε τα ίχνη δεκάδων από αυτά τα παιδιά. Οι περισσότεροι από τους γονείς των παιδιών, θεωρούµενοι υπερβολικά «άρρωστοι» για να διασωθούν, πέθαναν στα στρατόπεδα. Οι αρπαγές των παιδιών δεν ήταν µεµονωµένες υπερβολές, αλλά έγιναν στο πλαίσιο µιας οργανωµένης κρατικής επιχείρησης. Σε µια δικαστική υπόθεση παρουσιάστηκε ως τεκµήριο ένα επίσηµο έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών που είχε συνταχθεί το 1977 και έφερε τον τίτλο «Οδηγίες για τις Διαδικασίες Σχετικά µε τα Ανήλικα Παιδιά Πολιτικών ή Συνδικαλιστών Ηγετών Όταν οι Γονείς τους Κρατούνται ή Έχουν Εξαφανιστεί».
Το κεφάλαιο αυτό της ιστορίας της Αργεντινής παρουσιάζει εντυπωσιακές οµοιότητες µε τις αρπαγές ιθαγενών παιδιών από τις οικογένειές τους στις ΗΠΑ, στον Καναδά και στην Αυστραλία, τα οποία στέλνονταν σε οικοτροφεία, δεν τους επιτρεπόταν να µιλούν τη γλώσσα τους και τα έδερναν για να «γίνουν λευκοί». Στην Αργεντινή της δεκαετίας του 1970 τέθηκε σε εφαρµογή µια παρόµοια «ρατσιστική» λογική, που όµως δεν είχε ως κριτήριο τη φυλή, αλλά τις πολιτικές πεποιθήσεις, την κουλτούρα και την ταξική προέλευση.
Τέσσερα χρόνια µετά το τέλος της δικτατορίας στην Αργεντινή συνέβη ένα γεγονός που αποδίδει ανάγλυφα τη στενή σύνδεση ανάµεσα στις πολιτικές δολοφονίες και στην επανάσταση της ελεύθερης αγοράς. Το 1987 τα µέλη ενός κινηµατογραφικού συνεργείου γύριζαν µια σκηνή στο υπόγειο του GaΙerίas Ρacίfico, ενός από τα πιο πολυτελή εµπορικά κέντρα του Μπουένος Άιρες, και, προς µεγάλη τους φρίκη, ανακάλυψαν ένα εγκαταλελειµµένο κέντρο βασανιστηρίων. Όπως αποδείχτηκε, στη διάρκεια της δικτατορίας το Πρώτο Σώµα Στρατού έκρυβε κάποιους από τους εξαφανισµένους στα έγκατα του εµπορικού κέντρου: Στους τοίχους του µπουντρουµιού εξακολουθούσαν να υπάρχουν τα µηνύµατα απελπισίας που είχαν αφήσει οι προ πολλού νεκροί κρατούµενοι: ονόµατα, ηµεροµηνίες, εκκλήσεις για βοήθεια.
Σήµερα το GaΙerίas Ρacίfico είναι το κόσµηµα της εµπορικής συνοικίας του Μπουένος Άιρες, η απόδειξη ότι αποτελεί πλέον µια παγκοσµιοποιηµένη µητρόπολη της κατανάλωσης. Θολωτές οροφές και πολύχρωµες τοιχογραφίες πλαισιώνουν τα καταστήµατα που πουλούν επώνυµα είδη πολυτελείας, από Christian Dior και Ralph Lauren µέχρι Nike, τα οποία είναι απρόσιτα στη µεγάλη πλειονότητα των κατοίκων της χώρας, αλλά αποτελούν πρώτης τάξεως ευκαιρίες για τους ξένους που συρρέουν στην πόλη ώστε να επωφεληθούν από το υποτιµηµένο νόµισµά της.
Για όσους Αργεντινούς γνωρίζουν την ιστορία της χώρας τους, το εµπορικό Kέvτρο αποτελεί µια ανατριχιαστική υπενθύµιση του γεγονότος ότι, όπως µια παλαιότερη µορφή καπιταλιστικής κατάκτησης οικοδοµήθηκε πάνω στους οµαδικούς τάφους των ιθαγενών κατοίκων της χώρας, έτσι και το σχέδιο της Σχολής του Σικάγου για τη Λατινική Αµερική οικοδοµήθηκε πάνω στα µυστικά στρατόπεδα βασανιστηρίων όπου εξαφανίστηκαν χιλιάδες άνθρωποι οι οποίοι πίστευαν σε ένα διαφορετικό µέλλον για τη χώρα τους.
Κεφάλαιο
5                                      
«ΟΥΔΕΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΥΠΑΡΧΕΙ»
ΠΩΣ ΜΙΑ ΙΔEOΛOΓΙA ΕΞΑΓΝΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ
Ο Μίλτον [Φρίντµαν] αποτελεί την ενσάρκωση
της αλήθειας ότι “οι ιδέες έχουν συνέπειες”».
-Ντόναλντ Ράµσφελντ, υπουργός Άµυνας
των ΗΠΑ, Μάιος 2002
`
«Άνθρωποι βρέθηκαν στη φυλακή προκειµένου
οι τιµές [των προϊόντων] να είναι ελεύθερες».
-Εδουάρδο Γκαλεάνο, 1990.
`Για µια σύντοµη περίοδο φαινόταν ότι τα εγκλήµατα στις χώρες του Νότιου Κώνου θα συνδέονταν άρρηκτα µε το νεοφιλελεύθερο κίνηµα, δυσφηµίζοντάς το προτού επεκταθεί πέρα από το πρώτο πειραµατικό εργαστήρι του. Μετά το µοιραίο ταξίδι του Μίλτον Φρίντµαν στη Χιλή το 1975 ο αρθρογράφος των New York Times Άντονι Λιούις έθεσε ένα απλό αλλά εµπρηστικό ερώτηµα: «Αν η οικονοµική θεωρία του Σικάγου στην καθαρή µορφή της µπορεί να εφαρµοστεί στη Χιλή µόνο µε αντίτιµο την καταπίεση, µήπως θα έπρεπε να αισθάνονται υπόλογοι οι δηµιουργοί της;».
Μετά τη δολοφονία του Ορλάντο Λετελιέ (ίδε κεφ. 4) ακτιβιστές επαναλάµβαναν την έκκλησή του να θεωρηθεί υπόλογος για το ανθρώπινο κόστος ο «διανοητικός αρχιτέκτονας» της οικονοµικής επανάστασης στη Χιλή. Εκείνα τα χρόνια ο Μίλτον Φρίντµαν δεν µπορούσε να δώσει µια διάλεξη χωρίς να τον διακόπτει κάποιος για να παραθέσει τα λόγια του Λετελιέ, ενώ υποχρεωνόταν να µπαίνει από την πίσω πόρτα σε αρκετές εκδηλώσεις στις οποίες ήταν το τιµώµενο πρόσωπο.
Φοιτητές στο Πανεπιστήµιο του Σικάγου αναστατώθηκαν τόσο πολύ όταν πληροφορήθηκαν τη συνεργασία των καθηγητών τους µε τη χούντα, ώστε ζήτησαν τη διεξαγωγή έρευνας από την ακαδηµαϊκή κοινότητα. Αρκετοί ακαδηµαϊκοί τους υποστήριξαν, συµπεριλαµβανοµένου του Αυστριακού οικονοµολόγου Γκέρχαρντ Τίντνερ, που τη δεκαετία του 1930 είχε φύγει από την Ευρώπη εξαιτίας του φασισµού και είχε καταφύγει στις ΗΠΑ. Ο Τίντνερ συνέκρινε τη Χιλή του Πινοτσέτ µε τη ναζιστική Γερµανία και παραλλήλιζε τον Φρίντµαν που υποστήριζε τον Πινοτσέτ µε τους τεχνοκράτες που είχαν συνεργαστεί µε το Τρίτο Ράιχ. (Ο Φρίντµαν, από τη µεριά του, κατηγορούσε τους επικριτές του ότι χρησιµοποιούσαν «ναζιστικές πρακτικές».)
Τόσο ο Φρίντµαν όσο και ο Άρνολντ Χάρµπεργκερ αποδέχονταν πρόθυµατα εύσηµα για τα οικονοµικά θαύµατα που είχαν επιτελέσει τα Παιδιά του Σικάγου. Με ύφος υπερήφανου πατέρα, ο Φρίντµαν καυχιόταν στο Newsweek το 1982 ότι «τα Παιδιά του Σικάγου [ ... ] συνδύαζαν εξαιρετικές διανοητικές και εκτελεστικές ικανότητες µε το θάρρος να υπερασπίζονται τις πεποιθήσεις τους και µια αίσθηση αφοσίωσης στην υλοποίησή τους». Ο Χάρµπεργκερ είχε δηλώσει: «Αισθάνοµαι περισσότερο υπερήφανος για τους µαθητές µου παρά για οτιδήποτε έχω γράψει. Πράγµατι, η λατινοαµερικανική οµάδα είναι πολύ περισσότερο δική µου από οποιαδήποτε συµβολή µου στη βιβλιογραφϊα». Ωστόσο όσον αφορά το ανθρώπινο κόστος των «θαυµάτων» που είχαν επιτελέσει οι µαθητές τους οι δύο άντρες δεν έβλεπαν να υπάρχει ουδεµία σχέση.
«Παρά την έντονη διαφωνία µου µε το αυταρχικό πολιτικό σύστηµα της Χιλής, δε θεωρώ κακό ένας οικονοµολόγος να παρέχει τεχνικές οικονοµικές συµβουλές στην κυβέρνηση της χώρας», είχε γράψει ο Φρίντµαν στη στήλη του στο Newsweek.
Στα αποµνηµονεύµατά του ο Φρίντµαν ισχυρίζεται ότι ο Πινοτσέτ προσπαθούσε να κατευθύνει την οικονοµία µόνος τα δύο πρώτα χρόνια της εξουσίας του και ότι µόνο «µετά το 1975, όταν ο πληθωρισµός µαινόταν και µια παγκόσµια κάµψη της οικονοµίας πυροδότησε την ύφεση στη Χιλή, ο στρατηγός Πινοτσέτ στράφηκε στα Παιδιά του Σικάγου». Πρόκειται για µια ωµή διαστρέβλωση της ιστορικής πραγµατικότητας: Τα Παιδιά του Σικάγου συνεργάζονταν µε το στρατό προτού καν γίνει το πραξικόπηµα και ο οικονοµικός µετασχηµατισµός ξεκίνησε τη µέρα που η χούντα κατέλαβε την εξουσία. Αλλού ο Φρίντµαν έχει φτάσει στο σηµείο να ισχυριστεί ότι η περίοδος διακυβέρνησης του Πινοτσέτ δεκαεφτά χρόνια δικτατορίας και δεκάδες χιλιάδες βασανισµένων δεν ήταν µια βίαιη κατάλυση της δηµοκρατίας, αλλά το αντίθετο. «Η πραγµατική σηµασία του εγχειρήµατος στη Χιλή έγκειται στο ότι οι ελεύθερες αγορές εξασφάλισαν µε τον τρόπο τους µια ελεύθερη κοινωνία», έχει δηλώσει ο Φρίντµαν.
Τρεις βδοµάδες µετά τη δολοφονία του Λετελιέ συνέβη ένα γεγονός που έθεσε απότοµα τέλος στη συζήτηση για το κατά πόσο τα εγκλήµατα του Πινοτσέτ αντανακλούσαν στο κίνηµα της Σχολής του Σικάγου. Ο Μίλτον Φρίντµαν τιµήθηκε µε το βραβείο Νοµπέλ Οικονοµικών Επιστηµών του 1976 για το «πρωτότυπο και βαρυσήµαντο» έργο του αναφορικά µε τη σχέση ανάµεσα στον πληθωρισµό και στην ανεργία. Ο Φρίντµαν αξιοποίησε την ευκαιρία της οµιλίας του στην τελετή βράβευσής του για να υποστηρίξει ότι τα οικονοµικά ήταν µια επιστήµη εξίσου αυστηρή και αντικειµενική µε τη φυσική, τη χηµεία και την ιατρική, καθώς βασίζονταν στην αµερόληπτη εξέταση των διαθέσιµων δεδοµένων. Πολύ βολικά, παρέβλεψε το γεγονός ότι η βασική υπόθεση για την οποία είχε τιµηθεί µε το βραβείο καταρριπτόταν στην πραγµατικότητα από τις ουρές µπροστά στα αρτοποιεία, τις επιδηµίες τύφου και τα κλειστά εργοστάσια στη Χιλή, τη µοναδική χώρα που το καθεστώς της ήταν αρκετά ανάλγητο ώστε να εφαρµόσει στην πράξη τις ιδέες του.
Τον επόµενο χρόνο συνέβη ένα άλλο γεγονός που καθόρισε τις παραµέτρους της συζήτησης για τα όσα συνέβαιναν στις χώρες του Νότιου Κώνου: Η Διεθνής Αµνηστία τιµήθηκε µε το βραβείο Νοµπέλ Ειρήνης, κυρίως χάρη στη θαρραλέα σταυροφορία της µε σκοπό την αποκάλυψη των παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωµάτων στη Χιλή και στην Αργεντινή. Στην πραγµατικότητα, το βραβείο Νοµπέλ Οικονοµικών Επιστηµών είναι ανεξάρτητο από το βραβείο Νοµπέλ Ειρήνης, καθώς το απονέµει µια διαφορετική επιτροπή και η τελετή βράβευσης πραγµατοποιείται σε µια διαφορετική πόλη. Ωστόσο από µια απόσταση φαινόταν λες και µε τα δύο βραβεία Νοµπέλ η επιτροπή µε το µεγαλύτερο κύρος σε ολόκληρο τον κόσµο είχε βγάλει την ετυµηγορία της: Το σοκ των θαλάµων βασανιστηρίων έπρεπε να καταδικαστεί µε τον πιο έντονο τρόπο, όµως η οικονοµική θεραπεία-σοκ όφειλε να επικροτηθεί και ανάµεσα στις δύο µορφές σοκ, όπως είχε γράψει ο Λετελιέ µε πένα που έσταζε ειρωνεία, «ουδεµία σχέση υπάρχει».
Οι παρωπίδεs των «ανθρώπινων δικαιωµάτων»
Η διανοητική στεγανοποίηση ανάµεσα στις δύο µορφές σοκ δεν οφείλεται µόνο στο γεγονός ότι οι οικονοµολόγοι της Σχολής του Σικάγου αρνούνταν να παραδεχτούν πως υπήρχε η παραμικρή σχέση ανάμεσα στις πολιτικές τους και στη χρησιμοποίηση της τρομοκρατίας. Στη διαιώνιση του προβλήματος συνέβαλε και ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο οι τρομοκρατικές αυτές πράξεις προσεγγίστηκαν μόνο ως «παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων» και όχι ως εργαλεία που εξυπηρετούσαν σαφείς πολιτικές και οικονομικές επιδιώξεις. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι χώρες του Νότιου Κώνου τη δεκαετία του 1970 δε χρησιμοποιήθηκαν ως πειραματικό εργαστήρι μόνο για ένα νέο οικονομικό μοντέλο αλλά και για ένα σχετικά νέο μοντέλο ακτιβισμού: του διεθνούς κινήματος για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αναμφισβήτητα, το κίνημα αυτό διαδραμάτισε έναν καθοριστικό ρόλο στο να σταματήσουν οι χειρότερες καταχρήσεις από τις χούντες. Όμως, καθώς εστιάστηκε αποκλειστικά στα εγκλήματα και όχι στους λόγους που κρύβονταν πίσω από αυτά, το κίνημα για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων συνέβαλε επίσης ώστε η ιδεολογία της Σχολής του Σικάγου να εξέλθει αλώβητη από το πρώτο αιματοβαμμένο εργαστήρι της.
Το δίλημμα χρονολογείται από τις απαρχές του σύγχρονου κινήματος για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, όταν το 1948 τα Ηνωμένα Έθνη υιοθέτησαν την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αμέσως μόλις συντάχθηκε η διακήρυξη, μετατράπηκε σε έναν πολιορκητικό κριό τον οποίο χρησιμοποιούσαν και τα δύο στρατόπεδα του Ψυχρού Πολέμου, κατηγορώντας το ένα το άλλο ότι αποτελούσε την επόμενη ναζιστική Γερμανία. Το 1967 ο Τύπος αποκάλυψε ότι η Διεθνής Επιτροπή Νομικών, η σημαντικότερη ομάδα υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων που εστιαζόταν στις σοβιετικές παραβιάσεις τους, δεν ήταν ένας αμερόληπτος κριτής, όπως ισχυριζόταν, αλλά λάμβανε κρυφά κονδύλια από τη CIA.
Ήταν μέσα σε αυτή τη βαριά περιρρέουσα ατμόσφαιρα που η Διεθνής Αμνηστία ανέπτυξε το δόγμα της για αυστηρή αμεροληψία: Θα χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά από τα μέλη της και θα παρέμενε αυστηρά «ανεξάρτητη από κάθε κυβέρνηση, πολιτική ομάδα, ιδεολογία, οικονομικό συμφέρον ή θρησκευτικό δόγμα». Και για να αποδείξει ότι δε χρησιμοποιούσε τα ανθρώπινα δικαιώματα για να προωθεί μια συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα, η Διεθνής Αμνηστία διέταξε το καθένα από τα παραρτήματά της να «υιοθετήσει» από τρεις φυλακισμένους για λόγους συνείδησης, «έναν από κομουνιστικές χώρες, έναν από Δυτικές χώρες και έναν από χώρες του Τρίτου Κόσμου». Η θέση της Διεθνούς Αμνηστίας, εμβληματική εκείνη την εποχή για ολόκληρο το κίνημα υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συνίστατο στο ότι, εφόσον οι παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωµάτων αποτελούσαν οικουµενική αδικία, ανήθικες από τη φύση τους, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους πραγµατοποιούνταν, απλώς να τεκµηριώνονται µε όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτοµέρειες και µεγαλύτερη αξιοπιστία.
Η θεµελιώδης αυτή αρχή αντικατοπτρίζεται στον τρόπο µε τον οποίο καταγράφτηκαν οι εκστρατείες τρόµου στις χώρες του Νότιου Κώνου. Υπό τη συνεχή παρακολούθηση και παρενόχληση των µυστικών αστυνοµιών, οι οµάδες υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωµάτων έστελναν αντιπροσωπείες στην Αργεντινή, στην Ουρουγουάη και στη Χιλή για να µιλήσουν µε εκατοντάδες θύµατα βασανιστηρίων και µε τις οικογένειές τους. Επιπλέον, απέκτησαν όση πρόσβαση τους επιτράπηκε σε φυλακές. Καθώς δεν υπήρχαν ανεξάρτητα µέσα ενηµέρωσης και οι χούντες αρνούνταν τα εγκλήµατά τους, οι µαρτυρίες αυτές αποτελούσαν τα πρωταρχικά τεκµήρια µιας ιστορίας που υποτίθεται ότι δε θα έπρεπε ποτέ να γραφτεί. Όσο σηµαντικό κι αν ήταν αυτό το έργο, ήταν ταυτόχρονα περιορισµένο: Οι εκθέσεις των οµάδων υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωµάτων ήταν κατάλογοι συνταγµένοι µε νοµική ορολογία στους οποίους καταγράφονταν οι πιο ανατριχιαστικές µέθοδοι καταστολής και αντιπαραβάλλονταν µε τα άρθρα της Οικουµενικής Διακήρυξης των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου τα οποία παραβίαζαν.
Αυτή η περιορισµένη οπτική γωνία καθίσταται ιδιαίτερα εµφανής και προβληµατική στην έκθεση που συνέταξε το 1976 η Διεθνής Αµνηστία για την Αργεντινή, που αποτελεί έναν εντυπωσιακό απολογισµό των ωµοτήτων της χούντας και για την οποία τιµήθηκε µε το βραβείο Νοµπέλ. Ωστόσο, παρά την προσεκτική παράθεση λεπτοµερειών, η έκθεση δε ρίχνει φως στους λόγους για τους οποίους συνέβαιναν οι παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωµάτων. Τίθεται µόνο το ερώτηµα «σε ποιο βαθµό οι παραβιάσεις είναι εξηγήσιµες ή αναγκαίες» για να εδραιωθεί η «ασφάλεια»όπως ισχυριζόταν η χούντα για να δικαιολογήσει το «βρώµικο πόλεµο». Μετά την εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων, η έκθεση καταλήγει στο συµπέρασµα ότι η απειλή την οποία αντιπροσώπευαν οι αριστερές αντάρτικες οµάδες δεν ήταν σε καµία περίπτωση ανάλογη του βαθµού καταστολής που χρησιµοποιούσε το κράτος.
Όµως υπήρχε κάποια άλλη επιδίωξη που καθιστούσε τη βία «εξηγήσιµη ή αναγκαία»; Η Διεθνής Αµνηστία δεν κάνει καµία σχετική αναφορά. Στην έκτασης 92 σελίδων έκθεσή της δε γίνεται η παραµικρή µνεία στο γεγονός ότι η χούντα είχε αναλάβει την αναµόρφωση της χώρας σύµφωνα µε µια σειρά από ακραίες καπιταλισnκές κατευθυντήριες οδηγίες. Δεν υπάρχει κανένα σχόλιο για την αύξηση της φτώχειας ή για τη δραματική αναστολή των προγραμμάτων αναδιανομής του πλούτου, παρόλο που ήταν οι κεντρικές πολιτικές της χουντικής εξουσίας.
Στην έκθεση παρατίθενται λεπτομερώς όλοι οι νόμοι και τα διατάγματα της χούντας που παραβίαζαν τις πολιτικές ελευθερίες, αλλά κανένα από τα οικονομικά διατάγματα που μείωναν τους μισθούς και αύξαναν τις τιμές, παραβιάζοντας τα δικαιώματα στην τροφή και στη στέγη, που επίσης περιλαμβάνονται στα άρθρα της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αν η Διεθνής Αμνηστία είχε εξετάσει έστω και επιφανειακά το επαναστατικό οικονομικό σχέδιο της χούντας, θα αντιλαμβανόταν για ποιο λόγο ήταν αναγκαία μια τόσο ακραία καταστολή, καθώς και γιατί τόσοι πολλοί από τους φυλακισμένους για λόγους συνείδησης ήταν συνδικαλιστές και άνθρωποι που πρόσφεραν κοινωνικό έργο.
Μια άλλη σημαντική παράλειψη είναι η παρουσίαση από τη Διεθνή Αμνηστία της σύγκρουσης ως αυστηρά περιορισμένης ανάμεσα στο στρατό και στους αριστερούς εξτρεμιστές. Δεν αναφέρεται κανένας άλλος από τους δρώντες: ούτε η κυβέρνηση των ΗΠΑ και η CIΑ ούτε οι γαιοκτήμονες ούτε οι πολυεθνικές εταιρείες. Καθώς δε γίνεται καμία μνεία στο ευρύτερο σχέδιο να επιβληθεί ένας «ανόθευτος» καπιταλισμός στη Λατινική Αμερική και στα ισχυρά συμφέροντα που κρύβονταν πίσω από αυτό το σχέδιο, οι πράξεις σαδισμού που τεκμηριώνονται στην έκθεση φαντάζουν εντελώς ακατανόητες τυχαία άσχημα συμβάντα που οφείλονται στην περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα και τα οποία οφείλουν να καταδικάζουν όλοι οι άνθρωποι με συνείδηση, χωρίς όμως να μπορούν να τα κατανοήσουν.
Όλοι όσοι συμμετείχαν στο κίνημα για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων δρούσαν κάτω από αυστηρές συνθήκες περιορισμού, αν και για διαφορετικούς λόγους. Στο εσωτερικό των μαστιζόμενων χωρών οι πρώτοι άνθρωποι που επέστησαν την προσοχή στην τρομοκρατία ήταν οι φίλοι και οι συγγενείς των θυμάτων, όμως υπήρχαν πολύ συγκεκριμένα όρια στα όσα μπορούσαν να αποκαλύψουν. Δε μιλούσαν για την πολιτική ή οικονομική ατζέντα που υπήρχε πίσω από τις εξαφανίσεις, επειδή κινδύνευαν να εξαφανιστούν και οι ίδιοι αν το έκαναν. Η πιο διάσημη ομάδα υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων που αναδύθηκε κάτω από αυτές τις επικίνδυνες συνθήκες ήταν οι Μητέρες της Πλατείας Μαϊου, που είναι γνωστές στην Αργεντινή ως Mαdres, Μητέρες.
Αργεντινή:Πορεία των Μητέρων της Πλατείας Μαϊου που ζητούσαν να μάθουν για την τύχη των εξαφανισμένων παιδιών,συζύγων,αδελφών...
Στις εβδομαδιαίες διαδηλώσεις τους έξω από την έδρα της κυβέρνησης στο Μπουένος Άιρες οι Mαdres δεν τολµούσαν να έχουν πλακάτ µε συνθήµατα, απλώς κρατούσαν φωτογραφίες των αγνοούµενων παιδιών τους µε τη λεζάντα: «Dόnde estάn?»«Πού είναι;». Αντί να φωνάζουν συνθήµατα, έκαναν κύκλους σιωπηλές φορώντας λευκά µαντίλια πάνω στα οποία ήταν γραµµένα τα ονόµατα των παιδιών τους. Πολλές από τις «Μητερες» είχαν έντονες πολιτικές πεποιθήσεις, όµως φρόντιζαν να µην παρουσιάζονται ως µια απειλή για το καθεστώς, αλλά ως µητέρες που θρηνούσαν και ήταν απελπισµένες επειδή είχαν χαθεί τα αθώα παιδιά τους.*
Στη Χιλή η πιο µεγάλη οµάδα υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωµάτων ήταν η Επιτροπή για την Ειρήνη, την οποία είχαν συγκροτήσει πολιτικοί, δι κηγόροι και εκκλησιαστικοί ηγέτες που εναντιώνονταν στη χούντα. Γνώριζαν ότι η προσπάθεια να σταµατήσουν τα βασανιστήρια και να απελευθερωθούν οι πολιτικοί κρατούµενοι ήταν µόνο µια µάχη στο πλαίσιο του ευρύτερου πολέµου για την απόκτηση του ελέγχου του πλούτου της Χιλής, όµως, για να µη γίνουν τα επόµενα θύµατα του καθεστώτος, εγκατέλειψαν τον καταγγελτικό αριστερό λόγο και έµαθαν την καινούρια γλώσσα των «οικουµενικών δικαιωµάτων του ανθρώπου».
Αποκαθαρµένος από οποιαδήποτε αναφορά σε πλούσιους και φτωχούς, σε αδύναµους και ισχυρούς, σε Βορρά και Νότο, αυτός ο τρόπος ερµηνείας του κόσµου, τόσο δηµοφιλής στη Βόρεια Αµερική και στην Ευρώπη, δήλωνε απλώς ότι όλοι έχουν δικαίωµα σε µια δίκαιη δίκη και σε µια ζωή απαλλαγµένη από την ωµή, απάνθρωπη και µειωτική µεταχείριση. Αυτή η νέα γλώσσα δε ρωτούσε γιατί, απλώς διακήρυττε αυτά τα δικαιώµατα. Καθώς το λεξικό του κινήµατος για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωµά των είναι ένα µείγµα νοµικής ορολογίας και ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος, οι Χιλιανοί ακτιβιστές έµαθαν να λένε ότι οι φυλακισµένοι σύντροφοί τους ήταν κρατούµενοι για λόγους συνείδησης των οποίων παραβιάζονταν τα δικαιώµα τα στην ελευθερία της σκέψης και του λόγου, που προστατεύονται από τα άρθρα 18 και 19 της Οικουµενικής Διακήρυξης των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου.
* Μετά το τέλος της δικτατορίας οι Μητέρες της Πλατείας Μαϊου συγκαταλέγονταν ανάµεσα στους πιο σφοδρούς επικριτές της νέας οικονοµικής τάξης πραγµάτων στην Αργεντινήκαι εξακολουθούν να είναι µέχρι σήµερα. (Σ.τ.Σ.)
Για τους ακτιβιστές που ζούσαν κάτω από τα δικτατορικά καθεστώτα η νέα γλώσσα ήταν, στην ουσία, ένας κώδικας: Όπως οι µουσικοί κρύβουν πολιτικά µηνύµατα χρησιµοποιώντας µεταφορές στους στίχους των τραγουδιών τους, έτσι και οι ακτιβιστές έκρυβαν τις αριστερά; πεποιθήσεις τους πίσω από τη νοµική ορολογία, αναζητώντας έναν τρόπο να δραστηριοποιούνται πολιτικά χωρίς να χρησιµοποιούν τον πολιτικό λόγο. *
Όταν το διεθνές κίνηµα για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωµάτων ασχολήθηκε µε την εκστρατεία του τρόµου στη Λατινική Αµερική, οι ακτιβιστές του είχαν τους δικούς τους, εντελώς διαφορετικούς, λόγους να αποφεύγουν να µιλούν πολιτικά.
*Παρά αυτές τις προφυλάξεις, οι ακτιβιστές για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωµά των δεν ήταν ασφαλείς από τα καθεστώτα του τρόµου. Οι φυλακές της Χιλής ήταν γεµάτες δικηγόρους που υπερασπίζονταν τα ανθρώπινα δικαιώµατα και η χούντα της Αργεντινής είχε στείλει έναν από τους κυριότερους βασανιστές της να διεισδύσει στις Μητέρες της Πλατείας Μαϊου προσποιούµενος τον πενθούντα συγγενή. Τον Δεκέµβριο του 1977 η οµάδα δέχτηκε την επιδροµή των Αρχών: Δώδεκα µητέρες εξαφανίοτηκαν για πάντα, συµπεριλαµβανοµένων της ηγέτιδας των Mαdres Ασουσένα δε Βισέντι και δύο Γαλλίδων µοναχών. (Σ.τ.Σ.)
Φορντ και Fοrd
Η άρνηση να συσχετιστεί ο µηχανισµός της κρατικής τροµοκρατίας µε το ιδεολογικό σχέδιο το οποίο εξυπηρετούσε είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισµα της ρητορικής όλων σχεδόν των οµάδων υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωµάτων εκείνης της εποχής. Παρόλο που οι επιφυλάξεις της Διεθνούς Αµνηστίας µπορούν να αιτιολογηθούν ως µια προσπάθεια να παραµείνει αµερόληπτη εν µέσω των εντάσεων του Ψυχρού Πολέµου, για πολλές άλλες οµάδές υπήρχε και µια άλλη παράµετρος: το χρήµα. Με µεγάλη διαφορά, η πιο σηµαντική πηγή χρηµατοδότησης των οµάδων υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωµάτων ήταν το Ίδρυµα Φορντ, που τότε αποτελούσε τη µεγαλύτερη φιλανθρωπική οργάνωση σε ολόκληρο τον κόσµο. Τη δεκαετία του 1960 το ίδρυµα δαπανούσε µόνο ένα µικρό µέρος του προϋπολογισµού του για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωµάτων, αλλά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 διοχέτευσε 30 εκατοµµύρια δολάρια στην υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωµάτων στη Λατινική Αµερική, ενισχύοντας λατινοαµερικανικές οµάδες όπως η Επιτροπή για την Ειρήνη της Χιλής, αλλά και νέες οµάδες που δηµιουργήθηκαν στις ΗΠΑ, συµπεριλαµβανοµένου του Παρατηρητηρίου της Αµερικής.
Πριν από τα στρατιωτικά πραξικοπήµατα ο πρωταρχικός ρόλος του Ιδρύµατος Φορντ στις χώρες του Νότιου Κώνου συνίστατο στη χρηµατοδότηση της εκπαίδευσης ακαδηµαϊκών (κυρίως στις οικονοµικές και γεωπονικές επιστήµες), σε στενή συνεργασία µε το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ. Ο Φρανκ Σάτον, αναπληρωτής αντιπρόεδρος του διεθνούς τµήµατος του Ιδρύµατος Φορντ, έχει εξηγήσει τη φιλοσοφία του ιδρύµατος: «Δεν µπορείς να έχεις µια εκσυγχρονισµένη χώρα χωρίς µια εκσυγχρονισµένη ελίτ».Αν και απόλυτα ενταγµένες στην ψυχροπολεµική λογική της προώθησης εναλλακτικών προς τον επαναστατικό µαρξισµό λύσεων, οι περισσότερες ακαδηµαϊκές υποτροφίες του Ιδρύµατος Φορντ δεν πρόδιδαν µια ισχυρή δεξιά τάση: Οι Λατινοαµερικάνοι φοιτητές στέλνονταν σε ένα ευρύ φάσµα αµερικανικών πανεπιστηµίων, ενώ χρηµατοδοτούνταν τµήµατα προπτυχιακών σπουδών σε διάφορα λατινοαµερικανικά ακαδηµαϊκά ιδρύµατα, συµπεριλαµβανοµένων δηµόσιων πανεπιστηµίων που είχαν τη φήµη ότι παρουσίαζαν αριστερές τάσεις.
Ωστόσο υπήρχαν αρκετές σηµαντικές εξαιρέσεις. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Ίδρυµα Φορντ ήταν ο βασικός χρηµατοδότης του προγράµµατος του Πανεπιστηµίου του Σικάγου για την οικονοµική έρευνα και την εκπαίδευση στη Λατινική Αµερική, το οποίο παρήγαγε εκατοντάδες Παιδιά του Σικάγου. Επίσης, χρηµατοδοτούσε ένα παράλληλο πρόγραµµα στο Καθολικό Πανεπιστήµιο του Σαντιάγο που αποσκοπούσε στην προσέλκυση προπτυχιακών φοιτητών οικονοµικών από γειτονικές χώρες για να συνεχίσουν τις σπουδές τους έχοντας ως καθηγητές τους τα Παιδιά του Σικάγου της Χιλής. Εσκεµµένα ή µη, το γεγονός αυτό µετέτρεψε το Ίδρυµα Φορντ στη βασική πηγή χρηµατοδότησης για τη διάδοση της ιδεολογίας της Σχολής του Σικάγου σε ολόκληρη τη Λατινική Αµερική ο ρόλος του ως χρηµατοδότη ήταν ακόµα πιο σηµαντικός και από εκείνον της κυβέρνησης των ΗΠΑ.
Όταν τα Παιδιά του Σικάγου ανήλθαν στην εξουσία δίπλα στον Πινοτσέτ, έπειτα από µια κόλαση βίας, η φήµη του Ιδρύµατος Φορντ κινδύνευσε να αµαυρωθεί. Τα Παιδιά του Σικάγου είχαν χρηµατοδοτηθεί στο πλαίσιο της αποστολής του ιδρύµατος «να βελτιωθούν τα οικονοµικά ακαδηµαϊκά ιδρύµατα για να υλοποιηθούν καλύτερα οι δηµοκρατικοί στόχοι». Όµως τα οικονοµικά ακαδηµαϊκά ιδρύµατα στην οικοδόµηση των οποίων τόσο στο Σικάγο όσο και στο Σαντιάγο είχε συµβάλει το Ίδρυµα Φορντ είχαν διαδραµατίσει κοµβικό ρόλο στην κατάλυση της δηµοκρατίας στη Χιλή, µε τους πρώην φοιτητές τους να εφαρµόζουν όσα είχαν διδαχτεί στις ΗΠΑ σε ένα πλαίσιο συγκλονιστικής βαναυσότητας. Και τα πράγµατα περιπλέκονταν ακόµα περισσότερο για το ίδρυµα επειδή αυτή ήταν η δεύτερη φορά µέσα σε λίγα χρόνια που προστατευόµενοί του είχαν επιλέξει το δρόµο της βίας προς την εξουσία.Η πρώτη περίπτωση ήταν η απότομη άνοδος στην εξουσία της Μαφίας του Μπέρκλεϊ στην Ινδονησία μετά το αιματηρό πραξικόπημα του Σουχάρτο.
Το Ίδρυμα Φορντ είχε δημιουργήσει από το μηδέν το Τμήμα Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Ινδονησίας, όμως, όταν ο Σουχάρτο κατέλαβε την εξουσία, «όλοι σχεδόν οι οικονομολόγοι που είχε παραγάγει το πρόγραμμα τοποθετήθηκαν σε κυβερνητικές θέσεις», όπως επισημαίνει ένα επίσημο έγγραφό του. Δεν είχε μείνει σχεδόν κανένας για να διδάσκει τους φοιτητες. Το 1974 ξέσπασαν εθνικιστικές ταραχές στην Ινδονησία εναντίον των «ξένων υπονομευτών» της οικονομίας και το Ίδρυμα Φορντ έγινε στόχος της λαϊκής οργής, καθώς ήταν, όπως πολλοί επεσήμαναν, το ίδρυμα που είχε εκπαιδεύσει τους οικονομολόγους του Σουχάρτο, οι οποίοι εκποιούσαν το πετρέλαιο και τον ορυκτό πλούτο της Ινδονησίας στις Δυτικές πολυεθνικές.
Τα Παιδιά του Σικάγου στη Χιλή και η Μαφία του Μπέρκλεϊ στην Ινδονησία αποτελούσαν δυσφήμιση για το Ίδρυμα Φορντ: Απόφοιτοι δύο κορυφαίων προγραμμάτων του ιδρύματος διαδραμάτιζαν εξέχοντα ρόλο στα δύο περισσότερο διαβόητα για τη βία τους ακροδεξιά δικτατορικά καθεστώτα του κόσμου. Παρόλο που το ίδρυμα δεν μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι οι ιδέες τις οποίες διδάχτηκαν οι υπότροφοί του θα επιβάλλονταν με τόση βαρβαρότητα, πολλοί έθεταν το δυσάρεστο ερώτημα για ποιο λόγο ένα ίδρυμα ταγμένο στην υπηρεσία της ειρήνης και της δημοκρατίας βρέθηκε μπλεγμένο μέχρι το λαιμό στον αυταρχισμό και στη βία.
Είτε λόγω πανικού είτε λόγω κοινωνικής ευσυνειδησίας είτε ενός συνδυασμού και των δύο, το Ίδρυμα Φορντ αντιμετώπισε το πρόβλημα των δικτατοριών με τον τρόπο που θα το έκανε κάθε καλή επιχείρηση: αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 μεταμορφώθηκε από προμηθευτής τεχνογνωσίας στο λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο» στο βασικότερο χρηματοδότη του ακτιβισμού για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αυτή η αλλαγή προσώπου φάνταζε εντελώς ακατανόητη στη Χιλή και στην Ινδονησία. Αφού πρώτα είχε εξαλειφθεί η Αριστερά σε αυτές τις δύο χώρες από καθεστώτα που στη διαμόρφωσή τους είχε συμβάλει το Ίδρυμα Φορντ, τώρα αυτό χρηματοδοτούσε μια νέα γενιά δικηγόρων οι οποίοι αγωνίζονταν για την απελευθέρωση εκατοντάδων χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων που είχαν φυλακιστεί από τα ίδια καθεστώτα.
Δεδομένου του ιδιαίτερα αμφιλεγόμενου παρελθόντος του, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι, όταν το Ίδρυμα Φορντ αποφάσισε να ασχοληθεί με τα ανθρώπινα δικαιώματα, όρισε την υπεράσπισή τους με τη στενότερη δυνατή έννοια. Το ίδρυµα ευνοούσε εµφανώς οµάδες που περιορίζονταν σε νοµικούς αγώνες υπέρ της «κυριαρχίας του νόµου», της «διαφάνειας και της «καλής διακυβέρνησης». Όπως έθεσε το ζήτηµα ένας από τους αξιωµατούχους τους Ιδρύµατος Φορντ, η προσέγγισή του στη Χιλή ήταν «πώς θα µπορέσουµε να το κάνουµε χωρίς να αναµειχθούµε στην πολιτική;». Η στάση αυτή δεν εξηγείται µόνο από το γεγονός ότι το Ίδρυµα Φορντ είναι ένα εγγενώς συντηρητικό ίδρυµα, που υποστηρίζει την επίσηµη εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ χωρίς να έχει εναντιωθεί ποτέ σε αυτή, αλλά και από το ότι οποιαδήποτε σοβαρή έρευνα για τους σκοπούς που εξυπηρετούσε η καταστολή στη Χιλή θα οδηγούσε αναπόφευκτα στο συµπέρασµα ότι το ίδρυµα είχε διαδραµατίσει κεντρικό ρόλο στη µύηση αυτών που κυβερνούσαν τότε τη χώρα σε µια φονταµενταλιστική οικονοµική αίρεση.*
Υπήρχε επίσης το ζήτηµα του αναπόφευκτου δεσµού του ιδρύµατος µε τη Ford Motor Company µια εξαιρετικά πολύπλοκη σχέση, που προβληµάτιζε τους ακτιβιστές. Σήµερα το Ίδρυµα Φορντ είναι εντελώς ανεξάρτητο από την οµώνυµη αυτοκινητοβιομηχανία, αυτό όµως δεν ίσχυε τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, όταν χρηµατοδοτούσε εκπαιδευτικά προγράµµατα στην Ασία και στη Λατινική Αµερική. Το ίδρυµα δηµιουργήθηκε το 1936 χάρη στη δωρεά µετοχών από διευθυντικά στελέχη της Ford Motor, συµπεριλαµβανοµένων των Χένρι και Έντσελ Φορντ. Καθώς ο πλούτος του ιδρύµατος αυξανόταν, άρχισε να λειτουργεί ανεξάρτητα από την εταιρεία, είχε όµως ακόµα επενδύσεις σε µετοχές της Ford Motor µέχρι το 1974 (το έτος που έγινε το πραξικόπηµα στη Χιλή και αρκετά χρόνια µετά το πραξικόπηµα στην Ινδονησία), ενώ µέλη της οικογένειας Φορντ συµµετείχαν στο διοικητικό συµβούλιο του ιδρύµατος µέχρι το 1976.
*Τη δεκαετία του 1950 το Ίδρυµα Φορνι χρησίµευε συχνά ως βιτρίνα για τη CIA, µέσω της οποίας διοχέτευε κονδύλια σε αντιµαρξιστές ακαδηµαϊκούς και καλλιτέχνες, οι οποίοι αγνοούσαν από πού προερχονταν τα χρήµατα. Η διαδικασία αυτή έχει τεκµηριωθεί µε πάρα πολλά στοιχεία στο The Cultural Cold War της Φράνσις Στόνορ Σόντερς. Η Διεθνής Αµνηστία δε χρηµατoδoτoύνταν από το Ίδρυµα Φορντ, ούτε οι Μητέρες της Πλατείας Μαϊου, η πιο ριζοσπαστική οµάδα υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωµάτων στη Λατινική Αµερική. (Σ.τ.Σ.)
Στις χώρες του Νότιου Κώνου οι αντιφάσεις ήταν σουρεαλιστικές: Το φιλανθρωπικό ίδρυµα κληροδότηµα της εταιρείας που διατηρούσε τις πιο στενές σχέσεις µε το µηχανισµό της τροµοκρατίας (και κατηγορούνταν ότι είχε µυστικές εγκαταστάσεις βασανιστηρίων µέσα στα όρια της ιδιοκτησίας της και ότι είχε βοηθήσει στην εξαφάνιση εργατών της) αποτελούσε την καλύτερη αν όχι μοναδική ευκαιρία να σταματήσουν οι χειρότερες από τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Μέσω της χρηματοδότησης ομάδων που υπερασπίζονταν τα ανθρώπινα δικαιώματα το Ίδρυμα Φορντ έσωσε πολλές ζωές εκείνα τα χρόνια. Και πρέπει να του αναγνωριστεί τουλάχιστον ένα μέρος της προσπάθειας να πειστεί το Κογκρέσο των ΗΠΑ να διακόψει τη χορήγηση στρατιωτικής βοήθειας στην Αργεντινή και στη Χιλή, γεγονός που σταδιακά υποχρέωσε τις χούντες στις χώρες του Νότιου Κώνου να περιορίσουν τις πιο βάναυσες από τις κατασταλτικές τακτικές τους. Όμως η βοήθεια του Ιδρύματος Φορντ είχε αντίτιμο, και το αντίτιμο αυτό ήταν είτε συνειδητά είτε όχι η πνευματική εντιμότητα του κινήματος για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η απόφαση του ιδρύματος να ασχοληθεί με τα ανθρώπινα δικαιώματα, χωρίς όμως να «αναμειχθεί στην πολιτική», δημιούργησε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ήταν αδύνατον να τεθούν ερωτήματα για το τι κρυβόταν πίσω από την τεκμηριωμένη χρήση της βίας: Για ποιο λόγο συνέβαιναν όλα αυτά, τι συμφέροντα εξυπηρετούσαν;
Αυτή η παράλειψη συνέβαλε στη διαστρέβλωση του τρόπου με τον οποίο καταγράφτηκε η ιστορία της επανάστασης της ελεύθερης αγοράς, από την οποία απουσιάζει οποιαδήποτε μνεία στις εξαιρετικά βίαιες συνθήκες γέννησής της. Όπως οι οικονομολόγοι της Σχολής του Σικάγου δεν είχαν τίποτα να πουν για τα βασανιστήρια (ουδεμία σχέση είχαν αυτά με τον τομέα ειδίκευσής τους), έτσι και οι ομάδες υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων είχαν ελάχιστα να πουν για το ριζικό μετασχηματισμό στον τομέα της οικονομίας (ήταν πέραν των ορίων του στενά νομικού πεδίου δράσης τους).
Η ιδέα ότι η καταστολή και η οικονομική πολιτική εφαρμόζονταν στην πραγματικότητα στο πλαίσιο ενός ενιαίου σχεδίου αντικατοπτρίζεται μόνο σε μία έκθεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα εκείνης της περιόδου, με τον τίτλο BrasίI: Nunca Mais. Είναι χαρακτηριστικό ότι πρόκειται για τη μοναδική έκθεση από όσες δημοσίευσαν οι διάφορες επιτροπές για την αλήθεια που συντάχθηκε χωρίς την οποιαδήποτε συμμετοχή του κράτους και των ξένων ιδρυμά των. Βασίζεται στα πρακτικά των στρατοδικείων, τα οποία φωτοτύπησαν κρυφά θαρραλέοι δικηγόροι και ακτιβιστές της εκκλησίας ενόσω η χώρα βρισκόταν ακόμα υπό δικτατορικό καθεστώς. Μετά τη λεπτομερή παρουσίαση μερικών από τα πιο φρικτά εγκλήματα, οι συγγραφείς της έκθεσης θέτουν το κομβικό ερώτημα που τόσο επιμελώς αποφεύγουν οι υπόλοιπες: Γιατί; Η απάντηση που δίνεται είναι: «Καθώς η οικονομική πολιτική ήταν εξαιρετικά μη δηµοφιλής στα πιο πολυάριθµα στρώµατα του πληθυσµού, έπρεπε να εφαρµο στεί διά της βίας».
Το αντιδραστικά οικονοµικό µοντέλο, που απέκτησε τόσο βαθιές ρίζες κατά τη διάρκεια των δικτατοριών, θα αποδεικνυόταν ανθεκτικότερο από τους στρατηγούς που το εφάρµοσαν. Πολλά χρόνια αφότου οι στρατιώτες είχαν επιστρέψει στους στρατώνες τους και είχε επιτραπεί στους Λατινοαµερικάνους να εκλέγουν πάλι τις κυβερνήσεις τους, η λογική της Σχολής του Σικάγου παρέµενε σταθερά εδραιωµένη.
Η Αργεντινή δηµοσιογράφος και εκπαιδευτικός Κλάουντια Ακούνια µου έχει πει πόσο δύσκολο ήταν τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 να γίνει κατανοητό ότι η βία δεν ήταν ο σκοπός της χούντας, αλλά µόνο ένα µέσο. «Οι παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωµάτων ήταν τόσο εξωφρενικές, τόσο απίστευτες, ώστε ήταν φυσικό να αποκτήσει προτεραιότητα η αποτροπή τους. Όµως, ενώ καταφέραµε να καταστρέψουµε τα µυστικά κέντρα βασανιστηρίων, δεν µπορέσαµε να καταστρέψουµε το οικονοµικό πρόγραµµα που εγκαινίασε ο στρατό; και συνεχίζεται µέχρι σήµερα».
Τελικά, όπως είχε προβλέψει ο Ροδόλφο Γουόλς, θα χάνονταν πολύ περισσότερες ζωές από την «προσχεδιασµένη εξαθλίωση» παρά από τις σφαίρες. Κατά µία έννοια, αυτό που συνέβη στις χώρες του Νότιου Κώνου τη δεκαετία του 1970 ήταν να αντιµετωπιστούν ως σκηνικό εγκληµατικών δολοφονιών, ενώ στην πραγµατικότητα ήταν περισσότερο σκηνικό εξαιρετικά βίαιων ένοπλων ληστειών. «Ηταν λες και το αίµα, το αίµα των εξαφανισµένων, συγκάλυψε το κόστος του οικονοµικού προγράµµατος», σχολίασε χαρακτηριστικά η Ακούνια.
Η συζήτηση για το αν τα «ανθρώπινα δικαιώµατα» µπορούν να διαχωριστούν από την πολιτική και την οικονοµία δεν αφορά αποκλειστικά τη Λατινική Αµερική. Το ερώτηµα αυτό αναδύεται κάθε φορά που ένα κράτος χρησιµοποιεί τα βασανιστήρια ως πολιτικό όπλο. Παρά τη µυστικότητα που τα περιβάλλει και την κατανοητή παρόρµηση να θεωρούνται µια διεστραµµενη συµπεριφορά που υπερβαίνει τα όρια της πολιτικής, τα βασανιστήρια δεν είναι ούτε ιδιαίτερα περίπλοκα ούτε µυστηριώδη. Ως εργαλείο της πιο απάνθρωπης µορφής καταναγκασµού, επιστρατεύονται µε αρκετά προβλέψιµο τρόπο όποτε κάποιος τοπικός δυνάστης ή ξένος κατακτητής δεν µπορεί να εξασφαλίσει την αναγκαία συναίνεση για να κυβερνήσει, όπως ο Μάρκος στις Φιλιππίνες, ο Σάχης στο Ιράν, ο Σαντάµ στο Ιράκ, οι Γάλλοι στην Αλγερία, οι Ισραηλινοί στα Κατεχόµενα, οι ΗΠΑ στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν.
Ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Οι εκτεταµένες βιαιοπραγίες σε βάρος κρατουµένων είναι µια σχεδόν αλάνθαστη ένδειξη ότι οι πολιτικοί προσπαθούν να επιβάλουν ένα σύστηµα πολιτικό, θρησκευτικό ή οικονοµικό που το απορρίπτουν πολλοί από τους ανθρώπους τους οποίους κυβερνούν. Όπως οι οικολόγοι προσδιορίζουν τα οικοσυστήµατα µε βάση την παρουσία κάποιων «ενδεικτικών ειδών» φυτών και πτηνών, τα βασανιστήρια είναι το «ενδεικτικό χαρακτηριστικό» ενός καθεστώτος που υλοποιεί ένα βαθιά αντιδηµοκρατικό σχέδιο, ακόµα κι αν τυχαίνει το καθεστώς να έχει ανέλθει στην εξουσία µε εκλογές.
Ως µέσο απόσπασης πληροφοριών κατά τη διάρκεια ανακρίσεων τα βασανιστήρια είναι σε µεγάλο βαθµό αναξιόπιστα, όµως ως µέσο τροµοκράτησης και ελέγχου των πληθυσµών τίποτα δεν είναι περισσότερο αποτελεσµατικό. Για αυτόν το λόγο τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 πολλοί Αλγερινοί έχασαν την υποµονή τους µε τους Γάλλους φιλελεύθερους που εξέφραζαν την ηθική τους αγανάκτηση όταν πληροφορούνταν πως Γάλλοι στρατιώτες βασάνιζαν µε ηλεκτροσόκ και εικονικούς πνιγµούς τους µαχητές του αλγερινού απελευθερωτικού κινήµατος, αλλά δεν έκαναν τίποτα για να σταµατήσει η κατοχή της Αλγερίας, που ήταν ο λόγος για αυτές τις βιαιοπραγίες.
Το 1962 η Ζιζέλ Αλιµί, η Γαλλίδα δικηγόρος αρκετών Αλγερινών γυναικών που είχαν βιαστεί και βασανιστεί στις φυλακές, έγραψε απελπισµένη: «Τα λόγια ήταν τα ίδια µπαγιάτικα κλισέ: Από τότε που άρχισαν τα βασανιστήρια στην Αλγερία πάντα τα ίδια λόγια, οι ίδιες εκφράσεις αγανάκτησης, οι ίδιες υπογραφές σε δηµόσια κείµενα διαµαρτυρίας, οι ίδιες υποσχέσεις. Αυτή η µηχανική επανάληψη δεν εµπόδισε τη χρήση ούτε ενός ζευγαριού ηλεκτροδίων, ούτε µιας µάνικας νερού. Και δε µείωσε ούτε στο ελάχιστο τη δύναµη αυτών που τα χρησιµοποιούν». Η άποψη της Σιµόν ντε Μποβουάρ συµπίπτει σε αυτό το ζήτηµα: «Η διαµαρτυρία εν ονόµατι της ηθικής εναντίον “υπερβολών” ή “βιαιοπραγιών” είναι ένα λάθος που υποδηλώνει ενεργό συνενοχή. Δε συµβαίνουν απλώς τυχαίες “βιαιοπραγίες” ή “υπερβολές’” πρόκειται για ένα σύστηµα που διεισδύει στα πάντα».
Το επιχείρηµά της ήταν ότι η κατοχή δεν µπορεί να είναι ανθρώπινη. Δεν υπάρχει ανθρώπινος τρόπος να κυβερνώνται άνθρωποι παρά τη θέλησή τους. υπάρχουν δύο επιλογές, έχει γράψει η Μποβουάρ: ή αποδέχεσαι την κατοχή , και όλες τις µεθόδους που είναι αναγκαίες για την επιβολή της ή, διαφορετικά, απορρίπτεις όχι µόνο κάποιες συγκεκριµένες πρακτικές αλλά και τον ευρύτερο στόχο που τις επικυρώνει και για την επίτευξη του οποίου είναι ουσιώδες. Η ίδια αδυσώπητη επιλογή ισχύει σήµερα για το Ιράκ και για το Ισραήλ/Παλαιστίνη, όπως ίσχυε και για τις χώρες του Νότιου Κώνου τη δεκαετία του 1970. Όπως δεν υπάρχει ήπιος, ευγενικός τρόπος να θέσεις µια χώρα υπό κατοχή παρά τη θέληση των κατοίκων της, δεν υπάρχει ειρηνικός τρόπος να στερήσεις από εκατοµµύρια ανθρώπους όσα χρειάζονται για να ζουν µε αξιοπρέπειακάτι που ήταν αποφασισµένα να κάνουν τα Παιδιά του Σικάγου. Η ληστεία, είτε µιας έκτασης γης είτε ενός τρόπου ζωής, απαιτεί άσκηση βίαςή τουλάχιστον την πειστική απειλή ότι θα ασκηθεί βία. Για αυτόν το λόγο οι ληστές έχουν όπλα, και συχνά τα χρησιµοποιούν. Τα βασανιστήρια είναι απεχθή, αλλά συνήθως αποτελούν έναν εξαιρετικά ορθολογικό τρόπο για να επιτευχθεί µια συγκεκριµένη επιδίωξηµάλιστα, ενδέχεται να είναι ο µοναδικός τρόπος για να επιτευχθεί αυτή η επιδίωξη. Το γεγονός αυτό εγείρει ένα βαθύτερο ερώτηµα, το οποίο πολλοί αδυνατούσαν να θέσουν στη Λατινική Αµερική κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου: Είναι ο νεοφιλελευθερισµός µια εγγενώς βίαιη ιδεολογία, που οι επιδιώξεις της απαιτούν αυτόν το βίαιο κύκλο πολιτικών εκκαθαρίσεων, οι οποίες συνεπάγονται την παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωµάτων;
Μια από τις πιο συγκινητικές απαντήσεις σε αυτό το ερώτηµα έχει δοθεί από τον Σέρχιο Τοµασέγια, καλλιεργητή καπνού και γενικό γραµµατέα των Αγροτικών Ενώσεων της Αργεντινής, ο οποίος βασανίστηκε και φυλακίστηκε για πέντε χρόνια, όπως και η σύζυγός του και πολλοί φίλοι και συγγενείς του.* Τον Μάιο του 1990 ο Τοµασέγια επιβιβάστηκε στο νυχτερινό λεωφορείο για να πάει από την αγροτική επαρχία Κοριέντες στο Μπουένος Άιρες προκειµένου να καταθέσει στο Δικαστήριο Εναντίον της Ατιµωρησίας, το οποίο συγκέντρωνε µαρτυρίες για τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωµάτων κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Η µαρτυρία του Τοµασέγια υπήρξε διαφορετική από όλες τις υπόλοιπες. Στάθηκε µπροστά στο ακροατήριο φορώντας τα αγροτικά του ρούχα και τις γαλότσες του και εξήγησε ότι υπήρξε µια από τις απώλειες ενός µακροχρόνιου πολέµου, του πολέµου ανάµεσα στους φτωχούς χωρικούς που ήθελαν κλήρους γης για να δηµιουργήσουν συνεταιρισµούς και στους παντοδύναµους γαιοκτήµονες που κατείχαν τη µισή γη της επαρχίας. «Υπάρχει µια αδιάλειπτη συνέχεια: Αυτοί που πήραν τη γη από τους Ινδιάνους συνεχίζουν να µας καταπιέζουν µε τις φεουδαλικές δοµές τους».
Επέµεινε ότι οι βιαιοπραγίες σε βάρος του ίδιου και των συντρόφων του δεν µπορούσαν να διαχωριστούν από τα τεράστια οικονοµικά συµφέροντα τα οποία εξυπηρετούσαν οι σωµατικές βλάβες που υπέστησαν και η καταστροφή του συνδικαλιστικού δικτύου τους. Αντί, λοιπόν, να κατονοµάσει τους στρατιώτες που είχαν βιαιοπραγήσει σε βάρος του, επέλεξε να κατονοµάσει τις εταιρείες, ξένες και εγχώριες, που είχαν επωφεληθεί από τη συνεχιζόµενη οικονοµική εξάρτηση της Αργεντινής. «Τα ξένα µονοπώλια µας επιβάλλουν τι θα καλλιεργούµε, µας επιβάλλουν χηµικά λιπάσµατα που µολύνουν τη γη µας, µας επιβάλλουν τεχνολογίες και ιδεολογίες. Και το κάνουν µέσω της ολιγαρχίας που κατέχει τη γη και ελέγχει τους πολιτικούς. Όµως δεν πρέπει να ξεχνάµε ότι και η ολιγαρχία, µε τη σειρά της, ελέγχεται από τα µονοπώλια, από τη Ford Motors, τη Monsanto, τη Philip Morris. Η δοµή είναι αυτό που πρέπει να αλλάξουµε. Αυτό ήρθα να καταγγείλω».
Το ακροατήριο ξέσπασε σε επευφηµίες. Ο Τοµασέγια ολοκλήρωσε την κατάθεσή του µε τα ακόλουθα λόγια: «Πιστεύω ότι η αλήθεια και η δικαιοσύνη θα θριαµβεύσουν τελικά. Θα χρειαστεί να περάσουν γενιές. Αν πεθάνω κατά τη διάρκεια αυτού του αγώνα, ας είναι. Όµως µια µέρα θα θριαµβεύσουµε. Εν τω µεταξύ, γνωρίζω ποιος είναι ο εχθρός και ο εχθρός γνωρίζει ποιος είµαι εγώ».
___________________________________________________________________
* Για τη µαρτυρία αυτή είµαι βαθύτατα υποχρεωµένη στη Μαργκερίτ Φέιτλοβιτς και το εκπληκτικό βιβλίο της A Lexicon of Terror. (Σ.τ.Σ.)
___________________________________________________________________
Η πρώτη απόπειρα των Παιδιών του Σικάγου τη δεκαετία του 1970 θα έπρεπε να είχε χρησιµεύσει ως προειδοποίηση για την ανθρωπότητα: Οι ιδέες τους ήταν επικίνδυνες. Όµως, καθώς η ιδεολογία τους δε θεωρήθηκε υπεύθυνη για τα εγκλήµατα που διαπράχθηκαν σε αυτό το πρώτο πειραµατικό εργαστήρι, αυτή η υποκουλτούρα αµετανόητων ιδεολόγων απέκτησε ασυλία, ελεύθερη να επιδιώξει την επόµενη κατάκτησή της. Σήµερα ζούµε ξανά µια εποχή εταιρικών σφαγών, µε ολόκληρες χώρες να υφίστανται τεράστια στρατιωτική βία παράλληλα µε οργανωµένες προσπάθειες αναµόρφωσής τους µε βάση το µοντέλο της οικονοµίας της «ελεύθερης αγοράς. Οι εξαφανίσεις και τα βασανιστήρια έχουν επανέλθει δριµύτερα. Και για µία ακόµα φορά οι στόχοι στους οποίους αποβλέπει η δηµιουργία ελεύθερων αγορών και η ανάγκη για µια τέτοια βαναυσότητα θεωρείται ότι «ουδεµία σχέση» έχουν µεταξύ τους.
Κεφάλαιο
6
ΕΠΙΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΒΟΜΒΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΝΟΜΟΥΣ
«Μια ένοπλη σύρραξη ανάµεσα σε έθνη
µας προκαλεί φρίκη. Όµως ο οικονοµικός
πόλεµος δεν είναι καλύτερος από µια
ένοπλη σύρραξη. Είναι σαν µια χειρουργική
επέµβαση. Ένας οικονοµικός πόλεµος είναι
ένα παρατεταµένο βασανιστήριο. Και οι
καταστροφές του δεν είναι λιγότερο
τροµακτικές από εκείνες που περιγράφονται
στη βιβλιογραφία για τον καθαυτού
αποκαλούµενο “πόλεµο”.
Δεν πιστεύουµε σε κανένα από τα δύο,
επειδή γνωρίζουµε τις θανατηφόρες
επιπτώσεις τους.
[ ... ] Το κίνηµα εναντίον του πολέµου έχει
καλές προθέσεις. Προσεύχοµαι για την
επιτυχία του.Όµως  µε κατατρώει ο
φόβος ότι το κίνηµα θα αποτύχει αν
δε φτάσει στη ρίζα του κακού:
την ανθρώπινη απληστία».
 
-Μ. Γκάντι, άρθρο µε τίτλο
« Νon Violence The Greatest Force», 1926`
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
ΔΙΑΣΩΣΗ ΧΑΡΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΠΟΛΕΜΟ
Ο ΘΑΤΣΕΡIΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΕΧΘΡΟI ΤΟΥ
«Ανώτατος άρχοντας είναι αυτός που αποφασίζει
πότε υπάρχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης».
-Καρλ Σµιτ, ναζιστής νοµικός
`
 
 
Θάτσερ-Φρίντμαν έξω από το πρωθυπουργικό γραφείο
 
 
 
Όταν ο Φρίντριχ Χάγεκ, ο προστάτης άγιος της Σχολής του Σικάγου, επέστρεψε από µια επίσκεψή του στη Χιλή το 1981, είχε τόσο πολύ εντυπωσιαστεί από τον Αουγκούστο Πινοτσέτ και τα Παιδιά του Σικάγου, ώστε έστειλε µια επιστολή στη φίλη του Μάργκαρετ Θάτσερ, τότε πρωθυπουργό της Βρετανίας. Της συνιστούσε να χρησιµοποιήσει τη λατινοαµερικανική χώρα ως πρότυπο για να µεταµορφώσει την κεϊνσιανική οικονοµία της Βρετανίας. Η Θάτσερ και ο Πινοτσέτ θα γίνονταν αργότερα φίλοι, ενώ είναι πασίγνωστο ότι η Θάτσερ επισκεπτόταν τον ηλικιωµένο στρατηγό όταν βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισµό στην Αγγλία αντιµετωπίζοντας κατηγορίες για γενοκτονία, βασανιστήρια και τροµοκρατία.
Η Βρετανίδα πρωθυπουργός ήταν πολύ καλά εξοικειωµένη µε αυτό που αποκαλούσε «αξιοσηµείωτη επιτυχία της χιλιανής οικονομίας-, περιγράφοντάς τη ως «ένα εντυπωσιακό παράδειγµα οικονοµικής µεταρρύθµισης, από το οποίο µπορούµε να πάρουµε πολλά µαθήµατα». Ωστόσο, παρά το θαυµασµό της για τον Πινοτσέτ, όταν ο Χάγεκ της πρότεινε να αντιγράψει τις πολιτικές της θεραπείας-σοκ, η Θάτσερ δεν πείστηκε. Τον Φεβρουάριο του 1982 η πρωθυπουργός εξήγησε ωµά σε µια επιστολή της στον πνευµατικό της γκουρού: «Είµαι βέβαιη ότι θα συµφωνήσετε µαζί µου πως στη Βρετανία, όπου υπάρχουν δηµοκρατικοί θεσµοί και η ανάγκη για υψηλό βαθµό συναίνεσης, µερικά από τα µέτρα που υιοθετήθηκαν στη Χιλή θα ήταν εντελώς απαράδεκτα. Η µεταρρύθµισή µας θα πρέπει να συµβαδίζει µε τις παραδόσεις και µε το σύνταγµά µας. Ενίοτε η διαδικασία θα µοιάζει οδυνηρά αργή».
Το συµπέρασµα ήταν πως η θεραπεία της Σχολής του Σικάγου δεν ήταν εφικτή σε µια δηµοκρατία όπως το Ηνωµένο Βασίλειο. Η Θάτσερ βρισκόταν στον τρίτο χρόνο της πρώτης θητείας της, βούλιαζε στις δηµοσκοπήσεις και δεν ήταν διατεθειµένη να διακινδυνεύσει µια ήττα στις επόµενες εκλογές εφαρµόζοντας ένα τόσο ριζοσπαστικό και αντιδηµοφιλές οικονοµικό πρόγραµµα σαν αυτό που της πρότεινε ο Χάγεκ.
Για τον Χάγεκ και το κίνηµα το οποίο εκπροσωπούσε, αυτή ήταν µια απογοητευτική αποτίµηση. Το πείραµα στις χώρες του Νότιου Κώνου είχε αποφέρει τόσο εντυπωσιακά κέρδη -αν και µόνο για ελάχιστους-, ώστε οι ολοένα και περισσότερο παγκοσµιοποιηµένες πολυεθνικές να διψούν για νέες κατακτήσεις και όχι µόνο στις αναπτυσσόµενες χώρες αλλά και στις πλούσιες χώρες της Δύσης, όπου τα κράτη έλεγχαν ακόµα πιο προσοδοφόρα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία θα µπορούσαν να εκµεταλλευτούν επικερδώς οι ιδιωτικές εταιρείες: τηλεφωνικές επικοινωνίες, αεροπορικές µεταφορές, ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, εταιρείες ηλεκτρισµού. Αν κάποιοι µπορούσαν να πρωτοστατήσουν στην εφαρµογή αυτής της ατζέντας στον πλούσιο κόσµο, αυτοί ήταν, ασφαλώς, η Θάτσερ στην Αγγλία και ο Αµερικανός τότε Πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν.
Το 1981 το περιοδικό Fortune δηµοσίευσε ένα άρθρο που εκθείαζε το «Θαυµαστό Νέο Κόσµο των Ρεϊγκανοµικών στη Χιλή». Το άρθρο, που εξυµνούσε «τα αστραφτερά, πολυτελή καταστήµατα» και τα «γυαλιστερά καινούρια ιαπωνικά αυτοκίνητα» στο Σαντιάγο, δεν έκανε την παραµικρή µνεία στη διάχυτη καταπίεση και στην εκρηκτική αύξηση των παραγκουπόλεων. «Τι µπορούµε να µάθουµε από το πείραµα της Χιλής πάνω στην οικονοµική ορθοδοξία;» ρωτούσε το άρθρο, για να δώσει στη συνέχεια την ορθή απάντηση: «Αν µια µικρή υπανάπτυκτη χώρα µπορεί να ζήσει µε τη θεωρία του ανταγωνιστικού πλεονεκτήµατος, τότε, ασφαλώς, µπορεί να κάνει το ίδιο και η απείρως πιο εύπορη οικονοµία µας».
Ωστόσο, όπως καθιστούσε σαφές στον Χάγεκ η επιστολή της Θάτσερ, τα πράγµατα δεν ήταν τόσο απλά. Οι εκλεγµένοι ηγέτες ανησυχούν για το τι σκέφτονται οι ψηφοφόροι σχετικά µε την αποδοτικότητα και το έργο τους, που κρίνονται σε τακτά χρονικά διαστήµατα. Και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, παρόλο που στην εξουσία βρίσκονταν ο Ρέιγκαν και η Θάτσερ, οι οποίοι επηρεάζονταν από τις συμβουλές του Χάγεκ και του Φρίντμαν, ήταν αμφίβoλo αν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτή η ριζοσπαστική οικονομική ατζέντα, που είχε επιβληθεί με τόσο κτηνώδη βία στις χώρες του Νότιου Κώνου.
Την προηγούμενη δεκαετία ο Φρίντμαν και το κίνημά του είχαν γνωρίσει μια τεράστια απογοήτευση στις ΗΠΑ από τον Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος μέχρι τότε έδειχνε να συμφωνεί με τις ιδέες τους. Παρόλο που ο Νίξον είχε βοηθήσει τα Παιδιά του Σικάγου να ανέλθουν στην εξουσία στη Χιλή, ακολούθησε έvav πολύ διαφορετικό δρόμο στο εσωτερικό των ΗΠΑ μια ασυνέπεια την οποία δεν του συγχώρεσε ποτέ ο Φρίντμαν. Όταν εξελέγη ο Νίξον το 1969, ο Φρίντμαν σκέφτηκε ότι είχε έρθει επιτέλους η ώρα να ηγηθεί μιας εγχώριας αντεπανάστασης εναντίον της κληρονομιάς του Νιου Ντιλ. «Ελάχιστοι Πρόεδροι έχουν εκφράσει μια φιλοσοφία τόσο συμβατή με τη δική μας», είχε γραφείο Φρίντμαν στον Νίξον.” Οι δύο άντρες συναντιούνταν τακτικά στο Οβάλ Γραφείο και ο Νίξον διόρισε αρκετούς φίλους και συναδέλφους του Φρίντμαν σε σημαντικά οικονομικά αξιώματα. Ένας από αυτούς ήταν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σικάγου Τζορτζ Σουλτς, τον οποίο ο Φρίντμαν στρατολόγησε για να εργαστεί για τον Νίξον. Ένας άλλος ήταν ο Ντόναλντ Ράμσφελντ, τότε τριάντα εφτά ετών. Τη δεκαετία του 1960 ο Ράμσφελντ είχε παρακολουθήσει σεμινάρια στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και αργότερα θα αναφερόταν με ευλάβεια σε αυτές τις συναντήσεις, περιγράφοντας τον Φρίντμαν και τους συναδέλφους του ως «μια ομάδα από ιδιοφυΐες και χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του και τους υπόλοιπους που παρακολουθούσαν τα σεμινάρια «κουτάβια που πήγαιναν να μάθουν μπλέκοντας στα πόδια τους. [ ... ] Ήμουν τόσο προνομιούχος».5 Με πιστούς μαθητές του να διαμορφώνουν την πολιτική και έχοντας ο ίδιος μια στενή προσωπική σχέση με τον Πρόεδρο, ο Φρίντμαν είχε κάθε λό’0 να πιστεύει ότι οι ιδέες του θα εφαρμόζονταν στην πιο ισχυρή οικονομία του κόσμου.
Το 1971 όμως η οικονομία των ΗΠΑ βρισκόταν σε κρίση, η ανεργία ήταν υψηλή και ο πληθωρισμό ς εξωθούσε τις τιμές στα ύψη. Ο Νίξον γνώριζε ότι, αν ακολουθούσε τις συμβουλές του Φρίντμαν, εκατομμύρια οργισμένοι πολίτες θα τον καταψήφιζαν. Αποφάσισε να επιβάλει πλαφόν στα ενοίκια και στις τιμές βασικών αγαθών, όπως το πετρέλαιο. Ο Φρίντμαν έγινε έξαλλος: Από όλες τις πιθανές κρατικές «στρεβλώσεις» η διατίμηση ήταν η χειρότερη. Τη θεωρούσε «καρκίνο που μπορεί να καταστρέψει την ικανότητα ενός οικονομικού συστήματος να λειτουργεί».
Ακόµα πιο ταπεινωτικό ήταν το γεγονός ότι οι ίδιοι οι µαθητές του είχαν εφαρµόσει αυτά τα κεϊνσιανικά µέτρα: Ο Ράµσφελντ ήταν επικεφαλής του προγράµµατος ελέγχου των µισθών και των τιµών και λογοδοτούσε στον Σουλτς, που ήταν ο διευθυντής του Γραφείου Διαχείρισης και Προϋπολογισµού. Κάποια στιγµή ο Φρίντµαν τηλεφώνησε στον Ράµσφελντ στο Λευκό Οίκο και επέπληξε το πρώην «κουτάβι» του. Σύµφωνα µε τον Ράµσφελντ, ο Φρίντµαν του είπε: «Πρέπει να σταµατήσετε αυτά που κάνετε». Ο αρχάριος γραφειοκράτης του απάντησε ότι έµοιαζαν να είναι αποτελεσµατικά: Ο πληθωρισµός µειωνόταν, η οικονοµία µεγεθυνόταν. Ο Φρίντµαν του ανταπάντησε ότι αυτό ήταν το µεγαλύτερο από όλα τα εγκλήµατα: «Οι άνθρωποι θα αρχίσουν να σκέφτονται ότι αυτά που κάνετε είναι σωστά. [ ... ] Θα πάρουν λάθος µάθηµα».’ Πράγµατι αυτό έγινε, καθώς ο Νίξον επανεξελέγη µε ποσοστό 60% το επόµενο έτος. Στη δεύτερη θητεία του ο Πρόεδρος αποµακρύνθηκε ακόµα περισσότερο από την ορθοδοξία του Φρίντµαν, υιοθετώντας µια σειρά από νέους νόµους που επέβαλλαν στις βισμηχανίες πιο αυστηρούς κανόνες ασφάλειας και πιο αυστηρά µέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος. «Είµαστε όλοι κεϊνσιανιστές πια», είχε πει σε µια διάσηµη δήλωσή του ο Νίξον η πιο επώδυνη από όλες τις μαχαιριές. Ήταν τόσο µεγάλη η προδοσία του, ώστε ο Φρίντµαν θα χαρακτήριζε αργότερα τον Νίξον «τον πιο σοσιαλιστή από όλους τους Προέδρους των Ηνωµένων Πολιτειών τον εικοστό αιώνα».
Η στάση του Νίξον ήταν ένα σκληρό µάθηµα για τον Φρίντµαν. Ο καθηγητής του Πανεπιστηµίου του Σικάγου είχε οικοδοµήσει το κίνηµά του πάνω στην εξίσωση του καπιταλισµού µε την ελευθερία, ωστόσο οι ελεύθεροι άνθρωποι δεν ψήφιζαν τους πολιτικούς που ακολουθούσαν τις συµβουλές του. Ακόµα χειρότερα, οι δικτατορίες, όπου απουσιάζει καταφανώς η ελευθερία, ήταν τα µοναδικά καθεστώτα που εφάρµοζαν στην πράξη το δόγµα της ελεύθερης αγοράς. Μεμψιμοιρώντας, λοιπόν, για το γεγονός ότι είχαν προδοθεί στην πατρίδα τους, οι πεφωτισμένοι της Σχολής του Σικάγου είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στις χούντες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970. Οπουδήποτε είχαν την εξουσία ακροδεξιές στρατιωτικές δικτατορίες, η παρουσία του Πανεπιστηµίου του Σικάγου ήταν αισθητή. Ο Χάρµπεργκερ εργάστηκε το 1976 ως σύµβουλος του στρατιωτικού καθεστώτος της Βολιβίας και έγινε επίτιµος καθηγητής του Πανεπιστηµίου του Τουκουµάν στην Αργεντινή το 1979, όταν τα πανεπιστήµια βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο της χούντας.” Επιπλέον· συμβούλευε τον Σουχάρτο και τη Μαφία του Μπέρκλεϊ στην Ινδονησία. Όσο για τον Φρίντµαν, κατέστρωσε ένα οικονοµικό πρόγραµµα φιλελευθεροποίησης για το καταπιεστικό Κομουνιστικό Κόµµα της Κίνας όταν αυτό αποφάσισε να κάνει στροφή προς την οικονοµία της αγοράς.
Ο Στέφαν Χάγκαρντ, ένας σθεναρός νεοφιλελεύθερος πολιτικός επιστήµονας του Πανεπιστηµίου της Καλιφόρνια, έχει παραδεχτεί το «θλιβερό γεγονός» ότι «µερικές από τις πιο ευρείες µεταρρυθµιστικές προσπάθειες στον αναπτυσσόμενο κόσµο πραγµατοποιήθηκαν έπειτα από στρατιωτικά πραξικοπήµατα», αναφέροντας ως παραδείγµατα, εκτός από τις χώρες του Νότιου Κώνου και την Ινδονησία, την Τουρκία, τη Νότια Κορέα και την Γκάνα. Άλλες επιτυχείς προσπάθειες εφαρµογής του νεοφιλελευθερισµού έγιναν όχι έπειτα από στρατιωτικά πραξικοπήµατα, αλλά σε µονοκοµµατικά κράτη, όπως το Μεξικό, η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ και η Ταϊβάν. Σε πλήρη αντίθεση µε το βασικό ισχυρισµό του Φρίντµαν, ο Χάγκαρντ καταλήγει στο συµπέρασµα ότι «τα καλά πράγµατα, όπως η δηµοκρατία και η προσανατολισµένη στην αγορά οικονοµική πολιτική, δε συµβαδίζουν πάντα». Πράγµατι, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 δεν υπήρχε ούτε µία πολυκοµµατική δηµοκρατία η οποία να έχει στραφεί ολοκληρωτικά προς την ελεύθερη αγορά.
Οι αριστεροί στον αναπτυσσόµενο κόσµο, από την πλευρά τους, υποστηρίζουν ότι µια γνήσια δηµοκρατική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας θα ίσχυαν δίκαιοι κανόνες που θα εµπόδιζαν τις εταιρείες να εξαγοράζουν τα αποτελέσµατα των εκλογών, θα οδηγούσε αναγκαστικά στην εκλογή κυβερνήσεων οι οποίες θα αναλάµβαναν να αναδιανείµουν τον πλούτο. Ο λόγος είναι πολύ απλός: Σε αυτές τις χώρες υπάρχουν πολύ περισσότεροι φτωχοί από πλούσιους. Οι πολιτικές που αναδιανέµουν τη γη και αυξάνουν τους µισθούς, και όχι η λογική της «διάχυσης των οικονοµικών οφελών από πάνω προς τα κάτω» trickle-down), είναι αυτές που εξυπηρετούν τα συµφέροντα της φτωχής πλειοψηφίας. Εποµένως, αν όλοι οι πολίτες ψήφιζαν και η εκλογική διαδικασία ήταν στοιχειωδώς δίκαιη, θα εκλέγονταν οι πολιτικοί που θα αύξαναν τις θέσεις εργασίας και θα µοίραζαν τη γη, όχι εκείνοι που θα υπόσχονταν ότι η ελεύθερη αγορά θα οδηγούσε σε ένα καλύτερο µέλλον.
Για όλους αυτούς τους λόγους, ο Φρίντµαν βρισκόταν για αρκετό καιρό αντιµέτωπος µε ένα διανοητικό παράδοξο: Καθώς θεωρούσε τον εαυτό του συνεχιστή της παράδοσης του Άνταµ Σµιθ, πίστευε µε πάθος ότι οι άνθρωποι καθοδηγούνται από το ατοµικό συµφέρον και ότι οι κοινωνίες λειτουργούν καλύτερα αν το ατοµικό συµφέρον καθορίζει όλες σχεδόν τις δραστηριότητες µε εξαίρεση µια «ασήµαντη» δραστηριότητα που ονοµάζεται «ψηφοφορία». Εφόσον οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσµο είτε είναι φτωχοί είτε ζουν µε εισόδηµα κατώτερο από το µέσο κατά κεφαλήν εισόδηµα στις χώρες τους (συµπεριλαµβανοµένων των ΗΠΑ), εξυπηρετούν το βραχυπρόθεσµο ατοµικό συµφέρον τους όταν ψηφίζουν πολιτικούς που υπόσχονται να αναδιανείµουν τον πλούτο από την κορυφή προς τη βάση της οικονοµικής πυραµίδας. Ο µονεταριστής οικονοµολόγος Άλαν Μέλτζερ, για πολλά χρόνια φίλος του Φρίντµαν, έθετε το πρόβληµα ως εξής: «Οι ψήφοι κατανέµονται περισσότερο εξισωτικά από τα εισοδήµατα. […] Οι ψηφοφόροι µε µεσαία ή χαµηλά εισοδήµατα κερδίζουν από την αύξηση των εισοδηµάτων τους». Ο Μέλτζερ αντιµετώπιζε αυτή την αντίδραση ως «µέρος του κόστους της δηµοκρατικής διακυβέρνησης και της πολιτικής ελευθερίας», προσθέτοντας ότι «οι Φρίντµαν [ο Μίλτον και η σύζυγός του Ρόουζ] κολυµπούσαν κόντρα σε αυτό το ισχυρό ρεύµα. Δεν µπορούσαν να το σταµατήσουν ή να το αντιστρέψουν, αλλά επηρέασαν πολύ περισσότερο από ό,τι οι περισσότεροι τον τρόπο µε τον οποίο σκέπτονται και δρουν οι άνθρωποι και οι πολιτικοί.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Θάτσερ προσπαθούσε να επιβάλει µια αγγλική εκδοχή του φριντµανισµού, υπεραµυνόµενη αυτού που έγινε γνωστό ως «κοινωνία των ιδιοκτητών». Η προσπάθειά της επικεντρώθηκε στον τοµέα της κοινωνικής στέγης, δηλαδή στις εργατικές κατοικίες, προς τις οποίες η Θάτσερ ήταν φιλοσοφικά αντίθετη, καθώς πίστευε ότι το κράτος δεν πρέπει να έχει καµία σχέση µε τη στεγαστική αγορά. Οι περισσότερες εργατικές κατοικίες ήταν γεµάτες από ανθρώπους που δεν ψήφιζαν το Συντηρητικό Κόµµα, επειδή κάτι τέτοιο ήταν αντίθετο προς τα ατοµικά οικονοµικά τους συµφέροντα. Η Θάτσερ ήταν πεπεισµένη ότι, αν κατάφερνε να τους εντάξει στην αγορά, τα συµφέροντά τους θα ταυτίζονταν µε εκείνα των πλουσιότερων που αντιτίθεντο στην αναδιανοµή του πλούτου. Έχοντας αυτό κατά νου, πρόσφερε ισχυρά κίνητρα στους ενοίκους των ακινήτων που ανήκαν στο δηµόσιο προκειµένου να αγοράσουν τις κατοικίες τους σε µειωµένες τιµές. Όσοι µπορούσαν να το κάνουν, έγιναν ιδιοκτήτες, ενώ όσοι δεν µπορούσαν, έπρεπε πλέον να καταβάλλουν ενοίκια σχεδόν διπλάσια σε σχέση µε παλαιότερα. Επρόκειτο για µια στρατηγική «διαίρει και βασίλευε» και αποδείχτηκε αποτελεσµατική: Οι ενοικιαστές συνέχισαν να αντιτίθενται στη Θάτσερ, οι άστεγοι στους δρόµους των µεγάλων πόλεων της Βρετανίας αυξήθηκαν σηµαντικά, όµως οι δηµοσκοπήσεις έδειχναν ότι περισσότεροι από τους µισούς νέους ιδιοκτήτες είχαν αλλάξει κοµµατική προτίµηση υπέρ του Συντηρητικού Κόµµατος.
Παρόλο που οι πωλήσεις των ακινήτων που ανήκαν στο δηµόσιο άνοιξαν ένα παράθυρο ελπίδας για τη δυνατότητα να εφαρµοστεί µια σκληροπυρηνική δεξιά οικονομική πολιτική σε μια δημοκρατία, όλα έδειχναν ότι η Θάτσερ ήταν καταδικασμένη να κυβερνήσει μόνο για μία θητεία. Το 1979 το προεκλογικό της σύνθημα ήταν «Οι Εργατικοί δεν αποδίδουν», όμως το 1982 ο αριθμός των ανέργων είχε διπλασιαστεί, όπως και το ποσοστό του πληθωρισμού. Η Θάτσερ είχε προσπαθήσει να τα βάλει με ένα από τα ισχυρότερα συνδικάτα της χώρας, αυτό των ανθρακωρύχων, και είχε αποτύχει. Έπειτα από τρία χρόνια στον πρωθυπουργικό θώκο, η δημοτικότητα της Θάτσερ στις δημοσκοπήσεις είχε πέσει στο 25% ποσοστό μικρότερο από εκείνο του Τζορτζ Μπους στo πιο χαμηλό σημείο του, το πλέον χαμηλό οποιουδήποτε Βρετανού πρωθυπουργού στη μέχρι τότε ιστορία των δημοσκοπήσεων. Η επιδοκιμασία του συνολικού κυβερνητικού έργου είχε καταποντιστεί στο 18%.Με τις γενικές εκλογές να πλησιάζουν επικίνδυνα, ο θατσερισμός κινδύνευε να έχει ένα πρόωρο και άδοξο τέλος, προτού το Συντηρητικό Κόμμα καταφέρει να υλοποιήσει τους περισσότερους από τους φιλόδοξους στόχους του για μαζικές ιδιωτικοποιήσεις και συντριβή των εργατικών συνδικάτων. Ήταν σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία που η Θάτσερ έγραψε στον Χάγεκ, πληροφορώντας τον ευγενικά ότι τα μεταρρθμιστικά μέτρα που υιοθετήθηκαν στη Χιλή θα ήταν «εντελώς απαράδεκτα» στo Ηνωμένο Βασίλειο.
Η καταστροφική πρώτη θητεία της Θάτσερ έμοιαζε να επιβεβαιώνει τα μαθήματα της Προεδρίας του Νίξον: Οι ακραίες και εξαιρετικά κερδοφόρες πολιτικές της Σχολής του Σικάγου δεν μπορούσαν να επιβιώσουν σε ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα. Ήταν σαφές ότι η επιτυχής επιβολή της οικονομικής θεραπείας-σοκ απαιτούσε και κάποιο άλλο είδος σοκ: είτε ένα πραξικόπημα είτε τους θαλάμους βασανιστηρίων ενός καταπιεστικού καθεστώτος.
Η προοπτική αυτή φάνταζε ιδιαίτερα δυσάρεστη για τη Γουόλ Στριτ, επειδή αρκετά αυταρχικά καθεστώτα είχαν αρχίσει να καταρρέουν σε ολόκληρο τον κόσμο στις αρχές της δεκαετίας του 1980 (Ιράν, Νικαράγουα, Ισημερινός, Περού, Βολιβία), ενώ θα ακολουθούσαν ακόμα περισσότερα κατά τη διάρκεια αυτού που ο συντηρητικός πολιτικός επιστήμονας Σάμιουελ Χάντινγκτον έχει ονομάσει «το τρίτο κύμα της δημοκρατίας». Οι εξελίξεις αυτές ήταν ανησυχητικές: Τι θα εμπόδιζε την εμφάνιση ενός νέου Αλιέντε, που θα κέρδιζε ψήφους και υποστήριξη χάρη στις φιλολαϊκές πολιτικές του;
Το 1979 η Ουάσινγκτον είχε παρακολουθήσει το σενάριο αυτό να ξετυλίγεται τόσο στο Ιράν όσο και στη Νικαράγουα. Στο Ιράν ο υποστηριζόμενος από τις ΗΠΑ σάχης ανατράπηκε από ένα συνασπισμό αριστερών και ισλαμιστών. Ενώ στα μέσα ενημέρωσης κυριαρχούσαν οι ειδήσεις για τους αγιατολάχ και τους ομήρους στην πρεσβεία των ΗΠΑ, το οικονομικό πρόγραμμα που εφαρμοζόταν στο Ιράν είχε επίσης σημάνει το συναγερμό στην Ουάσινγκτον. Το ισλαμικό καθεστώς, που δεν είχε ακόμα μετατραπεί σε απολυταρχικό, εθνικοποίησε τον τραπεζικό τομέα και εγκαινίασε ένα πρόγραμμα αναδιανομή της γης. Επιπλέον, επέβαλε περιορισμούς στις εισαγωγές και στις εξαγωγές μια πλήρης αναστροφή της πολιτικής ελεύθερου εμπορίου του σάχη. Πέντε μήνες αργότερα στη Νικαράγουα η υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ δικτατορία του Αναστάσιο Σομόσα Ντεβάιλε ανατράπηκε από μια λαϊκή εξέγερση που έφερε στην εξουσία τους αριστερούς Σαντινίστας. Και αυτοί, όπως οι Ιρανοί, επέβαλαν περιορισμούς στις εισαγωγές και εθνικοποίησαν τον τραπεζικό τομέα.
Οι προβλέψεις για την υλοποίηση του οράματος μιας παγκόσμιας αγοράς ήταν δυσοίωνες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Φρίντμαν και οι οπαδοί του βρίσκονταν αντιμέτωποι με την προοπτική η επανάστασή τους, ηλικίας μικρότερης των δέκα ετών, να μην επιβιώσει του νέου κύματος φιλολαϊκής οικονομικής πολιτικής.
Ο πόλεμοs τηs σωτηρίας
Eξι βδομάδες αφότου η Θάτσερ έγραψε την επιστολή στον Χάγεκ, συνέβη κάτι που την έκανε να αναθεωρήσει και άλλαξε το πεπρωμένο της κορπορατικής σταυροφορίας: Στις 2 Απριλίου 1982 η Αργεντινή εισέβαλε στα νησιά Φόκλαντ. απομεινάρι της βρετανικής αποικιοκρατίας. Ο πόλεμος των Φόκλαντ -ή πόλεμος των Μαλβίνων, όπως τον αποκαλούν οι Αργεντινοί έμεινε στην ιστορία ως μια σκληρή αλλά ήσσονος σημασίας σύρραξη. Τα Φόκλαντ, που βρίσκονται στα ανοιχτά των ακτών της Αργεντινής, δεν είχαν πλέον στρατηγική αξία. Το σύμπλεγμα των νήσων απείχε χιλιάδες χιλιόμετρα από τη Βρετανία, ενώ το κόστος της πρoστασίας και της διατήρησής τους ως αποικίας ήταν μεγάλο. Αλλά και για την Αργεντινή είχαν ελάχιστη χρησιμότητα, παρόλο που η ύπαρζη ενός βρετανικού προκεχωρημένου φυλακίου στα ύδατά της συνιστούσε προσβολή για την εθνική υπερηφάνεια. Ο διάσημος Αργεντινός συγγραφέας Xόρχε Λουίς Μπόρχες έχει περιγράψει δηκτικά τη διαμάχη για τα νησιά ως «καβγά ανάμεσα σε δύο φαλακρούς για μια χτένα».
Από στρατιωτική άποψη, η διάρκειας έντεκα βδομάδων σύρραξη δεν έχει σχεδόν καμία ιστορική σημασία. Ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπουμε τον αντίκτυπο του πολέµου στο σχέδιο για την επιβολή της ελεύθερης αγοράς, ο οποίος ήταν τεράστιος: Ο πόλεµος των Φόκλαντ έδωσε στη Θάτσερ την πολιτική κάλυψη που χρειαζόταν για να εφαρµόσει για πρώτη φορά ένα πρόγραµµα ριζικού καπιταλιστικού µετασχηµατισµού σε µια Δυτική φιλελεύθερη δηµοκρατία.
Και τα δύο µέρη είχαν καλούς λόγους να θέλουν τον πόλεµο. Το 1982 η οικονοµία της Αργεντινής κατέρρεε υπό το βάρος του χρέους και της διαφθοράς, ενώ η εκστρατεία για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωµάτων είχε αρχίσει να αποκτά ορµή. Η νέα χουντική κυβέρνηση, µε επικεφαλής το στρατηγό Λεοπόλδο Γκαλτιέρι, θεώρησε ότι µόνο τα αντι-ιµπεριαλιστικά αισθήµατα θα µπορούσαν να αντισταθµίσουν την οργή για τη συνεχιζόµενη κατάπνιξη της δηµοκρατίας, κι έτσι τα υποδαύλισε εντέχνως εναντίον της Βρετανίας µε πρόσχηµα την άρνηση εκ µέρους της να παραχωρήσει τα νησιά. Πολύ σύντοµα η κυανή και λευκή σηµαία της Αργεντινής κυµάτιζε πάνω στο βραχώδες προκεχωρηµένο φυλάκιο και η χώρα πανηγύριζε υποβολιµαία.
Πόλεμος στα Φόκλαντ
Μόλις η Θάτσερ πληροφορήθηκε ότι η Αργεντινή είχε καταλάβει τα Φόκλαντ, κατάλαβε ότι ήταν η τελευταία της ευκαιρία να αλλάξει το πολιτικό της πεπρωµένο και υιοθέτησε αµέσως το αρειµάνιο ύφος του Τσώρτσιλ. Μέχρι τότε η Θάτσερ αντιµετώπιζε µε αποστροφή το θέµα των Φόκλαντ εξαιτίας της οικονοµικής επιβάρυνσης που αυτά συνεπάγονταν για τα κρατικά ταµεία. Είχε µειώσει τα κονδύλια για τα νησιά και είχε ανακοινώσει σηµαντικές περικοπές για το πολεµικό ναυτικό ανάµεσα στα πλοία που θα παροπλίζονταν ήταν και εκείνα που προστάτευαν τα Φόκλαντ. Οι Αργεντινοί στρατηγοί ερµήνευσαν αυτές τις ενέργειες ως σαφείς ενδείξεις πως η Βρετανία ήταν έτοιµη να παραχωρήσει τα νησιά. (Ένας από τους βιογράφους της Θάτσερ έχει αναφερθεί στην πολιτική της για τα Φόκλαντ ως «µια πρόσκληση, επί της ουσίας, προς την Αργεντινή να εισβάλει».) Πριν ξεκινήσουν οι πολεµικές επιχειρήσεις, η Θάτσερ δέχτηκε επικρίσεις από όλο το πολιτικό φάσµα ότι χρησιµοποιούσε το στρατό για τις προσωπικές πολιτικές της επιδιώξεις. Ο βουλευτής των Εργατικών Τόνι Μπεν δήλωσε: «Γίνεται ολοένα και περισσότερο σαφές πως το διακύβευµα είναι η αίγλη της κυρίας Θάτσερ και όχι τα νησιά Φόκλαντ», ενώ οι συντηρητικοί Finαncial Times επεσήµαναν: «Είναι λυπηρό το γεγονός ότι στο ζήτηµα έχουν αρχίσει να εµφιλοχωρούν οι πολιτικές διαφορές στο εσωτερικό της Βρετανίας, οι οποίες δεν έχουν καµία σχέση µε το εν λόγω θέµα. Δε διακυβεύεται µόνο η τιµή της κυβέρνησης της Αργεντινής. Το ίδιο ισχύει και για το κύρος, ενδεχοµένως και για την επιβίωση, της κυβέρνησης των Συντηρητικών’ στη Βρετανία».
Ωστόσο, παρά τον υγιή αυτό κυνισµό στην αντιµετώπιση του όλου ζητήµατος πριν από την έναρξη των πολεµικών επιχειρήσεων, αµέσως µόλις άρχισε η ανάπτυξη των στρατευµάτων επικράτησε στην Βρετανία αυτό που το προσχέδιο µιας απόφασης του Εργατικού Κόµµατος περιέγραφε ως «σοβινιστική, µιλιταριστική νοοτροπία», η οποία παρουσίαζε τον πόλεµο στα νησιά Φόκλαντ ως την τελευταία ένδοξη σελίδα της παρηκµασµένης βρετανικής αυτοκρατορίας. Η Θάτσερ εκθείαζε το «πνεύµα των Φόκλαντ» που κυριαρχούσε στο έθνος, καθώς στην πράξη αυτό σήµαινε ότι σιγούσαν οι φωνές «Διώξτε τη σκύλα!» όσο σηµείωναν ρεκόρ πωλήσεων τα µπλουζάκια που έγραφαν «Άντε Γαµήσου, Χούντα!». Ούτε το Λονδίνο ούτε το Μπουένος Άιρες κατέβαλαν κάποια σοβαρή προσπάθεια να αποφευχθεί η σύρραξη, Η Θάτσερ παραµέρισε τα Ηνωµένα Έθνη (όπως ακριβώς θα έκαναν ο Μπους και ο Μπλερ πριν από τον πόλεµο στο Ιράκ), αδιαφορώντας πλήρως για τη διεξαγωγή διαπραγµατεύσεων ή την επιβολή κυρώσεων στην Αργεντινή. Μια ένδοξη νίκη ήταν η µοναδική έκβαση που ενδιέφερε και τα δύο µέρη.
Η Θάτσερ αγωνιζόταν για το πολιτικό της µέλλον, και πέτυχε το στόχο της µε εντυπωσιακό τρόπο. Μετά τη νίκη στον πόλεµο των Φόκλαντ, στον οποίο σκοτώθηκαν 255 Βρετανοί στρατιώτες και 655 Αργεντινοί, η πρωθυπουργός εξυµνήθηκε ως πολεµική ηρωίδα και το προσωνύµιό της «Σιδηρά Κυρία» µετατράπηκε από προσβολή σε εγκώµιο. Η δηµοτικότητά της στις δηµοσκοπήσεις διπλασιάστηκε κατά τη διάρκεια του πολέµου και από 25% στην έναρξη της σύρραξης έφτασε στο 59% στο τέλος της, ανοίγοντάς της το δρόµο για την αποφασιστική νίκη που σηµείωσε στις εκλογές του επόµενου έτους.
Η ανακατάληψη των Φόκλαντ από το βρετανικό στρατό έφερε την κωδική ονοµασία «Επιχείρηση Εταιρεία» (Operation Corporate), και, παρότι πρόκειται για ένα αλλόκοτο όνοµα για µια πολεµική εκστρατεία, αποδείχτηκε προφητικό. Η Θάτσερ χρησιµοποίησε την τεράστια δηµοτικότητα που απέκτησε χάρη στη νίκη για να πραγµατοποιήσει την κορπορατική επανάσταση την οποία θεωρούσε ανέφικτη πριν από τον πόλεµο, όπως είχε γράψει στον Χάγεκ. Όταν το 1984 απήργησαν οι ανθρακωρύχοι, η Θάτσερ παρουσίασε την αντιπαράθεση ως µια συνέχεια του πολέµου µε την Αργεντινή, απαιτώντας µια εξίσου βίαιη επίλυση. Είναι πλέον διάσηµη η δήλωσή της: «Επρεπε να πολεµήσουµε τον εξωτερικό εχθρό στα Φόκλαντ και τώρα πρέπει να πολεµήσουµε τον εσωτερικό εχθρό, ο οποίος είναι ένας πολύ πιο δύσκολος αντίπαλος, αλλά εξίσου επικίνδυνος για την ελευθερία». Έχοντας καταγράψει τους Βρετανούς εργάτες ως «εσωτερικό εχθρό», η Θάτσερ εξαπέλυσε όλη την ισχύ του κράτους εναvτίoν των απεργών. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, 8.000 αστυνομικοί οπλισμένοι με κλομπ, πολλοί από αυτούς έφιπποι, επιτέθηκαν σε εργάτες που διαδήλωναν έξω από ένα εργοστάσιο, με συνέπεια να υπάρξουν σχεδόν 700 τραυματίες. Όπως ο δημοσιογράφος του Gardiαn Σέουμας Μίλνε τεκμηριώνει στο The Enemy Within: Thatcher’s Secret War αgainst the Miners, στο οποίο υπάρχει η πιο ολοκληρωμένη περιγραφή των γεγονότων, η πρωθυπουργός πίεζε τις μυστικές υπηρεσίες να εντατικοποιήσουν την παρακολούθηση των μελών του συνδικάτου, και κυρίως του μαχητικού ηγέτη του Άρθουρ Σκάργκιλ. Επακολούθησε η πιο φιλόδοξη επιχείρηση παρακολουθήσεων που διεξήχθη ποτέ στη Βρετανία». Στο συνδικάτο διείσδυσαν πολλοί πράκτορες και πληροφοριοδότες, Ενώ παρακολουθούνταν τα τηλέφωνα και οι κατοικίες όλων των συνδικαλιστών, ακόμα και το λαϊκό εστιατόριο όπου σύχναζαν οι ηγέτες του συνδικάτου. Στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής των Κοινοτήτων κυκλοφορούσε η φήμη ότι το ανώτερο διοικητικό στέλεχος του συνδικάτου ήταν πράκτορας της ΜΙ5 και είχε ως αποστολή του «να αποσταθεροποιήσει και να υπονομεύσει το συνδικάτο», κάτι που ο ίδιος διέψευσε.
Ο Νάιτζελ Λόσον, υπουργός Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια της απεργίας, έχει εξηγήσει ότι η κυβέρνηση Θάτσερ θεωρούσε εχθρό της το συνδικάτο των ανθρακωρύχων.«Ηταν όπως όταν εξοπλιζόμασταν για να αντιμετωπίσουμε την απειλή του Χίτλερ στα τέλη της δεκαετίας του 1930», δήλωσε ο Λόσον μία δεκαετία μετά. «Επρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι». Όπως συνέβη και με τον πόλεμο των Φόκλαντ, δεν υπήρχε το παραμικρό ενδιαφέρον για διαπραγματεύσεις, αλλά μια στοχευμένη αποφασιστικότητα να συντριβεί το συνδικάτο, ανεξαρτήτως του κόστους (και, με 3.000 έκτακτους αστυνομικούς, το κόστος ήταν τεράστιο). Ο Κόλιν Νέιλορ, αρχιφύλακας που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης, την έχει περιγράψει ως «εμφύλιο πόλεμο».
Μέχρι το τέλος του 1985 η Θάτσερ είχε κερδίσει και αυτό τον πόλεμο: Οι εργάτες πεινούσαν και δεν μπορούσαν να αντέξουν. Τελικά, απολύθηκαν 996 άνθρωπoι. Ήταν μια συντριπτική ήττα για το πιο ισχυρό συνδικάτο της Βρετανίας, που έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα στις υπόλοιπες συνδικαλιστικές ενώσεις: Αν η Θάτσερ ήταν διατεθειμένη να φτάσει στα άκρα για να λυγίσει τους ανθρακωρύχους, από τους οποίους ολόκληρη η χώρα εξαρτιόταν για το φωτισμό και τη θέρμανσή της, θα ήταν σκέτη αυτοκτονία για τα ασθενέστερα συνδικάτα που τα μέλη τους εργάζονταν σε λιγότερο κρίσιμους τομείς της οικονοµίας να αµφισβητήσουν τη νέα οικονοµική τάξη πραγµάτων. Ήταν προτιµότερο να δεχτούν ό,τι τους πρόσφεραν. Επρόκειτο για ένα µήνυµα παρόµοιο µε αυτό που ο Ρόναλντ Ρέιγκαν έστειλε µε την αντίδρασή του στην απεργία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας λίγους µήνες µόνο µετά την εκλογή του στο προεδρικό αξίωµα. Επειδή δεν είχαν πάει να δουλέψουν, «έχουν απολέσει τις θέσεις εργασίας τους και θα εκδιωχθούν αµέσως», είχε δηλώσει ο Ρέιγκαν. Για να απολύσει στη συνέχεια 11.400 από τους πιο σηµαντικούς για τη λειτουργία της χώρας εργαζόµενους ένα σοκ από το οποίο δεν έχει ακόµα συνέλθει πλήρως το εργατικό κίνηµα στις ΗΠΑ.
Στη Βρετανία η Θάτσερ χρησιµοποίησε τις νίκες της στον πόλεµο των Φόκλαντ και σε βάρος των ανθρακωρύχων για να προωθήσει την αντιδραστική οικονοµική της ατζέντα. Μεταξύ 1984 και 1985 η κυβέρνησή της ιδιωτικοποίησε, µεταξύ άλλων, τις British Telecom, British Gas, British Airways, British Airport Authority και British Steel, ενώ πούλησε τις µετοχές της British Petroleum που διέθετε το κράτος.
Όπως η τροµοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεµβρίου έδωσε σε έναν Πρόεδρο µε χαµηλή δηµοτικότητα τη δυνατότητα να εξαπολύσει ένα µαζικό κύµα ιδιωτικοποιήσεων (ο Μπους ιδιωτικοποίησε τους τοµείς της ασφάλειας, της διεξαγωγής πολεµικών επιχειρήσεων και της ανοικοδόµησης [του Ιράκ και της Νέας Ορλεάνης]), η Θάτσερ χρησιµοποίησε τον πόλεµο των Φόκλαντ για να πραγµατοποιήσει τις πρώτες µαζικές ιδιωτικοποιήσεις, εκποιήσεις σε µια Δυτική δηµοκρατία. Αυτή ήταν η πραγµατική «Επιχείρηση Εταιρεία», και είχε ιστορικές συνέπειες. Ο επιτυχής τρόπος µε τον οποίο η Θάτσερ εκµεταλλεύτηκε τον πόλεµο των Φόκλαντ αποτελούσε την πρώτη απόδειξη ότι το οικονοµικό πρόγραµµα της Σχολής του Σικάγου δε χρειαζόταν στρατιωτικές δικτατορίες και θαλάµους βασανιστηρίων για να προωθηθεί. Η Θάτσερ απέδειξε ότι, όταν σοβεί µια αρκετά σηµαντική κρίση, είναι εφικτό να επιβληθεί µια περιορισµένη εκδοχή της θεραπείας-σοκ σε µια δηµοκρατία.
`
Παρ’ όλα αυτά, η Θάτσερ χρειάστηκε έναν εχθρό για να ενώσει τη χώρα, ένα σύνολο ειδικών συνθηκών που να αιτιολογούν τη λήψη µέτρων έκτακτης ανάγκης και την καταστολή, µια κρίση που την έκανε να φαντάζει σκληρή και αποφασιστική αντί για απάνθρωπη και οπισθοδροµική. Ο πόλεµος εξυπηρέτησε τέλεια τις επιδιώξεις της, όµως τα Φόκλαντ ήταν µια «ανωµαλία» στις αρχές της δεκαετίας του 1980, µια επιστροφή στις παλαιότερες αποικιοκρατικές συρράξεις. Αν η δεκαετία του 1980 σηµατοδοτούσε όντως την αυγή µιας νέας εποχής ειρήνης και δημοκρατίας, όπως ισχυρίζονταν πολλοί, τότε πόλεμοι όπως αυτός των Φόκλαντ θα ήταν υπερβολικά σπάνιοι για να αποτελέσουν τη βάση ενός παγκόσμιου πολιτικού σχεδίου.
Το 1982 ο Μίλτον Φρίντμαν έγραψε το ακόλουθο απόσπασμα που άσκησε μεγάλη επιρροή και συνοψίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το δόγμα του σοκ: Μόνo μια κρίση -είτε είναι είτε απλώς εκλαμβάνεται ως πραγματική οδηγεί σε πραγματικές αλλαγές. Όταν ξεσπάει μια κρίση, οι δράσεις που αναπτύσσονται εξαρτώνται από τις περιρρέουσες ιδέες. Πιστεύω ότι αυτή πρέπει να είναι η βασική λειτουργία μας: να αναπτύσσουμε εναλλακτικές πολιτικές που θα αντικαταστήσουν τις υπάρχουσες, να τις διατηρούμε ζωντανές και διαθέσιμες, έως ότου το πολιτικά αδύνατον καταστεί πολιτικά αναπόφευκτο». Το απόσπασμα αυτό θα γινόταν ένα είδος τελετουργικά επαναλαμβανόμενης προσευχής για το νεοφιλελεύθερο κίνημα στη νέα δημοκρατική εποχή. Ο Άλαν Μέλτζερ επεξεργάστηκε περαιτέρω αυτή τη συλλογιστική: «Οι ιδέες είναι εναλλακτικές λύσεις που περιμένουν μια κρίση για να χρησιμεύσουν ως καταλύτες αλλαγών. Το μοντέλο επιρροής του Φρίντμαν συνίστατο στη νομιμοποίηση των ιδεών προκειμένου αυτές να καταστούν ανεκτές και να θεωρηθεί ότι αξίζει τον κόπο να εφαρμοστούν όταν εμφανιστεί η ευκαιρία».
Το είδος της κρίσης που είχε κατά νου ο Φρίντμαν δεν ήταν στρατιωτική, αλλά οικονομική. Αυτό που εννοούσε ήταν πως, υπό φυσιολογικές συνθήκες, οι οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται στη βάση μιας διελκυστίνδας ανάμεσα σε αντικρουόμενα συμφέροντα: Οι εργαζόμενοι επιθυμούν θέσεις εργασίας και αυξήσεις, οι ιδιοκτήτες επιδιώκουν χαμηλούς φόρους και χαλαρές ρυθμίσεις, και οι πολιτικοί προσπαθούν να επιτύχουν μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτές τις αντικρουόμενες δυνάμεις. Ωστόσο, αν ξεσπάσει μια οικονομική κρίση και είναι αρκετά σοβαρή (η κατάρρευση ενός νομίσματος, ένα κραχ στην αγορά, μια μείζων ύφεση), επισκιάζει όλα τα άλλα και οι ηγέτες είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι είναι αναγκαίο -ή ισχυρίζονται πως είναι αναγκαίο εν ονόματι της αντιμετώπισης μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Κατά μία έννοια, οι κρίσεις είναι περίοδοι αναστολής της δημοκρατίας κενά στο συνηθισμένο πολιτικό βίο, κατά τη διάρκεια των οποίων δε φαίνεται να υφίσταται η ανάγκη μα συγκατάθεση και συναίνεση.
Η ιδέα ότι τα κραχ των αγορών μπορούν να επενεργήσουν ως καταλύτες επαναστατικών αλλαγών έχει μια μακρόχρονη παράδοση στην άκρα Αριστερά, µε πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα την µπολσεβίκικη θεωρία ότι ο υπερ· πληθωρισµός, εξαιτίας της υποβάθµισης της αξίας του χρήµατος, οδηγεί τις µάζες ένα βήµα πιο κοντά στο να καταστρέψουν τον ίδιο τον καπιταλισµό. Η θεωρία αυτή εξηγεί για ποιο λόγο µια συγκεκριµένη κατηγορία αριστερών σεχταριστών αναλώνεται πάντα στον ακριβή υπολογισµό των συνθηκών κάτω από τις οποίες ο καπιταλισµός θα φτάσει «στην κρίση», µε τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι ευαγγελιστές καταγράφουν ένα προς ένα τα σηµάδια της επερχόµενης Αποκάλυψης. Στα µέσα της δεκαετίας του 1980 αυτή η κοµουνιστική ιδέα επανήλθε δυναµικά στο προσκήνιο, καθώς την υιοθέτησαν οι οικονοµολόγοι της Σχολής του Σικάγου για να υποστηρίξουν ότι, όπως τα κραχ στις αγορές µπορούν να επισπεύσουν µια αριστερή επανάσταση, µπορούν επίσης να χρησιµοποιηθούν ως έναυσµα για δεξιές αντεπαναστάσεις µια θεωρία που έγινε γνωστή ως «η υπόθεση της κρίσης».
Tο ενδιαφέρον του Φρίντµαν για τις κρίσεις αποτελούσε επίσης µια σαφή προσπάθεια να διδαχτεί από τις νίκες της Αριστεράς µετά τη Μεγάλη Υφεση: Όταν κατέρρευσε η αγορά, ο Κέινς και οι µαθητές του, που µέχρι τότε αποτελούσαν «φωνή βοώντος εν τη ερήµω», ήταν έτοιµοι να προωθήσουν τις ιδέες τους: τις λύσεις του Νιου Ντιλ. Τη δεκαετία του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Φρίντµαν και οι «εγγυήτριες εταιρείες» προσπάθησαν να µιµηθούν αυτή τη διαδικασία, βάζοντας τη δική τους ιδεολογική σφραγίδα σχετικά µε τον τρόπο αντίδρασης σε µια καταστροφή. Οικοδόµησαν επιµελώς ένα δίκτυο δεξιών «δεξαµενών σκέψης», συµπεριλαµβανοµένων Των Heritage και Cato, και δηµιούργησαν το πιο σηµαντικό όχηµα για τη διάδοση των απόψεων του Φρίντµαν, τη σειρά δέκα επεισοδίων Free to Choose, που προβλήθηκε από το PBS, καθ’ υπαγόρευση µερικών από τις µεγαλύτερες εταιρείες στον κόσµο, συµπεριλαµβανοµένων των Getty Οil, Firestone Tire & Rubber Co., PepsiCo, General Motors, Bechtel και General Mills. Ο Φρίντµαν ήταν αποφασισµένος ότι, όταν θα ξεσπούσε η επόµενη κρίση, οι µόνοι έτοιµοι να προτείνουν ιδέες και λύσεις θα ήταν τα δικά του Παιδιά του Σικάγου.
Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Φρίντµαν διατύπωσε για πρώτη φορά τη θεωρία των κρίσεων, οι ΗΠΑ ήταν βυθισµένες σε ύφεση, αντιµέτωπες µε το διπλό φάσµα του πληθωρισµού και της ανεργίας. Οι πολιτικές της Σχολής του Σικάγου, που σήµερα είναι γνωστές ως Reagαnomics, «ρεϊγκανοµικά», παραπέµποντας στην οικονοµική πολιτική του Ρέιγκαν, κυριαρχούσαν στην Ουάσινγκτον, ωστόσο ακόµα και ο Ρέιγκαν δεν τολµούσε να επιβάλει τη σαρωτική θεραπεία-σοκ που οραµατιζόταν ο Φρίντµαν, το είδος της θεραπείας που είχε συνταγογραφήσει για τη Χιλή.
Για µία ακόµα φορά µια λατινοαµερικανική χώρα θα γινόταν πεδίο δοκιµών για τη θεωρία των κρίσεων του Φρίντµαν και αυτή τη φορά δε θα ηγούνταν τα Παιδιά του Σικάγου, αλλά ένα νέο είδος «δόκτορα του σοκ», περισσότερο προσαρµοσµένο στη νέα δηµοκρατική εποχή.
Σεπτέμβριος 1973: το Προεδρικό μέγαρο του Σαντιάγο βομβαρδισμένο από αεροπλάνα μετά το πραξικόπημα της χούντας Πινοτσέτ.
Κεφάλαιο
7
ΒΟΛΙΒΙΑ
Ο NΕOΣ ΔΟΚΤΟΡΑΣ ΤΟΥ ΣΟΚ
Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ
«Η οικονοµική κατάσταση της Βολιβίας
µπορεί άνετα να συγκριθεί µε την περίπτωση
ενός καρκινοπαθούς: Γνωρίζει ότι βρίσκεται
αντιµέτωπος µε την πιο επικίνδυνη και
επώδυνη  εγχείρηση, όπως αναµφίβολα
θα είναι η νοµισµατική σταθεροποίηση και
ένας αριθµός άλλων µέτρων, ωστόσο δεν
έχει άλλη εναλλακτική λύση.»
Κορνίλιους Ζόνταγκ, οικονοµικός σύµβουλος
των ΗΠΑ στη Βολιβία, 19561
`
«Η χρησιµοποίηση του καρκίνου στον
πολιτικό λόγο ενθαρρύνει τη µοιρολατρία
και αιτιολογεί τη λήψη” αυστηρών” µέτρων,
ενώ, επιπλέον, ενισχύει σηµαντικά τη
διάδοση της ιδέας ότι η ασθένεια είναι
αναγκαστικά µοιραία. Η έννοια της
ασθένειας δεν είναι ποτέ αθώα.
Ωστόσο θα µπορούσε κανείς να υποστηρίξει
ότι οι µεταφορές για τον καρκίνο είναι εγγενώς
γενοκτονικές»,
-Σούζαν Σόνταγκ, Illness as Metaphor, 1977
[Η Νόσος ως Μεταφορά, Ύψιλον, 2006
Tο 1985 το δηµοκρατικό κύµα που σάρωνε τον αναπτυσσόµενο κόσµο έφτασε στη Βολιβία. Δεκαοχτώ από τα είκοσι προηγούµενα χρόνια οι Βολιβια είχαν ζήσει κάτω από κάποια µορφή δικτατορίας. Τώρα πια είχαν την ευκαρία να επιλέξουν σε εθνικές εκλογές τον Πρόεδρό τους.
Ωστόσο η ανάκτηση του ελέγχου της οικονοµίας της Βολιβίας σε εκείνη τη συγκεκριμένη συγκυρία δεν έμοιαζε τόσο με έπαθλο όσο με τιμωρία: Το χρέος της χώρας ήταν τόσο μεγάλο, ώστε το ποσό που έπρεπε να καταβάλει για τοκοχρεολύσια ξεπερνούσε το σύνολο του κρατικού προϋπολογιόμού. Το προηγούμενο έτος η κυβέρνηση του Ρόναλντ Ρέιγκαν είχε εξωθήσει τη χώρα στο χείλος του γκρεμού, χρηματοδοτώντας μια πρωτοφανή επίθεση εναντίον των καλλιεργητών της κόκας, του φυτού που από την επεξεργασία των πράσινων φύλλων του προέρχεται η κοκαίνη. Η κατάσταση πολιορκίας, που μετέτρεψε ένα μεγάλο μέρος της Βολιβίας σε εμπόλεμη ζώνη, δε στραγγάλισε μόνο το εμπόριο της κόκας, αλλά μείωσε σχεδόν κατά το ήμισυ τα έσοδα της χώρας από τις εξαγωγές, προκαλώντας κατάρρευση της οικονομίας. Όπως έγραψαν οι New York Times, «όταν ο στρατός έφτασε τον Αύγουστο στην περιοχή Τσαπάρε, κλείνοντας εν μέρει τον αγωγό των ναρκωδολαρίων, το κύμα του σοκ έπληξε αμέσως την ευημερούσα μαύρη αγορά δολαρίων. [ ... ] Σε λιγότερο από μία βδομάδα μετά την εισβολή στο Τσαπάρε η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να μειώσει κατά το ήμισυ την επίσημη ισοτιμία του πεσο». Μερικούς μήνες μετά ο πληθωρισμός είχε δεκαπλασιαστεί και χιλιάδες κάτοικοι εγκατέλειπαν τη χώρα για να αναζητήσουν δουλειά στην Αργεντινή, στη Βραζιλία, στην Ισπανία και σικ Ηνωμένες Πολιτειες.
Σε αυτές τις συνθήκες αστάθειας, με τον πληθωρισμό στο 14.000%, διεξήχθησαν στη Βολιβία οι ιστορικές εθνικές εκλογές του 1985. Η αναμέτρηση ήταν ανάμεσα σε δύο οικεία στους Βολιβιανούς πρόσωπα: τον πρώην δικτάτορα Ούγο Μπάνσερ και τον πρώην εκλεγμένο Πρόεδρο Βίκτορ Πας Εστενσόρο. Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν αμφίρροπο και την τελική απόφαση θα λάμβανε το Κογκρέσο της Βολιβίας, ωστόσο οι παράγοντες του κόμματος του Μπάνσερ ήταν βέβαιοιoι πως είχαν κερδίσει. Πριν ανακοινωθεί το οριστικό αποτέλεσμα, το κόμμα του Μπάνσερ ζήτησε από τον ελάχιστα γνωστό τριαντάχρονο οικονομολόγο Τζέφρι Σάκς να βοηθήσει στην προετοιμασία ενός αντιπληθωριστικού οικονομικού προγράμματος. Ο Σάκς ήταν ο ανερχόμενος αστέρας του Τμήματος Οικονομικών του Χάρβαρντ, έχοντας τιμηθεί με πολλές ακαδημαϊκές διακρίσεις και όντας ένας από τους νεότερους τακτικούς καθηγητές του πανεπιστημίου. Μερικούς μήνες νωρίτερα μια αντιπροσωπεία Βολιβιανών πολιτικών είχαν επισκεφθεί το Χάρβαρντ, είχαν δει τον Σάκς και είχαν εντυπωσιαστεί από την αυτοπεποίθησή του (τους είχε πει ότι θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την πληθωριστική κρίση μέσα σε μία μέρα). Ο Σάκς δεν είχε καμία εμπειρία πάνω στην αναπτυξιακή οικονομική πολιτική, όμως, κατά δική του παραδοχή, «πίστευα ότι γνώριζα όλα όσα είναι αναγκαία να γνωρίζει κανείς» για τον πληθωρισμό.
Ο Σάκς είχε επηρεαστεί πάρα πολύ από τα γραπτά του Κέινς για τη σχέση ανάμεσα στον υπερπληθωρισμό και στη διάδοση του φασισμού στη Γερμανία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συμφωνία ειρήνης που επιβλήθηκε στη Γερμανία την είχε βυθίσει σε μια σοβαρή οικονομική κρίση (με τον πληθωρισμό να έχει φτάσει στο 3.250.000% το 1923), την οποία επιδείνωσε η Μεγάλη Ύφεση μερικά χρόνια μετά. Με την ανεργία να αγγίζει το 30% και μια γενικευμένη οργή για αυτό που φάνταζε ως μια παγκόσμια συνωμοσία εις βάρος της χώρας, η Γερμανία αποτέλεσε γόνιμο έδαφος για το ναζισμό.
Στον Σάκς άρεσε να μνημονεύει την προειδοποίηση του Κέινς ότι «δεν υπάρχει πιο πανούργος, πιο ασφαλής τρόπος να ανατραπεί η υπάρχουσα βάση μιας κοινωνίας από την υπονόμευση του νομίσματός της. Στη διαδικασία αυτή ενέχονται όλες οι κρυφές δυνάμεις του νόμου της οικονομίας που κλίνουν προς την καταστροφή». Ασπαζόταν την άποψη του Κέινς ότι ήταν ιερό καθήκον των οικονομολόγων να απωθήσουν αυτές τις δυνάμεις της καταστροφής πάση θυσία. «Αυτό που αποκόμισα από τον Κεινς, είχε δηλώσει ο Σάκς, «ήταν το συναίσθημα της βαθιάς λύπης και η αίσθηση του κινδύνου που υπάρχει τα πράγματα να πάνε εντελώς στραβά. Και το πόσο ανόητο ήταν από μέρους μας να αφήσουμε τη Γερμανία σε μια κατάσταση απελπισίας». Ο Σάκς είχε επίσης αναφέρει στους δημοσιογράφους ότι θεωρούσε πρότυπο για τη δική του σταδιοδρομία τον τρόπο ζωής του Κέινς ως πολιτικά ενεργού οικονομολόγου που διέτρεχε ολόκληρη την υφήλιο.
Παρόλο που ο Σάκς ασπαζόταν την πίστη του Κέινς στη δύναμη της οικονομικής επιστήμης να καταπολεμήσει τη φτώχεια, ήταν επίσης ένα προϊόν της Αμερικής του Ρέιγκαν, η οποία το 1985 βρισκόταν εν μέσω της εμπνευσμένης από τον Φρίντμαν εκστρατείας απόρριψης όλων όσα αντιπροσώπευε ο Κέινς. Η θεμελιώδης αρχή της Σχολής του Σικάγου όσον αφορά την υπεροχή της ελεύθερης αγοράς είχε πολύ γρήγορα αναδειχθεί στο αδιαμφισβήτητο δόγμα της ορθοδοξίας στα οικονομικά τμήματα των μεγάλων πανεπιστημίων των ΗΠΑ -συμπεριλαμβανομένου του Χάρβαρντ-, και ο Σάκς δεν είχε μείνει ανεπηρέαστος. Θαύμαζε την πίστη του Φρίντμαν «στις αγορές, τη σταθερή επιμονή του στην ορθή νομισματική διαχείριση», υποστηρίζοντας ότι είναι «πολύ πιο ορθή από τα θολά στρουκτουραλιστικά ή ψευδο-κεϊνσιανικά επιχειρήματα πoυακούει κανείς πολύ συχνά στον αναπτυσσόμενο κόσμο».
Τζέφρυ Σάκς, ανερχόμενος τότε αστέρας του ΔΝΤ που εφήρμοσε τις συνταγές Φρίντμαν στη Βολιβία. -1
Αυτά τα «θολά» επιχειρήματα ήταν τα ίδια που μία δεκαετία πριν είχαν καταπνιγεί διά της βίας στη Λατινική Αμερική, η πεποίθηση ότι για να ξεφύγει η ήπειρος από τη φτώχεια έπρεπε να σπάσει τις αποικιοκρατικές ιδιοκτησιακέςδομές με παρεμβατικές πολιτικές όπως η αγροτική μεταρρύθμιση, ο προστατευτισμός, οι επιδοτήσεις, η εθνικοποίηση των φυσικών πόρων και η συνεταιρισιική διεύθυνση των επιχειρήσεων. Ο Σάκς δεν είχε χρόνο για τέτοιες διαρθρωτικές αλλαγές. Και, παρόλο που δε γνώριζε σχεδόν τίποτα για τη Βολιβία και τη μακραίωνη ιστορία της αποικιοκρατικής εκμετάλλευσής της, για την καταπίεση των ιθαγενών κατοίκων της και για τα όσα κερδήθηκαν με σκληρoύς αγώνες στην επανάσταση του 1952, ήταν πεπεισμένος ότι, εκτός από τον υπερπληθωρισμό, η χώρα έπασχε από «σοσιαλιστικό ρομαντισμό» την ίδια αυταπάτη της οικονομικής της ανάπτυξης που μια προγενέστερη γενιά εκπαιδευμένων στις ΗΠΑ οικονομολόγων είχε προσπαθήσει να απαλείψει στις χώρεςτου Νότιου Κώνου.
Το σημείο στο οποίο ο Σάκς διαχώριζε τη θέση του από την ορθοδοξία της Σχολής του Σικάγου ήταν η πεποίθησή του ότι οι πολιτικές της ελεύθερης αγοράς έπρεπε να συνοδεύονται από μέτρα ανακούφισης του χρέους και από τη χορήγηση γενναιόδωρης οικονομικής βοήθειας για το νεαρό οικονομολόγο του Χάρβαρντ, το αόρατο χέρι δεν ήταν αρκετό. Αυτή η διαφοροποίηση θα οδηγούσε τελικά τον Σάκς στο να διαχωρίσει τη θέση του από τους πιο νεοφιλελεύθερους συναδέλφους του και να στρέψει τις προσπάθειές του αποκλειστικά στη χορήγηση οικονομικής βοήθειας. Όμως αυτό θα γινόταν αρκετά χρόνια αργότερα. Στη Βολιβία του 1985 η υβριδική ιδεολογία του Σάκς είχε ως αποτέλεσμα μερικές παράξενες αντιφάσεις. Για παράδειγμα, όταν βγήκε από το αεροπλάνο στη Λα Πας και ανέπνευσε για πρώτη φορά τον αραιό αέρα των Άνδεων, φανταζόταν τον εαυτό του ως έναν σύγχρονο Κέινς που κατέφτανε για να σώσει το λαό της Βολιβίας από «το χάος και την αταξία» του υπερπληθωρισμού.* Παρότι το βασικό αξίωμα του κεϊνσιανισμού είναι ότι οι χώρες που αντιμετωπίζουν μια σοβαρή κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας πρέπει να δαπανούν κεφάλαια για να δώσουν ώθηση στην οικονομία, ο Σάκς υιοθέτησετην αντίθετη προσέγγιση και υποστήριξε την επιβολή λιτότητας και την αύξηση των τιμών εν μέσω της κρίσης την ίδια συνταγή συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας που το Business Week, αναφερόμενο στη Χιλή, είχε περιγράψει ως «τον κόσμο ενός τρελού επιστήμονα που προκαλεί εσκεμμένα μια ύφεση».
Η συμβουλή του Σάκς στον Μπάνσερ ήταν απολύτως σαφής: Μόνο μια απότοµη θεραπεία-σοκ θα θεράπευε την κρίση υπερπληθωρισµού της Βολιβίας. Πρότεινε δεκαπλασιασµό της τιµής του πετρελαίου και µια σειρά από απελευθερώσεις των τιµών και δηµοσιονοµικές περικοπές. Σε µια οµιλία του στο Αµερικανοβολιβιανό Εµπορικό Επιµελητήριο βεβαίωσε για µία ακόµα φορά ότι θα µπορούσε να δοθεί τέλος στον υπερπληθωρισµό µέσα σε µία µέρα, καταγράφοντας το γεγονός ότι «το ακροατήριο ξαφνιάστηκε, αλλά και ενθουσιάστηκε µε αυτή την προοπτική». Όπως και ο Φρίντµαν, ο Σάκς πίστευε ότι µε ένα αιφνίδιο οικονοµικό σοκ «µια οικονοµία µπορεί να αναπροσανατολιστεί από ένα αδιέξοδο -ένα σοσιαλιστικό αδιέξοδο ή ένα αδιέξοδο µαζικής διαφθοράς ή ένα αδιέξοδο κεντρικού σχεδιασµούπρος µια φυσιολογική οικονομία της αγοράς
* Η καταπολέμηση του υπερπληθωρισμού δεν έσωσε τη Γερμανία από την ύφεση και, στη συνέχεια, από το φασισμό, μια αντίφαση στην οποία ο Σάκς δεν αναφέρθηκε ποτέ στις τόσες φορές που χρησιμοποίησε αυτή τη σύγκριση. (Σ.τ.Σ.)
Όταν ο Σάκς έδινε αυτές τις τολµηρές υποσχέσεις, τα αποτελέσµατα των εκλογών της Βολιβίας εξακολουθούσαν να είναι στον αέρα. Ο πρώην δικτάτορας Ούγο Μπάνσερ φερόταν σαν να είχε κερδίσει, αλλά ο αντίπαλός του Βίκτορ Πας Εστενσόρο δεν είχε ακόµα καταθέσει τα όπλα. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ο Πας Εστενσόρο δεν είχε µιλήσει µε συγκεκριµένες λεmοµέρειες για το πώς σχεδίαζε να αντιµετωπίσει τον πληθωρισµό. Ωστόσο, προτού ανατραπεί από ένα πραξικόπηµα, είχε εκλεγεί τρεις φορές Πρόεδρος της Βολιβίας, µε πιο πρόσφατη το 1964. Ο Πας είχε υπάρξει ο εκφραστής της µεταµόρφωσης της Βολιβίας βάσει της οικονοµικής της ανάπτυξης, εθνικοποιώντας τα µεγάλα ορυχεία κασσίτερου, εγκαινιάζοντας µια αναδιανομή της γης υπέρ των ιθαγενών χωρικών και υπερασπιζόµενος το δικαίωµα ψήφου για όλους τους Βολιβιανούς. Όπως και ο Χουάν Περόν στην Αργεντινή, ο Πας ήταν πανταχού παρών στο πολιτικό τοπίο, αλλάζοντας συχνά και απότομα ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισµό προκειµένου να διατηρηθεί ή να επανέλθει στην εξουσία. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 1985 ο ηλικιωµένος Πας διακήρυξε την αφοσίωσή του στην «εθνικιστική επανάσταση του παρελθόντος και έκανε αόριστες δηλώσεις για την ανάγκη να υπάρχει φορολογική υπευθυνότητα. Δεν ήταν σοσιαλιστής, αλλά ούτε και νεοφιλελεύθερος της Σχολής του Σικάγου ή τουλάχιστον αυτό πίστευαν οι Βολιβιανοί.
Καθώς την οριστική απόφαση για το ποιος θα αναδεικνυόταν Πρόεδρος θα τη λάµβανε το Κογκρέσο, επακολούθησε µια περίοδος έντονων παρασκηνιακών διαπραγµατεύσεων και συναλλαγών ανάµεσα στα κόµµατα, στο Κοκρέσο και στη Γερουσία. Τελικά, ένας νεοεκλεγείς γερουσιαστής διεδραµάτισε τον καταλυτικό ρόλο: ο Γκονσάλο Σάντσες δε Λοσάδα (γνωστός στη Βολιβία ως «Γκόνι»). Είχε ζήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες τόσα χρόνια, ώστε μιλούσε τα ισπανικά με έντονη αμερικανική προφορά, και είχε επιστρέψει στη Βολιβία για να γίνει ένας από τους πιο πλούσιους επιχειρηματίες της χώρας. Ήταν ιδιοκτήτης της Comsur, της δεύτερης σε μέγεθος ιδιωτικής μεταλλευτικής εταιρείαςτης χώρας, η οποία σύντομα θα γινόταν η μεγαλύτερη. Όταν ήταν νέος, ο Γκόνι είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Παρόλο που δεν ήταν οικονομολόγος, είχε επηρεαστεί πάρα πολύ από τις ιδέες του Φρίντμαν και θεωρούσε ότι θα μπορούσαν να αποδειχτούν εξαιρετικά κερδοφόρες στο μεταλλευτικό τομέα, ο οποίος εξακολουθούσε να ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από το κράτος στη Βολιβία. Όταν ο Σάκς παρουσίασε στην ομάδα του Μπάνσερ τα σχέδιά του για τη θεραπεία-σοκ, ο Γκόνι εντυπωσιάστηκε.
Οι λεπτομέρειες των παρασκηνιακών διαπραγματεύσεων δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ, όμως οι συνέπειές τους ήταν σαφείς. Στις 6 Αυγούστου 1985 ο Πας ορκίστηκε Πρόεδρος της Βολιβίας. Τέσσερις μέρες μετά ο Πας διόρισε τον Γκόνι επικεφαλής μιας μυστικής δικομματικής ομάδας έκτακτης ανάγκης που επιφορτίστηκε με το καθήκον της ριζικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας. Η θεραπεία-σοκ του Σάκς αποτέλεσε το σημείο αφετηρίας για την ομάδα, η οποία όμως προχώρησε πολύ παραπέρα από οτιδήποτε είχε προτείνει εκείνος. Στην πραγματικότητα, η ομάδα πρότεινε την αποδιάρθρωση του κρατοκεντρικού οικονομικού μοντέλου το οποίο είχε οικοδομήσει ο ίδιος ο Πας πριν από δεκαετίες, Ο Σάκς είχε επιστρέψει στο Χάρβαρντ, όμως έγραψε ότι «χάρηκα όταν έμαθα ότι τo ADN [το κόμμα του Μπάνσερ] μοιράστηκε το πρόγραμμα σταθεροποίησης που είχαμε εκπονήσει με το νέο Πρόεδρο και την ομάδα του».
Τα μέλη του κόμματος του Πας αγνοούσαν ότι ο ηγέτης τους είχε κλείσει μια παρασκηνιακή συμφωνία. Με εξαίρεση τον υπουργό Οικονομικών και τον υrιoυργό Σχεδιασμού, που ανήκαν στη μυστική ομάδα, ο Πας δεν είχε καν αναφέρει στο νεοεκλεγμένο υπουργικό του συμβούλιο την ύπαρξη της ομάδας έκτακτης ανάγκης για την οικονομία.
Για δεκαεφτά συνεχόμενες μέρες η ομάδα έκτακτης ανάγκης συνεδρίαζε στο σαλόνι της έπαυλης του Γκόνι. «Παίρναμε πάρα πολλά μέτρα προφύλαξης Για να τρυπώνουμε στην έπαυλη, θυμάται ο υπουργός Σχεδιασμού Γκιγέρμο ~Μπεδρεγάλ σε μια συνέντευξη που παραχώρησε το 2005, αποκαλύπτοντας για πρώτη φορά αυτές τις λεπτομέρειες. *Αυτό που σχεδίαζαν ήταν μια τόσο σαρωτική αλλαγή της εθνικής οικονοµίας, που παρόµοιά της δεν είχε επιχειρηθεί ποτέ σε µια δηµοκρατία. Ο Πρόεδρος Πας ήταν πεπεισµένος ότι η µοναδική του ελπίδα ήταν να ενεργήσει όσο πιο γρήγορα και αιφνιδιαστικά γινόταν. Με αυτό τον τρόπο τα συνδικάτα και οι ενώσεις χωρικών της Βολιβίας, που φηµίζονταν για την αγωνιστικότητά τους, θα αιφνιδιάζονταν και δε θα είχαν την ευκαιρία να αντιδράσουν ή τουλάχιστον αυτό έλπιζε ο Πας. Όπως θυµάται ο Γκόνι, ο Πας «δε σταµατούσε να λέει: “Αν πρόκειται να το κάνετε, κάντε το τώρα. Δεν µπορώ να επηρεάσω τους ψηφοφόρους για δεύτερη φορά”». Ο λόγος για τον οποίο ο Πας έκανε στροφή εκατόν ογδόντα µοιρών µε· τά τις εκλογές παραµένει ένα µυστήριο. Πέθανε το 2001 και ποτέ δεν εξήγησε αν είχε δεχτεί να υιοθετήσει το πρόγραµµα του Μπάνσερ για τη θερααεία σοκ µε αντάλλαγµα τον προεδρικό θώκο ή επειδή είχε υποστεί µια ειλικρινή ιδεολογική µεταστροφή. Μια ένδειξη µου πρόσφερε ο Έντουιν Κορ, τότε πρέσβης των ΗΠΑ στη Βολιβία, ο οποίος θυµάται ότι είχε συναντήσει τους ηγέτες όλων των πολιτικών κοµµάτων και τους είχε καταστήσει σαφές ότι οι ΗΠΑ θα πρόσφεραν οικονοµική βοήθεια αν η χώρα ακολουθούσε το δρόµο της θεραπείας-σοκ.
*Για δύο δεκαετίες οι Βολιβιανοί δε γνώριζαν πώς είχε εκπονηθεί το πρόγραμμα της θεραπείας-σοκ. Τον Αύγουσιο του 2005, είκοσι χρόνια μετά τη σϋνταξη του προσχεδίου του διατάγματος, η Βολιβιανή δημοσιογράφος Σούζαν Βελάσκο Πορτίγιο πήρε συνεvτεύξεις από μέλη της οµάδας έκτακτης ανάγκης για την οικονοµία και αρκετοί από αυτούς αποκάλυψαν πληροφορίες για το µυστικό εγχείρηµα. Η αφήγηση των γεγονότων βασίζεται κυρίως σε αυτές τις αναµνήσεις. (Σ.τ.Σ.)
Δεκαεφτά µέρες µετά ο Μπεδρεγάλ είχε έτοιµο ένα προσχέδιο του προγράµµατος της θεραπείας-σοκ, το οποίο επέβαλλε την κατάργηση των επιδοτήσεων για τα τρόφιµα, την ακύρωση της διατίµησης σε όλα σχεδόν τα είδη και την αύξηση της τιµής του πετρελαίου κατά 300%.Παρά το γεγονός ότι το κόστος ζωής θα αυξανόταν πάρα πολύ σε µια ήδη απελπιστικά φτωχή χώρα, το προσχέδιο πάγωνε για ένα έτος τους ήδη χαµηλούς µισθούς στο δηµόσιο τοµέα. Επιπλέον, προέβλεπε µεγάλες περικοπές στις δηµόσιες δαπάνες, άνοιγµα των συνόρων της Βολιβίας σε απεριόριστες εισαγωγές και περιορισµό των θέσεων εργασίας στις κρατικές εταιρείες, προαναγγέλλοντας την ιδιωτικοποίησή τους. Η Βολιβία δεν είχε γνωρίσει τη νεοφιλελεύθερη επανάσταση που είχε σαρώσει τη δεκαετία του 1970 τις χώρες του Νότιου Κώνου. Τώρα είχε έρθει η ώρα να αναπληρωθεί ο χαµένος χρόνος.
Το οικονοµικό σοκ λειτουργεί µε βάση µια παρόµοια θεωρία: την εικασία ότι οι άνθρωποι µπορούν να προβάλλουν αντίσταση σε τµηµατικές αλλαγές (την περικοπή ενός προγράµµατος υγείας ή µια εµπορική συµφωνία), αλλα αν συµβούν ταυτόχρονα δεκάδες αλλαγές προς κάθε κατεύθυνση, τότε εδραιώνεται ένα αίσθηµα µαταιότητας και ο πληθυσµός περιέρχεται σε κατάσταση αδράνειας.
 
 
 
 
Όταν τα µέλη της οµάδας έκτακτης ανάγκης ολοκλήρωσαν το προσχέδιο της νέας νοµοθεσίας, δεν ήταν ακόµα έτοιµοι να το κοινοποιήσουν στους εκλεγµένους αντιπροσώπους της Βολιβίας, πόσο µάλλον στο εκλογικό σώµα, δεν είχε ψηφίσει ποτέ ένα τέτοιο σχέδιο. Υπήρχε κάτι ακόµα που έπρεπε να κάνουν: Πήγαν οµαδικά στο γραφείο του εκπροσώπου του Διεθνούς Νοµισµατικού Ταµείου (ΔΝΤ) και του είπαν τι σχεδίαζαν να κάνουν. Η απάντησή του ήταν ταυτόχρονα ενθαρρυντική και αποκαρδιωτική: «Είναι ό,τι ακριβώς οραματίζεται κάθε αξιωµατούχος του ΔΝΤ. Αν όµως τα πράγµατα δεν εξελιχτούν καλά, έχω, ευτυχώς, διπλωµατική ασυλία και µπορώ να µπω σε ένα αεροπλάνο και να φύγω».
Οι Βολιβιανοί που είχαν ετοιµάσει το πρόγραµµα δε διέθεταν τέτοια διεξοδο διαφυγής και αρκετοί φοβούνταν τις αντιδράσεις του πληθυσµού. «Θα µας σκοτώσουν», πρόβλεψε ο Φερνάντο Πράδο, το πιο νεαρό µέλος της οµάδας. Ο Μπεδρεγάλ, βασικός συντάκτης του σχεδίου, προσπάθησε να τους τονώσει το ηθικό παροµοιάζοντας τα µέλη της οµάδας µε πιλότους πολεµικών αεροπλάνων. «Πρέπει να είµαστε σαν τον πιλότο της Χιροσίµα. Όταν έριξε την ατοµική βόµβα, δεν ήξερε τι έκανε. Όταν όµως είδε το ατοµικό µανιτάρι, αναφώνησε: “Ω, συγνώµη!”. Αυτό ακριβώς πρέπει να κάνουµε: να εξαπολύσουµετα µέτρα και µετά να πούµε: “Ω, συγνώμη!».
Η ιδέα ότι µια αλλαγή πολιτικής πρέπει να εξαπολύεται σαν µια αιφνιδιαστική στρατιωτική επίθεση είναι ένα µοτίβο στο οποίο επανέρχονται πολύ συχνά οι οικονοµικοί θεραπευτές διά του σοκ. Στο Shock and Awe: Achieving Rapid Dominαnce, το στρατιωτικό δόγµα των ΗΠΑ που δηµοσιοποιήθηκε το 1996 και αποτέλεσε τη βάση για την εισβολή στο Ιράκ το 2003, οι συντάκτες δηλώνουν ότι η δύναµη εισβολής «πρέπει «να αποκτά τον έλεγχο του περιβάλλοντος και να παραλύει ή να επιβαρύνει τον τρόπο µε τον οποίο ο αντίπαλος αντιλαµβάνετα αι κατανοεί τα γεγονότα, έτσι ώστε ο εχθρός να είναι ανίκανος να αντισταθεί». Το οικονοµικό σοκ λειτουργεί µε βάση µια παρόµοια θεωρία: την εικασία ότι οι άνθρωποι µπορούν να προβάλλουν αντίσταση σε τµηµατικές αλλαγές (την περικοπή ενός προγράµµατος υγείας ή µια εµπορική συµφωνία), αλλα αν συµβούν ταυτόχρονα δεκάδες αλλαγές προς κάθε κατεύθυνση, τότε εδραιώνεται ένα αίσθηµα µαταιότητας και ο πληθυσµός περιέρχεται σε κατάσταση αδράνειας.
Ελπίζοντας να προκαλέσουν αυτό το αίσθηµα µαταιότητας, οι Βολιβιανοί που σχεδίασαν τη θεραπεία-σοκ απαίτησαν να εφαρµoστoύν ταυτόχρονα όλα τα µέτρα µέσα στις πρώτες εκατό µέρες της νέας κυβέρνησης. Αντί να θέσει σε εφαρµογή κάθε µέτρο του σχεδίου µε µεµονωµένους νόµους (ο νέος φορολογικός κώδικας, ο νέος νόµος για τις τιµές κτλ.), η οµάδα του Πας επέµεινε να συντελεστεί ολόκληρη η επανάσταση µε ένα µόνο εκτελεστικό διάταγµα, το D.S. 21060. Το διάταγµα περιλάµβανε 220 ξεxωριστoύς νόµους και κάλυπτε κάθε πτυχή της οικονομικής ζωής της χώρας, γεγονός που το καθιστούσε, όσον αφορά το εύρος και τους φιλόδοξους στόχους του, κάτι αντίστοιχο προς το «Τούβλο», το προσχέδιο που είχαν συντάξει τα Παιδιά του Σικάγου όταν πρετοιμαζόταν το πραξικόπημα του Πινοτσετ. Σύμφωνα με τους συντάκτες του βολιβιανού σχεδίου για τη θεραπεία-σοκ, το πρόγραμμα έπρεπε να γίνει αποδεκτό ή να απορριφθεί συνολικά δεν επιδεχόταν τροηοαοιήοειο. Ήταν το οικονομικό αντίστοιχο της επιχείρησης «Σοκ και Δεος.
Όταν το κείμενο ολοκληρώθηκε, η ομάδα ετοίμασε πέντε αντίτυπα: ένα για τον Πας, ένα για τον Γκόνι και ένα για τον υπουργό Οικονομικών. Η ταυτότητα των παραληπτών των άλλων δύο αντιτύπων αποκαλύπτει πόσο βέβαιοι ήταν ο Πας και η ομάδα του ότι πολλοί Βολιβιανοί θα αντιμετώπιζαν το σχέδιο ως κήρυξη πολέμου: Το ένα αντίτυπο δόθηκε στον αρχηγό του στρατού και το δεύτερο στον αρχηγό της αστυνομίας. Ωστόσο οι υπουργοί του Πας παρέμειναν στο σκοτάδι. Συνέχισαν να έχουν τη λανθασμένη εντύπωση ότι εργάζονταν για τον ίδιο άνθρωπο που είχε εθνικοποιήσει τα ορυχεία και είχε αναδιανείμει τη γη πριν από χρόνια.
Τρεις βδομάδες μετά την ορκωμοσία του ο Πας συγκάλεσε τελικά το υπουργικό του συμβούλιο για να ενημερώσει τους υπουργούς του για την έκπληξη που τους επιφύλασσε. Πρόσταξε να κλείσουν οι πόρτες της αίθουσας συνεδριάσεων και «διέταξε τις γραμματείς να θέσουν σε αναμονή όλα τα τηλεφωνήματα προς τους υπουργούς». Ο Μπεδρεγάλ διάβασε τις εξήντα σελίδες του σχεδίου στο εμβρόντητο ακροατήριο. Η νευρική του υπερένταση ήταν τόσο μεγάλη, ώστε, όπως εξομολογήθηκε αργότερα, «έπαθα ρινορραγία μερικά λεπτά μετά». Ο Πας πληροφόρησε τους υπουργούς του ότι το διάταγμα δεν ετίθετο προς συζήτηση: Χάρη σε μία ακόμα παρασκηνιακή συμφωνία, είχε ήδη εξασφαλίσει την υποστήριξη του δεξιού κόμματος του Μπάνσερ, που αποτελούσε την αξιωματική αντιπολίτευση. Και πρόσθεσε ότι, αν οι υπουργοί διαφωνούσαν, μπορούσαν να παραιτηθούν.
«Δε συμφωνώ», είπε ο υπουργός Βιομηχανίας.
«Τότε, σας παρακαλώ να φύγετε», του απάντησε ο Πας. Ο υπουργός έμεινε. Με τον πληθωρισμό να βρίσκεται ακόμα σε δυσθεώρητα ύψη και έχοντας ισχυρές ενδείξεις ότι η θεραπεία-σοκ θα ανταμειβόταν με σημαντική οικονομική βοήθεια από την Ουάσινγκτον, κανείς δεν τόλμησε να φύγει. Δύο μέρες μετά σε ένα τηλεοπτικό διάγγελμά του με τίτλο «Η Βολιβία Πεθαίνει», ο Πας πέταξε το βολιβιανό «Τούβλο» στον εντελώς ανυποψίαστο πληθυσμό.
Ο Σάκς είχε προβλέψει σωστά ότι η αύξηση των τιμών θα έθετε τέλος στο υπερπληθωρισµό. Μέσα σε δύο χρόνια ο πληθωρισµός έπεσε στο 10% μια εvτυπωσιακή εξέλιξη υπό οποιοδήποτε πρίσµα. Ωστόσο η ευρύτερη κληρονοµιά της νεοφιλελεύθερης επανάστασης στη Βολιβία είναι ιδιαίτερα αµφιλεγόµενη. Όλοι οι οικονοµολόγοι συµφωνούν ότι η γρήγορη αύξηση του πληθωρισµού είναι εξαιρετικά επιζήµια, δυσβάσταχτη και πρέπει να τίθεται υπό έλεγχο, µια διαδικασία εξαιρετικά οδυνηρή κατά τη διάρκεια της προσαρµογής. Οι διαφορετικές απόψεις αφορούν το πώς µπορεί να επιτευχθεί ένα αξιόπιστο πρόγραµµα, αλλά και το ποιος θα υποχρεωθεί να επωµιστεί το οδυνηρό βάρος σε µια οποιαδήποτε κοινωνία. Ο Ρικάρντο Γκρίνσπαν, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήµιο Γιορκ του Καναδά και ειδικός σε θέµατα Λατινικής Αµερικής, εξηγεί ότι µια προσέγγιση που βασίζεται στην παράδοση του κεϊνσιανισµού ή της οικονοµικής της ανάπτυξης επιδιώκει την υποστήριξη και τον καταµερισµό των βαρών µέσω «µιας διαπραγµατευτικής διαδικασίας στην οποία συµµετέχουν όλοι οι κοινωνικοί εταίροι: η κυβέρνηση, οι εργοδότες, οι αγρότες, τα συνδικάτα κτλ. Έτσι, τα ενεχόµενα µέρη καταλήγουν σε µια συµφωνία για την εισοδηµατική πολιτική (τις τιµές και τους µισθούς) και για τα µέτρα σταθεροποίησης που πρέπει να εφαρµοστούν». Σύµφωνα µε τον Γκρίνσπαν, στον αντίποδα βρίσκεται «η ορθόδοξη προσέγγιση, που συνίσταται στη µετακύλιση ολόκληρου του κοινωνικού κόστους στους φτωχούς µέσω µιας θεραπείας-σοκ». Αυτό ακριβώς συνέβη στη Βολιβία».
Όπως είχε υποσχεθεί ο Φρίντµαν στην περίπτωση της Χιλής, υποτίθεται ότι το ελεύθερο εµπόριο θα δηµιουργούσε θέσεις εργασίας για όσους είχαν µείνει άνεργοι όταν εφαρµόστηκε η θεραπεία-σοκ. Αυτό όµως δε συνέβη και το ποσοστό της ανεργίας αυξήθηκε από 20% την περίοδο των εκλογών σε 25-30% δύο χρόνια µετά. Μόνο στην κρατική µεταλλευτική εταιρεία (αυτή που είχε εθνικοποιήσει τη δεκαετία του 1950 ο Πας) οι θέσεις εργασίας µειώθηκαν από 28.000 σε 6.000.
Ο βασικός µισθός δεν έφτασε ποτέ ξανά στο ίδιο επίπεδο αγοραστικής αξίας και δύο χρόνια µετά την έναρξη της εφαρµογής του προγράµµατος οι πραγματικοί µισθοί είχαν µειωθεί κατά 40%, ενώ σε κάποιο σηµείο κατρακύλησαν και κατά 70%. Το 1985, το έτος που ξεκίνησε η θεραπεία-σοκ, το κατά κεφαλήν εισόδηµα ήταν 845 δολάρια: δύο χρόνια µετά είχε πέσει στα 789 δολάρια. Ο Σάκς και η κυβέρνηση της Βολιβίας χρησιµοποιούσαν το κατά κεφαλήν εισόδηµα ως µέτρο σύγκρισης για να αξιολογήσουν τα αποτελέσµατα του προγράµµατος, όµως, πέρα από την έλλειψη προόδου που αποκαλύπτει, δεν µπορεί να αποτυπώσει ούτε στο ελάχιστο την υποβάθµιση της καθηµερινής ζωής πολλών Βολιβιανών. Το κατά κεφαλήν εισόδημα απορρέει από το άθροισμα των συνολικών εισοδημάτων σε μια χώρα και τη διαίρεσή του με τον αριθμό των κατοίκων της. Η χρησιμοποίησή του ως μέτρου σύγκρισης συγκαλύπτει το γεγονός ότι η θεραπεία-σοκ είχε στη Βολιβία τις ίδιες επιπτώσεις που είχε και στις υπόλοιπες χώρες της περιοχής: Μια μικρή ελίτ έγινε πλουσιότερη, ενώ μεγάλα τμήματα της τάξης των εργαζομένων βρέθηκαν εκτός οικονομικού κύκλου και περιθωριοποιήθηκαν. Το 1987 το μέσο ετήσιο εισόδημα των Βολιβιανών χωρικών, που είναι γνωστοί ως cαmpesinos, ήταν 140 δολάρια, λιγότερο από το ένα πέμπτο του «κατά κεφαλήν εισοδήματος.Εδώ ακριβώς έγκειται το πρόβλημα όταν στις μετρήσεις χρησιμοποιούνται μόνο οι «μέσοι όροι»: Απαλείφονται οι έντονες ανισότητες.
Ένας ηγέτης των ενώσεων των χωρικών εξήγησε ότι «οι στατιστικές της κυβέρνησης δεν αντικατοπτρίζουν τον αυξανόμενο αριθμό των οικογενειών που ζουν σε σκηνές τις χιλιάδες των υποσιτιζόμενων παιδιών που συντηρούνται καθημερινά με μια φέτα ψωμί και ένα φλιτζάνι τσάι,τους εκατοντάδες cαmpesinos που κατέφυγαν στην πρωτεύουσα αναζητώντας δουλειά και κατέληξαν να ζητιανεύουν στους δρόμους». Αυτή είναι η άγνωστη ιστορία της θεραπείας-σοκ στη Βολιβία: Καταργήθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις πλήρους απασχόλησης με πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα και αντικαταστάθηκαν με θέσεις μερικής απασχόλησης χωρίς ασφάλιση. Μεταξύ 1983 και 1988 ο αριθμός των Βολιβιανών που απολάμβαναν πλήρη ασφαλιστικά δικαιώματα μειώθηκε κατά 61%.
Ο Σάκς, ο οποίος επέστρεψε στη Βολιβία ως σύμβουλος εν μέσω της μετάβασης, αντιτάχθηκε στην αύξηση των μισθών ώστε να εναρμονιστούν με τις αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων και της βενζίνης. Αντί για αυτό, υποστήριξε τη δημιουργία ενός ταμείου έκτακτης ανάγκης για να ανακουφιστούν οικονομικά όσοι είχαν πληγεί περισσότερο-λευκοπλάστης πάνω σε μια χαίνουσα πληγή. Ο Σάκς επέστρεψε στη Βολιβία επειδή του το είχε ζητήσει ο Πας Εστενσόρο και ήταν υπόλογος κατευθείαν στον Πρόεδρο. Τον θυμούνται ως έναν άκαμπτο άνθρωπο. Σύμφωνα με τον Γκόνι (που αργότερα θα γινόταν Πρόεδρος της Βολιβίας), ο Σάκς χαλύβδωσε την αποφασιστικότητα των διαμορφωτών της πολιτικής όταν αυξήθηκαν οι λαϊκές αντιδράσεις για το ανθρώπινο κόστος της θεραπείας-σοκ. «Στις επισκέψεις του [ο Σάκς] έλεγε: “Κοιτάξτε, η σταδιακή εφαρμογή δε λειτουργεί. Όταν τα πράγματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο, πρέπει να τα σταματάς όπως συμβαίνει όταν δίνεις ένα φάρμακο. Πρέπει να παίρνεις δραστικά μέτρα, διαφορετικά ο ασθενής θα πεθάνει».
Μια άµεση συνέπεια αυτής της αποφασιστικότητας ήταν ότι πολλοί από τους απελπισµένους φτωχούς της Βολιβίας αναγκάστηκαν να στραφούν στην καλλιέργεια της κόκας, επειδή απέφερε τα δεκαπλάσια από ό,τι οι άλλες καλλιέργειες (κάτι που αποτελεί ιστορική ειρωνεία, καθώς η αρχική οικονοµική κρίση είχε προκληθεί από τη χρηµατοδοτηµένη από τις ΗΠΑ επίθεση εναντίον των καλλιεργητών της κόκας).Υπολογίζεται ότι το 1989 ένας στους δέκα εργαζόμενους δούλευε σε κάποιον από τους επιµέρους τοµείς της βισμηχανίας της κόκας/κοκαϊνης. Ανάµεσά τους ήταν και η οικογένεια του Έβο Μοράλες, µελλοντικού Προέδρου της Βολιβίας και πρώην ηγέτη της µαχητικής ένωοης των καλλιεργητών κόκας.
Η βιομηχανία της κόκας διαδραµάτισε σηµαντικό ρόλο στην αναζωογόνηση της οικονοµίας της Βολιβίας και στην καταπολέµηση του πληθωρισµού (γεγονός που σήµερα αποδέχονται οι ιστορικοί, αλλά δεν το ανέφερε ποτέ ο Σάκς στις εξηγήσεις του για το πώς οι µεταρρυθµίσεις του θριάµβευσαν εις βάρος του πληθωρισµού).Μόλις δύο χρόνια µετά την «ατοµική βόµβα», οι παράνομες εξαγωγές ναρκωτικών απέφεραν στη Βολιβία περισσότερα έσοδα από όλες µαζί τις νόµιµες εξαγωγές, ενώ, σύµφωνα µε τους υπολογισµούς, 350.000 άνθρωποι κέρδιζαν τα προς το ζην από κάποια πτυχή του εµπορίου ναρκωτικών. -Προς το παρόν», σχολίασε ένας ξένος τραπεζίτης, «η οικονοµία της Βολιβίας είναι εξαρτηµένη από την κοκαϊνη».
Το πρώτο διάστηµα µετά την εφαρµογή της θεραπείας-σοκ ελάχιστοι εκτός των συνόρων της Βολιβίας µιλούσαν για αυτές τις πολύπλοκες επιπτώσεις. Προτιµούσαν να παρουσιάζουν µια πολύ πιο απλή εκδοχή: Πώς ένας τολµηρός νεαρός καθηγητής του Χάρβαρντ είχε, κυριολεκτικά µόνος του, «σώσει την κατεστραµµένη από τον πληθωρισµό οικονοµία της Βολιβίας», σύµφωνα µε το Boston Magαzine.Η νίκη εις βάρος του πληθωρισµού στην επίτευξη της οποίας είχε συµβάλει ο Σάκς αρκούσε για να θεωρείται η Βολιβία ένα εκπληκτικό παράδειγµα της επιτυχίας της ελεύθερης αγοράς, «το πιο αξιοσηµείωτο στη σύγχρονη εποχή», όπως το χαρακτήριζε ο Economist. Το «θαύµα της Βολιβίας. έκανε διάσηµο τον Σάκς στους ισχυρούς χρηµατοοικονοµικούς κύκλους, απογείωσε τη σταδιοδροµία του και του χάρισε τη φήµη του κορυφαίου ειδικού στις οικονοµίες που πλήπονται από κρίσεις, µε συνέπεια µέσα στα επόμενα χρόνια να πάει ως σύµβουλος στην Αργεντινή, στο Περού, στη Βραζιλία, στον Ισηµερινό και στη Βενεζουέλα.
Οι ύµνοι για τον Σάκς δεν περιορίζονταν µόνο στο γεγονός ότι είχε τιθασεύσει τον πληθωρισµό σε µια φτωχή χώρα, αλλά επεκτείνονταν και στο ότι είχε πετύχει αυτό που πολλοί θεωρούσαν αδύνατον: Είχε συµβάλει στην επιβολή ενός ριζικού νεοφιλελεύθερου µετασχηµατισµού εντός των ορίων µιας δηµοκρατίας και χωρίς τη βοήθεια ενός πολέµου, µια αλλαγή που ήταν πολύ περισσότερο σαρωτική από εκείνες που είχαν επιχειρήσει η Θάτσερ και ο Ρέιγκαν. Ο Σάκς είχε πλήρη επίγνωση της ιστορικής σηµασίας του επιτεύγµατός του. «Πιστεύω πως η Βολιβία υπήρξε η πρώτη χώρα όπου η δηµοκρατική µεταρρύθµιση συνδυάστηκε µε µια οικονοµική θεσµική αλλαγή», θα υποστήριζε έπειτα από χρόνια. «Η Βολιβία, πολύ περισσότερο από τη Χιλή, κατέδειξε ότι η πολιτική φιλελευθεροποίηση και η δηµοκρατία µπορούν να συνδυαστούν µε την οικονοµική φιλελευθεροποίηση. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σηµαντικό µάθηµα: Μπορούν να λειτουργήσουν παράλληλα και το ένα να ενισχύει το άλλο».
Η σύγκριση µε τη Χιλή δεν ήταν τυχαία. Χάρη στον Σάκς «τον ευαγγελιστή του δηµοκρατικού καπιταλισµού», όπως τον χαρακτήρισαν οι New York Times), η θεραπεία-σοκ είχε επιτέλους απαλλαγεί από τη δυσωδία των δικτατοριών και των στρατοπέδων θανάτου την οποία ανέδιδε από τη µοιραία εκείνη µέρα που ο Φρίντµαν είχε ταξιδέψει στο Σαντιάγο, µία δεκαετία πριν. Ο Σάκς είχε αποδείξει, σε αντίθεση µε τα όσα ισχυρίζονταν οι επικριτές του νεοφιλελευθερισµού, ότι η σταυροφορία για την ελεύθερη αγορά µπορούσε όχι µόνο να επιβιώσει από αλλά και να αξιοποιήσει το δηµοκρατικό κύµα που σάρωνε ολόκληρο τον πλανήτη. Και ο Σάκς, που εξυµνούσε τον Κέινς και διατράνωνε ανερυθρίαστα την ιδεαλιστική του αφοσίωση στη βελτίωση της µοίρας του αναπτυσσόµενου κόσµου, ήταν ο ιδανικός άνθρωπος για να ηγηθεί της σταυροφορίας σε µια πιο ήπια, περισσότερο ειρηνική χρονική περίοδο.
Η Αριστερά της Βολιβίας συνήθιζε να αποκαλεί το διάταγµα του Πας pinochetismo econόmίco-οικονοµικό πινοσετισµό. Όµως για τον επιχειρηµατικό κόσµο τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων της Βολιβίας αυτό ακριβώς ήταν το ζητούµενο: Στη Βολιβία είχε εφαρµοστεί η θεραπεία-σοκ του Πινοτσέτ χωρίς έναν Πινοτσέτ και µάλιστα από µια κεντροαριστερή κυβέρνηση. Όπως δήλωσε µε θαυµασµό ένας Βολιβιανός τραπεζίτης, «όσα έκανε ο Πινοτσέτ µε τις ξιφολόγχες, ο Πας τα κατάφερε στο πλαίσιο ενός δηµοκρατικού συστήµατος διακυβερνησης.
Στη Βολιβία είχε εφαρµοστεί η θεραπεία-σοκ του Πινοτσέτ χωρίς έναν Πινοτσέτ και µάλιστα από µια κεντροαριστερή κυβέρνηση. Όπως δήλωσε µε θαυµασµό ένας Βολιβιανός τραπεζίτης, «όσα έκανε ο Πινοτσέτ µε τις ξιφολόγχες, ο Πας τα κατάφερε στο πλαίσιο ενός δηµοκρατικού συστήµατος διακυβερνησης.
 
 
 
Η ιστορία του «θαύµατος της Βολιβίας» έχει ειπωθεί και ξαναειπωθεί οε εφηµερίδες και περιοδικά, σε παρουσιάσεις του έργου του Σάκς, στο µπεστ σέλερ βιβλίο του ίδιου του Σάκς, σε ντοκιµαντέρ όπως το Commanding Ηeights: The Battle for the World Economy του PBS, που ολοκληρώθηκε σε τρία επεισόδια. Ωστόσο υπάρχει ένα µείζον πρόβληµα: Δεν είναι η αλήθεια. Στη Βολιβία αποδείχτηκε ότι η θεραπεία-σοκ µπορεί να επιβληθεί σε µια χώρα όπου έχουν µόλις γίνει εκλογές, όµως δεν αποδείχτηκε ότι η θεραπεία-σοκ µπορεί να επιβληθεί µε δηµοκρατικό τρόπο ή χωρίς καταστολή. Στην πραγµατικότητα, αποδείχτηκε για µία ακόµα φορά ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο.
Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει το προφανές πρόβληµα ότι ο Πρόεδρος Πας δεν είχε την εντολή των Βολιβιανών ψηφοφόρων να αναδιαµορφώσει ολόκληρη την οικονοµική αρχιτεκτονική της χώρας. Είχε κατέλθει στις εκλογές µε ένα εθvοκεντρικό πρόγραµµα, το οποίο εγκατέλειψε αιφνίδια έπειτα από µια παρασκηνιακή συµφωνία. Μερικά χρόνια µετά ο σηµαντικος νεοφιλελεύθερος οικονοµολόγος Τζον Γουίλιαµσον θα επινοούσε έναν όρο για αυτό που είχε κάνει ο Πας: Θα το ονόµαζε «πολιτική βουντού» οι περισσότεροι άνθρωποι το χαρακτηρίζουν απλώς «ψευδολογία». Όµως αυτό δεν είναι σε καµία περίπτωση το µοναδικό πρόβληµα στη ρητορική περί συνύπαρξης της δηµοκρατίας και της θεραπείας-σοκ.
Όπως ήταν αναµενόµενο, πολλοί από τους ψηφοφόρους που είχαν εκλέξει τον Πας εξοργίστηκαν µε την προδοσία του. Μόλις δηµοσιοποιήθηκε το διάταγµα, δεκάδες χιλιάδες βγήκαν στους δρόµους για να εµποδίσουν την εφαρμογή ενός σχεδίου που θα είχε ως αποτέλεσµα µαζικές απολύσεις και αύξηση της πείνας. Οι κύριες αντιδράσεις προήλθαν από τη µεγαλύτερη εργατική συνοµοσπονδία της χώρας, η οποία κήρυξε γενική απεργία, µε συνέπεια να παραλύσουν οι βιομηχανίες. Η αντίδραση του Πας έκανε τη στάση της Θάτσερ απέναντι στους ανθρακωρύχους να φαντάζει ήπια: Κήρυξε αµέσως τη χώρα σε «κατάσταση πολιορκίας», άρµατα µάχης κατέκλυσαν τους δρόµους της πρωτεύουσας και επιβλήθηκε απαγόρευση της κυκλοφορίας. Για να ταξιδέψουν µέσα στη χώρα τους οι Βολιβιανοί πολίτες χρειάζονταν ειδικές άδειες. Αστυνοµικές δυνάµεις αποκατάστασης της τάξης επέδραµαν σε γραφεία συνδικάτων, σε ένα πανεπιστήµιο, σε ένα ραδιοφωνικό σταθµό, καθώς και σε αρκετά εργοστάσια. Οι πολιτικές ουγκεντρωσεις και οι διαδηλώσεις απαγορεύτηκαν και ήταν απαραίτητη η άδεια από το κράτος για να γίνονται συναθροίσεις . Η αντιπολίτευση τέθηκε εκτός νόµου όπως ακριβώς είχε συµβεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μπάνσερ.
Στη Βολιβία αποδείχτηκε ότι η θεραπεία-σοκ µπορεί να επιβληθεί σε µια χώρα όπου έχουν µόλις γίνει εκλογές, όµως δεν αποδείχτηκε ότι η θεραπεία-σοκ µπορεί να επιβληθεί µε δηµοκρατικό τρόπο ή χωρίς καταστολή. Στην πραγµατικότητα, αποδείχτηκε για µία ακόµα φορά ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο.
 
 
 
Για να αδειάσουν οι δρόµοι, η αστυνοµία συνέλαβε 1.500 διαδηλωτές, διέλυσε τα συγκεντρωµένα πλήθη µε δακρυγόνα και άνοιξε πυρ εναντίον απεργών µε την αιτιολογία ότι είχαν επιτεθεί εναντίον αστυνοµικών. Ο Πας υιοθέτησε έκτακτα µέτρα για να διασφαλίσει ότι οι διαµαρτυρίες θα σταµατούσαν µια και καλή. Όταν οι ηγέτες της εργατικής συνοµοσπονδίας κατέβηκαν σε απεργία πείνας, ο Πας διέταξε την αστυνοµία και το στρατό να συλλάβουν τους διακόσιους σηµαντικότερους συνδικαλιστές της χώρας, να τους φορτώσουν σε αεροπλάνα και να τους µεταφέρουν σε φυλακές στην αποµακρυσµένη περιοχή του Αµαζονίου. Σύµφωνα µε το ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters, στους κρατούµενους συµπεριλαµβάνονταν «οι ηγέτες της Εργατικής Συνοµοσπονδίας της Βολιβίας και άλλοι υψηλόβαθµοι συνδικαλιστές», που οδηγήθηκαν «σε αποµονωµένα χωριά στη λεκάνη του Αµαζονίου στη βόρεια Βολιβία, όπου τους απαγορεύτηκε να µετακινούνται». Επρόκειτο για µια µαζική απαγωγή, που τη συµπλήρωνε ένα αίτηµα για καταβολή λύτρων: Οι κρατούµενοι θα απελευθερώνονταν µόνο αν τα συνδικάτα σταµατούσαν τις εκδηλώσεις διαµαρτυρίας, κάτι που τελικά συµφώνησαν να κάνουν. Ο Φιλέµον Εσκοµπάρ ήταν µεταλλωρύχος και ακτιβιστής συνδικαλιστής εκείνα τα χρόνια. Σε µια πρόσφατη τηλεφωνική µας συνέντευξη µου είπε ότι «άρπαξαν τους συνδικαλιστές ηγέτες από τους δρόµους και τους πήγαν στη ζούγκλα για να τους φάνε ζωντανούς τα έντοµα. Όταν τους απελευθέρωσαν, είχε ήδη αρχίσει η εφαρµογή του νέου οικονοµικού σχεδίου». Σύµφωνα µε τον Εσκοµπάρ, «η κυβέρνηση δεν τους πήγε στη ζούγκλα για να τους βασανίσει ή να τους σκοτώσει, αλλά για να µπορέσει να υλοποιήσει το οικονοµικό της σχέδιο».
Αυτή η ασυνήθιστη κατάσταση πολιορκίας συνεχίστηκε για τρεις µήνες, και, καθώς όλα τα µέτρα του σχεδίου έπρεπε να τεθούν σε εφαρµογή µέσα σε εκατό µέρες, αυτό σήµαινε ότι η χώρα ήταν δέσµια κατά τη διάρκεια της καθοριστικής περιόδου υλοποίησης της θεραπείας-σοκ. Το επόµενο έτος, όταν η κυβέρνηση του Πας προχώρησε σε µαζικές απολύσεις στα ορυχεία κασσίτερου, τα συνδικάτα ξαναβγήκαν στους δρόµους και εκτυλίχθηκαν τα ίδια δραματικά γεγονότα: Η χώρα κηρύχθηκε και πάλι σε κατάσταση πολιορκίας και δύο αεροπλάνα της πολεµικής αεροπορίας της Βολιβίας µετέφεραν εκατό κορυφαίους συνδικαλιστές σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην τροπική περιοχή της Βολιβίας. Αυτή τη φορά ανάµεσα στους απαχθέντες ηγέτες συµπεριλαµβάνονταν δύο πρώην υπουργοί Εργασίας και ένας πρώην γερουσιαστής μια κατάσταση που θύµιζε τη φυλακή για «εξέχοντα πρόσωπα» του Πινοτσέτ στην οποία είχε οδηγηθεί ο Ορλάντο Λετελιέ. Οι ηγέτες κρατήθηκαν στα στρατόπεδα για δυόµισι βδοµάδες, µέχρι να δεχτούν, για άλλη µια φορά, τα συνδικάτα να σταµατήσουν τις εκδηλώσεις διαµαρτυρίας και τις απεργίες πείνας.
Επρόκειτο για ένα είδος «ήπιας» χούντας. Για να µπορέσει το καθεστώς να επιβάλει την οικονοµική θεραπεία-σοκ, έπρεπε να εξαφανιστούν µερικοί άνθρωποι, έστω και προσωρινά. Αν και ασφαλώς λιγότερο βάναυσες, αυτές οι εξαφανίσεις εξυπηρέτησαν τον ίδιο σκοπό που είχαν εξυπηρετήσει και στη δεκαετία του 1970. Η αποµόνωση των ηγετών του συνδικαλιστικού κινήµατος της Βολιβίας ώστε να µην µπορέσουν να αντιδράσουν στις µεταρρυθµίσεις άνοιξε το δρόµο για την οικονοµική εξόντωση ολόκληρων κατηγοριών εργαζοµένων: Πολύ σύντοµα θα έχαναν τις δουλειές τους και θα στοιβάζονταν στις παραγκουπόλεις στα περίχωρα της Λα Πας.
Ο Σάκς είχε πάει στη Βολιβία επικαλούµενος την προειδοποίηση του Κέινς ότι η οικονοµική κατάρρευση γεννά το φασισµό, όµως τα µέτρα που συνταγογράφησε ήταν τόσο οδυνηρά, ώστε για να εφαρµοστούν απαιτούνταν οιονεί φασιστικές µέθοδοι.
Οι κατασταλτικές ενέργειες της κυβέρνησης Πας καλύφθηκαν από το διεθνή Τύπο της εποχής, αλλά µόνο για µία ή δύο µέρες και σε ρεπορτάζ που αναφέρονταν γενικά και αόριστα σε ταραχές στη Λατινική Αµερική, χωρίς περισσότερες λεπτοµέρειες. Ωστόσο, όταν ήρθε η ώρα της αφήγησης του θριάµβου των μεταρρυθµίσεων της ελεύθερης αγοράς στη Βολιβία, τα γεγονότα αυτά αποσιωπήθηκαν (όπως ακριβώς αποσιωπείται συχνά η συµβιωτική σχέση της βίας του Πινοτσέτ µε το «οικονοµικό θαύµα» της Χιλής). Ασφαλώς, δεν ήταν ο ίδιος ο Τζέφρι Σάκς που κήρυξε την κατάσταση πολιορκίας ή έστειλε τις αστυνοµικές δυνάµεις καταστολής εναντίον των διαδηλωτών, ωστόσο στο βιβλίο του The End οfPoverty αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην καταπολέµηση του πληθωρισµού στη Βολιβία, όπου, παρότι δεν κρύβει την ικανοποίησή του για το µερίδιο που του αναλογεί σε αυτή την επιτυχία, δεν αναφέρεται στην καταστολή που απαιτήθηκε για να εφαρµοστεί το σχέδιο. Η µοναδική σχετική µνεία που κάνει είναι µια αόριστη αναφορά σε «στιγµές έντασης τους πρώτους µήνες του σταθεροποτητικού προγράµµατος.
Σε άλλες αφηγήσεις ακόµα και αυτή η αόριστη παραδοχή παραλείπεται. Μάλιστα, ο Γκόνι έφτασε στο σηµείο να ισχυρίζεται ότι «η σταθεροποίηση επιτεύχθηκε σε µια δηµοκρατία χωρίς να παραβιαστούν οι ανθρώπινες ελευθερίες, επιτρέποντας στο λαό να εκφραοτεί». Σε µια λιγότερο εξιδανικευµένη αποτίµηση προέβη ένας πρώην υπουργός της κυβέρνησης Πας, ο οποίος ανέφερε ότι «συµπεριφέρθηκαν  σαν αυταρχικά γουρούνια». Conaghan & Malloy, Unsettling Statecraft, σ. 149
Αυτή η παραφωνία είναι ίσως η πιο ανθεκτική στο χρόνο κληρονοµιά που µας έχει αφήσει το πείραµα της θεραπείας-σοκ στη Βολιβία. Η περίπτωση της Βολιβίας απέδειξε ότι µια θεραπεία-σοκ χρειάζεται πάντα να συνοδεύεται από σοκαριστικές επιθέσεις εναντίον ενοχλητικών κοινωνικών οµάδων και δηµοκρατικών θεσµών. Απέδειξε επίσης ότι η κορπορατική σταυροφορία µπορεί να προωθείται µε ωµά αυταρχικά µέσα και, παρ’ όλα αυτά, να εξυµνείται ως δηµοκρατική επειδή έχουν προηγηθεί εκλογές, ανεξαρτήτως του πόσο παραβιάζονται στη συνέχεια οι πολιτικές ελευθερίες ή αγνοείται η εκφρασµένη δημοκρατικά βούληση του λαού (ένα µάθηµα που µέσα στα επόµενα χρόνια θα αποδεικνυόταν ιδιαίτερα χρήσιµο για τον Μπορίς Γέλτσιν της Ρωσίας και για άλλους ηγέτες). Υπό αυτό το πρίσµα, η περίπτωση της Βολιβίας αποτέλεσε το πρότυπο για ένα νέο, περισσότερο εξωραϊσµένο είδος αυταρχισµού, για ένα πολιτικό πραξικόπηµα που το πραγµατοποιούν πολιτικοί και οικονοµολόγοι µε κοστούµια και όχι αξιωµατικοί µε στρατιωτικές στολές κι όλα αυτά στη φανταχτερή συσκευασία ενός δηµοκρατικού καθεστώτος.
Κεφάλαιο
8
Η ΚΡΙΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ
Η ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ-ΣΟΚ
«Τι νόηµα έχει να καταστρέφουν το πνεύµα µου και να σβήνουν
τη µνήµη µου, που είναι το κεφάλαιό µου, µε αποτέλεσµα να µην
µπορώ να κάνω τη δουλειά µου; Ήταν µια λαµπρή θεραπεία,
αλλά χάσαµε τον ασθενή».
-‘Ερνεστ Χέµινγουεϊ, αναφερόµενος
στη θεραπεία µε ηλεκτροσόκ, λίγο πριν αυτοκτονήσει
 Για τον Τζέφρι Σάκς, το µάθηµα που αποκόµισε από την πρώτη διεθνή περιπέτειά του ήταν ότι ο υπερπληθωρισµός µπορεί να καταπολεµηθεί µε τα κατάλληλα σκληρά και δραστικά µέτρα. Είχε πάει στη Βολιβία για να νικήσει τον υπερπληθωρισµό και τα είχε καταφέρει. Η υπόθεση είχε µπει στο αρχείο.
Ο Τζον Γουίλιαµσον, δεξιός οικονοµολόγος µε µεγάλη επιρροή στην Ουάσινγκτον και σύµβουλος του ΔΝΤ και της Παγκόσµιας Τράπεζας, είχε παρακολουθήσει στενά το πείραµα του Σάκς στη Βολιβία και διέκρινε κάτι πολύ πιο σηµαντικό. Έχει περιγράψει το πρόγραµµα της θεραπείας-σοκ ως τη στιγμή «της µεγάλης έκρηξης», µια καθοριστική νίκη στην εκστρατεία για να επιβληθεί το δόγµα της Σχολής του Σικάγου σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ο λόγος για τον οποίο ο Γουίλιαµσον κατέληξε σε αυτό το συµπέρασµα είχε ελάχιστη σχέση µε τα οικονοµικά, αλλά είχε τεράστια σχέση µε την ακολουθούµενη τακτική.
Μπορεί να µην ήταν αυτή η πρόθεσή του, αλλά ο Σάκς είχε αποδείξει µε εξαιρετικά εντυπωσιακό τρόπο ότι η θεωρία του Φρίντµαν για τις κρίσεις ήταν απόλυτα σωστή. Η κατάρρευση της οικονοµίας της Βολιβίας εξαιτίας του υπερπληθωρισµού πρόσφερε την αναγκαία δικαιολογία για να προωθηθεί ένα πρόγραµµα που θα ήταν πολιτικά αδύνατον να εφαρµοστεί υπό φυσιολογικές συνθήκες. Η Βολιβία ήταν µια χώρα µε δυνατό και µαχητικό συνδικαλιστικό κίνηµα, µε ισχυρή αριστερή παράδοση, ο τελευταίος σταθµός του Τσε Γκεβάρα. Παρ’ όλα αυτά, υποχρεώθηκε να αποδεχτεί µια δρακόντεια θεραπεία-σοκ εν ονόµατι της σταθεροποίησης του εκτός κάθε ελέγχου νοµίσµατός της.
Στα µέσα της δεκαετίας του 1980 αρκετοί οικονοµολόγοι παρατήρησαν ότι µια κρίση υπερπληθωρισµού έχει παρόµοιες επιπτώσεις µε έναν πόλεµο: Σπέρνει το φόβο και τη σύγχυση, δηµιουργεί πρόσφυγες και προκαλεί απώλειες ζωών. Ήταν εξόφθαλµο ότι ο υπερπληθωρισµός στη Βολιβία είχε διαδραµατίσει τον ίδιο ρόλο µε τον «πόλεµο» του Πινοτσέτ στη Χιλή και τον πόλεµο των Φόκλαντ στη Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ, δηµιουργώντας το πλαίσιο για µια κατάσταση έκτακτης ανάγκης κατά τη διάρκεια της οποίας µπορούσαν να ανασταλούν οι κανόνες της δηµοκρατίας και να παραδοθεί προσωρινά ο οικονοµικός έλεγχος σε οµάδες ειδικών, σαν αυτή που συνεδρίαζε στο σαλόνι του Γκόνι. Για τους σκληροπυρηνικούς ιδεολόγους της Σχολής του Σικάγου όπως ο Γουίλιαµσον, αυτό σήµαινε ότι ο υπερπληθωρισµός δεν ήταν ένα πρόβληµα που έπρεπε να επιλυθεί, όπως πίστευε ο Σάκς, αλλά µια χρυσή ευκαιρία την οποία έπρεπε να αδράξουν.
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου